Legislator Case Law & Legislation
2140/2006 AI generated

2140/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2140/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Legislator headnote

AI generated

2140/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ) Στη συγκεκριμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται, με καθολοκληρία παραπομπή στην υιοθετουμένη υπ΄αυτού εισαγγελική πρόταση (Εισαγγελέα Εφετών) και χωρίς, επικουρική έστω, παραπομπή στο πρωτόδικο βούλευμα, ότι: "ειδικώτερα εκ των καταθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος ... του ιού του ...της δικηγόρου των ... , των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης ...και ...

Keywords

AI generated
agricultural prices agricultural credit economic offence economic behaviour fraud in execution of seizure enforcement of monetary penalties
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2140 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2140/2006Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1196/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1379/2004.

΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό πρωτ. 480/2-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"I) To συμβούλιο πλημ/κών Αθηνών με το υπ΄αριθμ. 5803/2003 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τον ... για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως απάτης κατ΄εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και πλαστογραφίας με χρήση- 386 παρ. 1,3, εδ. β, 98, 216 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι σε βαθμό κακουργήματος και πλημμελήματος αντίστοιχα, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 14-1-2000 και 15-1-2000 αφενός και περί τα τέλη Οκτωβρίου 2000 αφετέρου (η πρώτη) και τον Ιούνιο 2000 (η δεύτερη) σε βάρος του .... . Κατά του άνω βουλεύματος άσκησε αυτός την υπ΄αριθμ. 940/2004 έφεση, την οποία το συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε με το υπ΄αριθμ. 1196/2004 βούλευμά του ως αβάσιμη. Κατά του τελευταίου τούτου βουλεύματος, το οποίο του επιδόθηκε στις 23-6-2004, άσκησε ο ίδιος στις 1-7-2004 ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπό κρίση υπ΄αριθμ. 104/2004 αίτηση αναίρεσης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 473, 465, 474, 482 παρ. 1, 484 παρ. 1 περ. β,δ Κ.Ποιν.Δ., 18,19, 386 παρ. 1, 3 εδ. β΄ ΠΚ η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία.

ΙΙ) Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, (ήτοι πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτόν έγκλημα (βλ. ΑΠ 1596/2005, ΑΠ 101/2002, ΑΠ 592/2000 κ.ά.), από την οποία ως παράγωγο αίτιο παραπλανήθηκε κάποιος (επομένως η παράσταση κλπ πρέπει να προηγείται της πλάνης, η δε τελευταία να οφείλεται σ΄αυτήν βλ. και ΑΠ 1827/88) γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι να οφείλεται σ΄αυτές βλ. ΑΠ 1117/90, ΑΠ 982/2001, ΑΠ 2199/2002, ΑΠ 2538/2003, ΑΠ 625/2005 κ.ά).

Επομένως πρέπει να εκτίθεται τουλάχιστον πώς επήλθε η βλάβη και σε τί συνίσταται αυτή. Εξ΄άλλου, ναι μεν πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτόν έγκλημα, πλην όμως πρέπει να καθίσταται φανερόν με ποιόν ή ποιούς (εφόσον συμβιβάζονται μεταξύ τους) τρόπους τελέσεως δέχεται το συμβούλιο-δικαστήριο ότι τελέστηκε το έγκλημα βλ. και ΑΠ 1328/96, ΑΠ 1242/96 κ.ά.

Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ -όπως ισχύει- ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν περιέχονται σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω περιστατικά, και τέλος, και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 2/2004 Ολ, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας ναι μεν αρκεί η εν μέρει ή εξ ολοκλήρου αναφορά του συμβουλίου στην υιοθετουμένη υπ΄αυτού εισαγγελική πρόταση, πλην όμως προϋποτίθενται ότι σ΄αυτή (εισαγγελική πρόταση) περιέχονται τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία -βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1390/2001, ΑΠ 2253/2002 κ.ά.- διότι άλλως το αναφερόμενο σ΄αυτή βούλευμα είναι αναιρετέο για τον άνω λόγο (βλ. και ΑΠ 317/91, ΑΠ 235/86 κ.ά.).

Εξ΄άλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής-ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ΄Αρειο Πάγο ο έλεγχος εάν εφαρμόστηκε ή όχι ορθά ο νόμος οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 957/2002, ΑΠ 481/2000 κ.ά.). Η έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως είναι δυνατόν να συρρέουν ως λόγοι αναιρέσεως (βλ. και ΑΠ 274/96, ΑΠ 347/97 κ.ά.).

