Supreme Court dismisses appeal against property dispute judgment due to inadmissible procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final appellate judgment in a property lease dispute. The appellant argued that tax records and environmental prosecution files proved the tenant's financial instability and environmental violations, but the court rejected these claims. The court ruled that the appellant failed to properly link these documents to the specific counter-arguments raised by the appellee at the second instance, rendering the appeal inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specifically connect the submitted evidence to the counter-arguments raised by the appellee at the second instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 213 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Ζαμπέλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΙΚΕ", που εδρεύει στις ... Αττικής (θέση ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρίστιππο Μαστρογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 12-3-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ....2022), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.132/1-10-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει της από 12-9-2014 σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ειδικότερα περιγραφόμενου στην αγωγή αγροτεμαχίου, για το από 12-9-2014 έως 12-9-2026 χρονικό διάστημα, με αναλογούν (κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου), μηνιαίο μίσθωμα, ποσού 600 ευρώ.
Ότι, από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής η εναγόμενη ουδέν μίσθωμα κατέβαλε και, επομένως, οφείλει το ποσό των 27.960 ευρώ συνολικά για μισθώματα της περιόδου Σεπτεμβρίου έτους 2014 έως Ιουλίου έτους 2018. Ότι, με δεδομένη τη συμπεριφορά της εναγόμενης, είναι βέβαιο ότι αυτή δεν θα καταβάλει και τα μισθώματα της περιόδου Αυγούστου έτους 2018 έως Μαρτίου έτους 2019, ποσού 4.800 ευρώ συνολικά.
Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά οφειλομένων μισθωμάτων, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 178/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το αίτημά της περί καταβολής μελλοντικών μισθωμάτων και ως προς την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 14-2-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ....2020) έφεση και τους από 14-5-2021 (αριθμ.εκθ. καταθ. ...2021) πρόσθετους λόγους. Επ'αυτών, κατόπιν συνεκδίκασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, εν γνώσει του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 1396/2022, ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 1882/2012, ΑΠ 219/2010).
Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπάτησης κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαίτησης προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας.
Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν μεν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, είναι όμως ενδεχόμενο να αποτελέσουν επιχειρήματα, τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή.
Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 431/2024, ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 342/2014). Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω, ότι απόλυτη είναι η εικονικότητα της μίσθωσης, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμιά έννομη μεταβολή.
Αντιθέτως, σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην εικονικότητα της μίσθωσης είναι: η μεγάλη σε σχέση με τη συνηθιζόμενη στις συναλλαγές διάρκειά της, η προκαταβολή μισθωμάτων πολλών μηνών, το μικρό μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο της αγοράς, η μη καταβολή εγγύησης, η πρόβλεψη μικρής αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Η ανωτέρω ακυρότητα χωρεί ipso jure και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτή από το δικαστήριο (ΑΠ 1092/2023, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Επίσης, εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ.
ΑΚ, αλλά και η εμπορική μίσθωση διεπόμενη από τον Ν. 813/1978 και ήδη ΠΔ 34/1995 (ΑΠ 1092/2023, ΑΠ789/2023 ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 382/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ΑΠ 303/3024, ΑΠ 822/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 1149/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1749/2005).
Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης, αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως, η απόφαση που διερευνά, αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1454/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Όπως, δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 402/2014, ΑΠ 1586/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 18-8-2014, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.... πράξη σύστασης της εταιρείας, με την επωνυμία "...
ΙΚΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." (ήδη αναιρεσίβλητη) στη θέση "..." του Δήμου ... Αττικής. Σκοπός της εταιρείας αυτής τυγχάνει η εμπορία αγροτικών προϊόντων και ειδών σούπερ μάρκετ και η παραγωγή πτηνοτροφικών προϊόντων, καθώς και κάθε περαιτέρω άσκηση εμπορικής δραστηριότητας συναφούς με τους σκοπούς της εταιρείας.
Στην εταιρεία αυτή συμμετέχουν ο Γ. Σ. του Α. και ο Κ. Σ. του Α., ο τελευταίος δε με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας. Ο πατέρας των εταίρων Α. Σ., γεωπόνος, δραστηριοποιείτο στη λειτουργία πτηνοτροφικών μονάδων, διαδεχόμενος τη μητέρα του στην ατομική επιχείρηση πτηνοτροφείων, που διατηρούσε εκείνη.
Η άδεια λειτουργίας των πτηνοτροφείων ήταν καταχωρημένη στο όνομα του Α. Σ. και του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) Α. Σ., ο οποίος ωστόσο ασκούσε το επάγγελμα του φαρμακοποιού, δραστηριοποιούμενος συστηματικά σε επιχείρηση φαρμακείου. Κατά το έτος 2010, με την υπ' αριθμόν πρωτ. ...2010 απόφαση του Τμήματος Υγειονομικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής διατάχθηκε η οριστική απαγόρευση λειτουργίας των πτηνοτροφικών εγκαταστάσεων του Α.
