2140/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2140/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) την ...... ένορκη βεβαίωση της Εισαγγελίας Φακάρου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών β) το έγγραφο μεταβίβασης, προς την μητέρα της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο, του υπ'αριθμ. ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου στις ....... γ) τις αποδείξεις είσπραξης από την αναιρεσείουσα των μισθών του αναιρεσιβλήτου παρά της εργοδότιδός του ναυτιλιακής εταιρίας, δ) το έγγραφο αγοράς από τον θετό πατέρα της αναιρεσείουσας του υπ'αριθμ. ........
Full text
Απόφαση 2140 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2140/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πλειώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζησιμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2663/1998 μη οριστική 5167/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3887/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β', 346, 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφώς και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2000-ΑΠ 1789/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η εκ της ανωτέρω διατάξεως αιτίαση και υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψιν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα εξής έγγραφα, που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος χωρίς να τα επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο:
α) την ...... ένορκη βεβαίωση της Εισαγγελίας Φακάρου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών β) το έγγραφο μεταβίβασης, προς την μητέρα της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο, του υπ'αριθμ. ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου στις ....... γ) τις αποδείξεις είσπραξης από την αναιρεσείουσα των μισθών του αναιρεσιβλήτου παρά της εργοδότιδός του ναυτιλιακής εταιρίας, δ) το έγγραφο αγοράς από τον θετό πατέρα της αναιρεσείουσας του υπ'αριθμ. ........
ΙΧΕ αυτοκινήτου και ε) τους δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς συναλλάγματος των διαδίκων. Από την επισκόπηση όμως των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος. Ειδικότερα: 1) ο αναιρεσίβλητος είχε επικαλεσθεί τα υπό στοιχεία α), γ), δ) και ε) έγγραφα με τις από ......
προτάσεις του στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, (σελ. 12, 8, 8 και 6, αντιστοίχως) κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και δη με αναφορά στο περιεχόμενο κάθε εγγράφου και στην αντίστοιχη αρίθμηση που αυτό έφερε στη σειρά της προσκόμισής του' 2) το υπό στοιχείο β) έγγραφο είχε επικαλεσθεί η ίδια η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του Εφετείου κατά την ίδια συζήτηση από ......
προτάσεις της (σελ. 26). Επομένως, ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων θεωρουμένων τόσο των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση όσο και των λόγων εφέσεως που περιέχουν ουσιώδεις ισχυρισμούς έστω και αρνητικούς.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους, που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επικληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, υποστηρίζεται αφενός, μεν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον τρίτο λόγο εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο υποστηριζόταν ότι "όλως πεπλανημένα δέχεται η εκκαλουμένη ότι η (αναιρεσείουσα) συνήψε σχέσης με τον ήδη σύζυγό της ........ το έτος 1994" και ότι "είναι υπαίτια της διαστάσεώς της με τον αναιρεσίβλητο", αφετέρου δε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τα έγγραφα και την μαρτυρική κατάθεση, τα οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού ήτοι (α) την από ..........
επιστολή της εταιρείας ....... του Μονάχου (β) την από ........ βεβαίωση της Περιφερειακής Διοίκησης Μονάχου και (γ) την κατάθεση του μάρτυρα ......... που περιέχεται στην 373/1999 εισηγητική έκθεση. Ο λόγος αυτός της αφαίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και δη κατά μεν το πρώτο μέρος του διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψιν τον ρηθέντα λόγο εφέσεως, τον οποίον και απέρριψε, κατά δε το δεύτερο μέρος του διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψιν "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων...
και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε και τα αποδεικτικά μέσα, περί των οποίων η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας εννόμου συνεπείας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Εξάλλου: Κατά το άρθρο 719 ΑΚ: "Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της".
Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ: "'Οποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά το άρθρο 1348 ΑΚ: "Αν ο γάμος ματαιώθηκε, καθένας από τους μνηστευμένους έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον άλλο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό καθετί που του έδωσε ως δωρεάν ή ως σύμβολο της μνηστείας".
Τέλος, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε, στην από 12-2-1996 αγωγή του: ότι κατά το έτος 1987 γνωρίσθηκε με την αναιρεσείοσυα και στη συνέχεια συνήψαν μεταξύ τους μνηστεία και συμβίωσαν υπό την αυτή στέγη, με την απόφαση να τελέσουν γάμο, όταν θα ολοκληρώνονταν οι νόμιμες διαδικασίες διάζευξής τους (επειδή και οι δύο ήταν τότε έγγαμοι και τελούσαν σε διάσταση)' ότι έζησαν έτσι μέχρι το έτος 1995, οπότε και χώρισαν και ο γάμος τους ματαιώθηκε' (από προφανή γραφική παραδρομή αναφέρεται, στην πρώτη σελίδα της αγωγής, ως χρόνος διάλυσης της μνηστείας, το έτος 1985).
Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος ανέφερε στο αγωγικό του δικόγραφο και τα ακόλουθα υποβάλλοντας συγχρόνως αντίστοιχα αιτήματα: "Κατά το τέλος του έτους 1989, με την ανωτέρω προοπτική, ήτοι της τελέσεως γάμου μεταξύ μας, όταν ως εικός θα εξεδίδοντο τα διαζύγιά μας μεταβίβασα στην εναγομένη ένα αυτοκίνητό μου...
αξίας 1.500.000, το οποίο η εναγομένη κατείχε μέχρι το 1993 και το είχε γράψει εις το όνομα της μητρός της...". Ζητούσε δε να του επιδικασθεί χρηματικό ποσό ίσο προς την αξία του αυτοκινήτου κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με το περιεχόμενο αυτό το ρηθέν αγωγικό αίτημα αφορούσε αναζήτηση δωρεάς που είχε γίνει κατά τη διάρκεια της μνηστείας των διαδίκων (όπως και, όντως, εκτιμήθηκε από το Εφετείο), και ήταν επαρκώς ορισμένο σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ.1 και 118 περ.4 ΚΠολΔ, ως ερειδόμενο στις ανωτέρω διατάξεις των 1348 και 904 ΑΚ.
Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την νομική βασιμότητα του αιτήματος αυτού, να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι εχώρησε ανάκληση της δωρεάς, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης. Τούτο δε διότι, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 1348 ΑΚ, σε περίπτωση διάλυσης της μνηστείας, οι γενόμενες μεταξύ των μνηστών δωρεές τεκμαίρεται αμαχήτως ότι έγιναν με την προσδοκία του γάμο, και, ως τούτου, δεν χρειάζεται να προηγηθεί ανάκληση της δωρεάς, προκειμένου να αναζητηθούν τα δωρηθέντα κατά τις Ακ 904 επ.
Περαιτέρω, ιστορούσε ο αναιρεσίβλητος: α) 'Ότι, τον Ιούνιο του 1993, έδωσε στην αναιρεσείουσα χρηματικό ποσό 2.000.000 δραχμών με την εντολή (συμφωνία) να το διαθέσει για την αγορά άλλου αυτοκινήτου, στο οποίο θα ήταν και ο ίδιος (ισομερώς με εκείνη) συγκύριος, αυτή όμως παρέβη τη συμφωνία και υπεξήρεσε το ποσό, το οποίο και ζητούσε να του επιδικασθεί.
β) 'Ότι στις 13-6-1994, στους προσωπικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς έλαβε "εικονικά" και το όνομα της εναγομένης ως συνδικαιούχου, με την συμφωνία να αναλαμβάνει εκείνη ευχερώς χρήματα, όταν αυτός θα έλλειπε εκτός Ελλάδος, λόγω του επαγγέλματός του ως ναυτικού, και να τα διαθέτει με βάση τις εκάστοτε οδηγίες του και ότι "στις 3-11-1994 contra προς τα ως άνω συμφωνηθέντα και άνευ της ιδικής του αδείας και κρυφά από αυτόν (η αναιρεσείουσα) έσπευσε και εξόφλησε τους...
λογαριασμούς ... ενεργώντας παρά την ρητή εντολή του" και εκταμίευσε ποσό 6.000.000 δραχμών το οποίο δεν του απέδωσε και το οποίο ζητούσε να του επιδικασθεί. με το περιεχόμενο αυτό τα δύο τελευταία αγωγικά ήταν πλήρως ορισμένα σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ.1 και 188 περ. 4 ΚΠολΔ ερειδόμενα αντιστοίχως, στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914 και 719 ΑΚ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον ίδιο (δεύτερο) αναιρετικό λόγο δεν είναι βάσιμα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με το ίδιο αγωγικό δικόγραφο εζητείτο να επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο και πλέον ποσό 1.500.000 δραχμών, το οποίο αυτός φερόταν να έχει δαπανήσει για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, ως δίδακτρα ιδιωτικής σχολής στην οποία είχε φοιτήσει κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους ως μνηστευομένων.
Το σχετικό όμως αίτημα κρίθηκε αβάσιμο και απερρίφθη από το Εφετείο και, επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται, από την αναιρεσείουσα με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, αοριστία του αγωγικού δικογράφου (και) κατά το αίτημα αυτό. Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 (όχι και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ως προς τα άνω κεφάλαια που έκανε εν μέρει δεκτά, ισχυρισμό (λόγο έφεσης) της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, "αφού θεώρησε αρκετά λιγότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο χρειάζονται" για τη θεμελίωση των άνω αγωγικών αιτημάτων που δέχθηκε ως βάσιμα και στην ουσία τους, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 3887/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