ΙΙΙ) Στη συγκεκριμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται, με καθολοκληρία παραπομπή στην υιοθετουμένη υπ΄αυτού εισαγγελική πρόταση (Εισαγγελέα Εφετών) και χωρίς, επικουρική έστω, παραπομπή στο πρωτόδικο βούλευμα, ότι: "ειδικώτερα εκ των καταθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος ... του ιού του ...της δικηγόρου των ... , των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης ...και ...

και εκ των εγγράφων που προσεκομίσθησαν και δη του υπ΄αριθμ. 489/14-2-1989 εγγράφου της Αγροτικής Τράπεζας προς τον υποθηκοφύλακα Κω για εξάλειψη υποθηκών και του υπ΄αριθμ. 482/14-2-2000 ομοίου (πλαστό) αποσταλέν στο μηνυτή ... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο μηνυτής προτιθέμενος να αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα ήλθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο το Νοέμβριο 1999.

Του υπέδειξε ένα οικόπεδό του στη θέση ... έκτασης 4012,95 τ.μ. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 240.000.000 δραχμών και επί παρουσία της πληρεξουσίας δικηγόρου του ... ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο μηνυτή το υπ΄αριθμ. 489/2000 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας στο οποίο ανεγράφετο ότι η Τράπεζα συναινούσε στην εξάλειψη υποθήκης που είχε εγγραφεί στο ακίνητο του ποσού 430.000.000 δραχμών.

Προ της παράδοσης του εν λόγω εγγράφου που εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ήτο πλαστό και το γνήσιο αφεώρα εις έτερο ακίνητό του στη ... είχε προηγηθεί τη 14-1-2000 δακτυλογραφημένο σημείωμα του κατηγορουμένου προς το μηνυτή για τα υπάρχοντα βάρη του προς πώληση ακινήτου. Ο κατηγορούμενος μάλιστα απαίτησε και ο μηνυτής συμμορφώθηκε στην απαίτησή του αυτή να του αποστείλει γραπτή την "προσφορά του" ως προς τον τρόπο καταβολής του τιμήματος. (οράτε την από 12-1-2000 δακτυλογραφημένη έγγραφη προσφορά του μηνυτού).

Ειδικός όρος ετέθη κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου το ακίνητο να είναι απηλλαγμένο παντός βάρους. Η απλή ανάγνωση και παραβολή του σημειώματος και της προσφοράς υποδηλοί ότι η προσφορά συντάχθηκε καθ΄υπαγόρευση του κατηγορουμένου. Το ιδιωτικό συμφωνητικό που επηκολούθησε τη 18η Ιανουαρίου 2000 μεταξύ του μηνυτού και του κατηγορουμένου, αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη της πρόθεσης του κατηγορουμένου να οικειοποιηθεί το ποσό των 40.000.000 δραχμών της προκαταβολής, ενώ εγνώριζε και το απέκρυψε από το μηνυτή ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρέη και να άρει τα βάρη του ακινήτου.

Δηλαδή ο κατηγορούμενος στις 18-1-2000 ευρίσκετο σε δεινή οικονομική κατάσταση αφού ευρίσκοντο σε εξέλιξη και δική του μήνυση για απάτη, πλαστογραφία και τοκογλυφία κατά των δανειστών του υπαιτίας και ... (οράτε τα υπ΄αριθμ. 408/2003 και 206/2003 παραπεμπτικά βουλεύματα του συμβουλίου πλημμελειοδικών και εφετών Πειραιά, αντίστοιχα).

Την αληθή του λοιπόν οικονομική κατάσταση μόνον ο ίδιος την εγνώριζε και την απέκρυψε από το μηνυτή προκειμένου να του αποσπάσει την προκαταβολή την οποία και του απέσπασε παραπλανήσας αυτόν για την εντός διμήνου άρση της υποθήκης. Παρήλθε όμως άπρακτο το δίμηνο και στις αρχές Ιουνίου 2000 προκειμένου να μεταθέσει χρονικώς την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου του παρέδωσε το προμνησθέν έγγραφο στις 1-11-2000 και τη διαβεβαίωση ότι τούτο αφεώρα στην άρση της υποθήκης των 436.000.000 δραχμών και του απέσπασε το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης προκαταβολής των 10.000.000 δραχμών.

Δηλαδή αν δεν του παρέδιδε το εν λόγω έγγραφο πιθανόν να σταματούσε η συνεργασία και η συναλλαγή χωρίς την καταβολή και του ποσού των 10.000.000 δραχμών. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος προσπαθεί να εμφανίσει την παράνομη συμπεριφορά του ως απλή αστική διαφορά. Όμως η κατασκευή του εν λόγω πλαστού εγγράφου και η χρονική στιγμή εμφάνισής του και χρήσης του δεν καταλείπει αμφιβολία ως προς την εγκληματική βούληση του κατηγορουμένου να νοσφισθεί "τα μετρητά" του μηνυτή.

΄Οπερ και εγένετο χωρίς έκτοτε να προσπαθήσει να άρει τις συνέπειες των πράξεών του και ειδικότερα να επιστρέψει τα αδικαιολογήτως και δι΄αιτία μη επακολουθήσασα ληφθέντα από το μηνυτή. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το ποσό των 50.000.000 δραχμών που έλαβε από το μηνυτή, ουδέν μέρος της προς την Αγροτική Τράπεζα οφειλής του των 436.000.000 δραχμών κατέβαλε (οράτε την από 9-8-2001 μήνυση της Αγροτικής Τράπεζας εναντίον του).

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποχρώσες προέκυψαν ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου για τις πράξεις που ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη. Τα αυτά δεχθέν και το πρωτόδικο βούλευμα κατ΄ουδέν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί η κατ΄αυτού έφεση του κατηγορουμένου σαν ουσιαστικά αβάσιμη.".

Με αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε την κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν καθίσταται σαφές ποίον τρόπο τελέσεως της απάτης δέχεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος και δη ποιό ή ποιά είναι τα ψευδή, ΠΟΤΕ έγινε η παράσταση αυτών, τί συνέπεια είχε και συγκεκριμένα η φερόμενη προκαταβολή (την οποία φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε) πότε έλαβε χώρα. Επίσης σε σχέση με την δεύτερη πράξη της απάτης δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η φερόμενη πλαστότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι για την πράξη της πλαστογραφίας δεν περιέχει όχι μόνο σκέψεις αλλ΄ούτε πραγματικά περιστατικά πλην μιας αναφοράς ότι "το υπ΄αριθμ. 489/2000 έγγραφο της αγροτικής τράπεζας ήταν πλαστό και το γνήσιο αφεώρα εις έτερο ακίνητο" δηλ. κατάρτιση ή νόθευση; -Να σημειωθεί εδώ ότι δεν γίνεται παραπομπή καθόλου στο πρωτόδικο βούλευμα, όπου όντως περιέχεται πλήρης αιτιολογία της παραπομπής- Έτσι είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, παρέλκει δε η έρευνα του άλλου λόγου αναίρεσης .

ΙV) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112, 113 παρ. 1-3 ΠΚ προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμέλημα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, και από τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 στοιχ. β΄, 511, 514 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον ΄Αρειο Πάγο, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής, έστω και αν επήλθε μετά την άσκηση της αναίρεσης, πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη και να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα, αρκεί να είναι νομότυπη η ασκηθείσα αναίρεση, χωρίς να απαιτείται να κριθεί ως βάσιμος σχετικός λόγος αναιρέσεως, όπως απαιτείται επί αποφάσεων κατά το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ. -όπως αντικ.

με το άρθρο 50 παρ. 5 ν. 3160/2003- που δεν έχει εφαρμογή επί βουλευμάτων (βλ. ΑΠ 1592/2005, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 956/2004). Ενόψει των ανωτέρω, και ανεξαρτήτως του ότι στην αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται με σαφήνεια κάποιος λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στην πράξη της πλαστογραφίας (απλά γίνεται αναφορά για αναίρεση του 1196/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στη συνέχεια δε και δη στον δεύτερο λόγο αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας για μη λήψη αποδεικτικού συγκεκριμένου μέσου, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος ότι η αιτίαση αυτή καλύπτει το όλον βούλευμα), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας, αφού παρήλθε πλήρης πενταετία από του χρόνου τελέσεώς της, η οποία δεν έχει ανασταλεί για κάποιο νόμιμο λόγο.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: να γίνει τυπικά δεκτή η υπ΄αριθμ. 104/2004 αναίρεση του ... κατά του υπ΄αριθμ. 1196/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αλλά και ουσιαστικά δεκτή και να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και α) να παραπεμφθεί η υπόθεση σε σχέση με το έγκλημα της απάτης στο αυτό συμβούλιο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

β) να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του ... ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα τον Ιούνιο 2000 και αναφέρεται στο υπ΄αριθμ. 489/14-12-1989 έγγραφο της ΑΤΕ προς τον υποθηκοφύλακα ... για την εξάλειψη της εγγραφείσας την 30-4-1989 υποθήκης σε ακίνητό του κείμενο στην .. για ποσό 60.000.000 δραχμών.

Αθήνα 28 Σεπτεμβρίου 2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 στοιχ. β' και 485 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 ΚΠΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003.

Στην προκειμένου περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 5803/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών α) για απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και β) για πλαστογραφία μετά χρήσεως.

Το ανωτέρω υπό στοιχείο β' έγκλημα, τιμωρούμενο στο νόμο με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος (άρθρα 18, και 216 παρ. 1 του Π.Κ.). Αυτό φέρεται ότι τελέσθηκε τον Ιούνιο του έτους 2000 και από την ημερομηνία αυτή μέχρι την ημερομηνία της διασκέψεως (12-12-2006) της υποθέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής.

Έτσι το εν λόγω έγκλημα υπέπεσε σε παραγραφή. Κατόπιν τούτου, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει το πληττόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος, και ακολούθως να παύσει ως προς αυτόν η ασκηθείσα για την πράξη αυτήν ποινική δίωξη.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους, εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου και το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών.

Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο μηνυτής προτιθέμενος να αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο το Νοέμβριο 1999.

Του υπέδειξε ένα οικόπεδο στη θέση ... έκτασης 4012,95 τ.μ. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 240.000.000 δραχμών και επί παρουσία της πληρεξουσίας δικηγόρου του... ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο μηνυτή το υπ΄αριθμ. 489/2000 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας στο οποίο ανεγράφετο ότι η Τράπεζα συναινούσε στην εξάλειψη υποθήκης που είχε εγγραφεί στο ακίνητο του ποσού 430.000.000 δραχμών.

Προ της παράδοσης του εν λόγω εγγράφου που εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ήτο πλαστό και το γνήσιο αφεώρα εις έτερο ακίνητό του στη ... είχε προηγηθεί τη 14-1-2000 δακτυλογραφημένο σημείωμα του κατηγορουμένου προς το μηνυτή για τα υπάρχοντα βάρη του προς πώληση ακινήτου. Ο κατηγορούμενος μάλιστα απαίτησε και ο μηνυτής συμμορφώθηκε στην απαίτησή του αυτή να του αποστείλει γραπτή την "προσφορά του" ως προς τον τρόπο καταβολής του τιμήματος. (οράτε την από 12-1-2000 δακτυλογραφημένη έγγραφη προσφορά του μηνυτού).

Ειδικός όρος ετέθη κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου το ακίνητο να είναι απηλλαγμένο παντός βάρους. Η απλή ανάγνωση και παραβολή του σημειώματος και της προσφοράς υποδηλοί ότι η προσφορά συντάχθηκε καθ΄υπαγόρευση του κατηγορουμένου. Το ιδιωτικό συμφωνητικό που επηκολούθησε τη 18η Ιανουαρίου 2000 μεταξύ του μηνυτού και του κατηγορουμένου, αποτελεί την αδιάψευστη απόδειξη της πρόθεσης του κατηγορουμένου να οικειοποιηθεί το ποσό των 40.000.000 δραχμών της προκαταβολής, ενώ εγνώριζε και το απέκρυψε από το μηνυτή ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρέη και να άρει τα βάρη του ακινήτου.

Δηλαδή ο κατηγορούμενος στις 18-1-2000 ευρίσκετο σε δεινή οικονομική κατάσταση αφού ευρίσκοντο σε εξέλιξη και δική του μήνυση για απάτη, πλαστογραφία και τοκογλυφία κατά των δανειστών του υπαιτίας και ... (οράτε τα υπ΄αριθμ. 408/2003 και 206/2003 παραπεμπτικά βουλεύματα του συμβουλίου πλημμελειοδικών και εφετών Πειραιά, αντίστοιχα).

Την αληθή του λοιπόν οικονομική κατάσταση μόνον ο ίδιος την εγνώριζε και την απέκρυψε από το μηνυτή προκειμένου να του αποσπάσει την προκαταβολή την οποία και του απέσπασε παραπλανήσας αυτόν για την εντός διμήνου άρση της υποθήκης. Παρήλθε όμως άπρακτο το δίμηνο και στις αρχές Ιουνίου 2000 προκειμένου να μεταθέσει χρονικώς την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου του παρέδωσε το προμνησθέν έγγραφο στις 1-11-2000 και τη διαβεβαίωση ότι τούτο αφεώρα στην άρση της υποθήκης των 436.000.000 δραχμών και του απέσπασε το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης προκαταβολής των 10.000.000 δραχμών.

Δηλαδή αν δεν του παρέδιδε το εν λόγω έγγραφο πιθανόν να σταματούσε η συνεργασία και η συναλλαγή χωρίς την καταβολή και του ποσού των 10.000.000 δραχμών. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος προσπαθεί να εμφανίσει την παράνομη συμπεριφορά του ως απλή αστική διαφορά. Όμως η κατασκευή του εν λόγω πλαστού εγγράφου και η χρονική στιγμή εμφάνισής του και χρήσης του δεν καταλείπει αμφιβολία ως προς την εγκληματική βούληση του κατηγορουμένου να νοσφισθεί "τα μετρητά" του μηνυτή.

΄Οπερ και εγένετο χωρίς έκτοτε να προσπαθήσει να άρει τις συνέπειες των πράξεών του και ειδικότερα να επιστρέψει τα αδικαιολογήτως και δι΄αιτία μη επακολουθήσασα ληφθέντα από το μηνυτή. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το ποσό των 50.000.000 δραχμών που έλαβε από το μηνυτή, ουδέν μέρος της προς την Αγροτική Τράπεζα οφειλής του των 436.000.000 δραχμών κατέβαλε (οράτε την από 9-8-2001 μήνυση της Αγροτικής Τράπεζας εναντίον του).

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποχρώσες προέκυψαν ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου για τις πράξεις που ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη. Τα αυτά δεχθέν και το πρωτόδικο βούλευμα κατ' ουδέν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί η κατ' αυτού έφεση του κατηγορουμένου σαν ουσιαστικά αβάσιμη".

Η αιτιολογία όμως αυτή ως προς το έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα όσον αφορά την πρώτη από τις επί μέρους πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ του αιτιολογικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος και του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, που επικυρώθηκε από εκείνο, σχετικά με τον τρόπο τελέσεως της μερικότερης αυτής πράξεως.

Συγκεκριμένως ενώ στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτόδικου βουλεύματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος στις 14-1-2000 και 15-1-2000 παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ... , ότι για τα αναλυτικώς μνημονευόμενα αυτόθι βάρη, που υφίσταντο επί του κειμένου στη ...και στη θέση ...ακινήτου του, του οποίου διαπραγματευόταν την πώληση στο μηνυτή, είχαν εξοφληθεί οι απαιτήσεις των δανειστών και απέμενε μόνο τυπικώς η εξάλειψη των εν λόγω βαρών, με συνέπεια να παραπλανηθεί από τις παραπάνω ψευδείς βεβαιώσεις ο μηνυτής, να συμφωνήσει στην αγορά του άνω ακινήτου και στη συνέχεια να υπογράψει το από 18-1-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό και να του καταβάλει το ποσό των 40.000.000 δρχ.

ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος εκ δραχμών 240.000.000 τιμήματος, στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την επί μέρους αυτή πράξη, αποκρύπτοντας από το μηνυτή ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρέη του προς του δανειστές του και να άρει τα επί του ακινήτου του υπάρχοντα βάρη.

Περαιτέρω αναφορικά με τη δεύτερη των μερικότερων πράξεων της απάτης κατ' εξακολούθηση, στις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος υπάρχουν ασάφειες, αφού δεν αιτιολογείται ο σκοπός του κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον συγκεκριμένο παράνομο περιουσιακό όφελος και ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται κανένα πραγματικό γεγονός, σχετικά με το σκοπό αυτόν, ενώ στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτόδικου βουλεύματος γίνεται τυπικά αναγραφή των στοιχείων του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στο σκοπό του κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του ή άλλον συγκεκριμένο όφελος.

Οι προαναφερόμενες αντιφάσεις και ασάφειες πλην της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος καθιστούν επί πλέον ανέφικτο και τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. Έπειτα από αυτά πρέπει κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' και δ' του Κ.Π.Δ. λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και όσον αφορά την, περί κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, διάταξή του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τούτο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1196/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό πλημμελήματος, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην ... τον Ιούνιο 2000 και αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 489/14-12-1989 έγγραφο της ΑΤΕ προς τον υποθηκοφύλακα ... , για την εξάλειψη της εγγραφείσας την 30-4-1989 υποθήκης σε ακίνητό του κείμενο στην... για ποσό 60.000.000 δραχμών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