Σ.... Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2011, οι πτηνοτροφικές μονάδες λειτουργούσαν, ενώ αυτές σφραγίστηκαν οριστικά σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, το έτος 2012. Από το χρονικό εκείνο σημείο ανέκυψαν σημαντικά οικονομικά προβλήματα στην ατομική επιχείρηση του Α. Σ.. Σημαντικό μέρος των χρεών της επιχείρησης αφορούσε χρέη σε προμηθευτές, προς το Ελληνικό Δημόσιο, πρόστιμα στη Νομαρχία και ληξιπρόθεσμες οφειλές σε Τράπεζες.
Μάλιστα, σε βάρος του εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής, ενώ επιβλήθηκαν αναγκαστικές κατασχέσεις σε περιουσιακά του στοιχεία, όπως: (α) η υπ' αριθμόν ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας για χρέος ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων και εκατόν πέντε (14.105,00) ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων κατόπιν αιτήσεως του Ι.
Γ. του Α., αναφορικά με τίμημα για την πώληση σιταριού. Σε εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής και με βάση την υπ' αριθμόν ...2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ... κατασχέθηκαν αναγκαστικά αγροτικά ακίνητα ιδιοκτησίας του, ευρισκόμενα στην κτηματική περιφέρεια ...
του Δήμου Μάνδρας - Ειδυλλίας, (β) η υπ' αριθμόν ... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νέας Ιωνίας Αττικής, με βάση τιμολόγια με ημερομηνία έκδοσης 05.11.2010,12.11.2010 και 18.05.2011, προερχόμενα από την προς αυτόν πώληση εμπορευμάτων, (γ) η υπ' αριθμόν ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση δέκα (10) συναλλαγματικές, συνολικού ύψους ενενήντα πέντε χιλιάδων (95.000,00) ευρώ με χρόνους πληρωμής την 20.09.2011, 20.10.2011, 20.11.2011, 20.12.2011, 20.01.2012, 20.02.2012, 20.03.2012, 20.04.2012, 20.05.2012 και 20.6.2012, αντίστοιχα, κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.", (δ) η υπ' αριθμόν ...2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ..., με βάση την οποία την 10η.02.2012 επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητη περιουσία του Α. Σ. για χρέος του προς την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "... ΕΠΕ", (ε) το από 26.04.2012 κατασχετήριο έγγραφο της Δ.Ο.Υ.
Θηβών, με βάση το οποίο η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε." προέβη στη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών, που ο Α. Σ. τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα (κατάσχεση στα χέρια τρίτης), (στ) η υπ' αριθμόν ...2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θηβών ..., με βάση την οποία, την 08. 05.2012, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητα του οφειλέτη- καθ' ου η εκτέλεση Α.
Σ., κείμενα στην κτηματική περιοχή του Δήμου ... για οφειλές του στη ΔΟΥ Θήβας, ύψους διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και δέκα λεπτών (235.762,10). Τέλος, την 15.05.2012, η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε." προέβη σε οριστικό κλείσιμο (καταγγελία) της υπ' αριθμόν ...1991 σύμβασης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, από την οποία προέκυψε συνολικό σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο ύψους διακοσίων τριάντα οκτώ χιλιάδων εξήντα ένα ευρώ και εβδομήντα ένα λεπτό (238.061,71) ευρώ.
Κάτω από τις περιστάσεις αυτές, φέρεται να συνάφθηκε, την 12η Σεπτεμβρίου του έτους 2014, ανάμεσα στον ενάγοντα Α. Σ. (αναιρεσείοντα) και στην εταιρία, με την επωνυμία "... ΙΚΕ" (αναιρεσίβλητη) σύμβαση, αντικείμενο της οποίας ήταν η εκμίσθωση ενός αγροτεμαχίου, κείμενου στη θέση "..." της Τοπικής Κοινότητας ... του Δήμου ..., εμβαδού 4000 τ.μ., με τον υφιστάμενο σε αυτόν θάλαμο πτηνοτροφείου, του οποίου (=αγροτεμαχίου) συγκύριος κατά ποσοστό (1/2) εξ αδιαιρέτου τύγχανε ο διαχειριστής της εναγόμενης εταιρίας και ανεψιός του πρώτου (ενάγοντα) ( αναιρεσείοντα) Κ.
Σ. και κατά το υπόλοιπο ποσοστό (1/2) αυτού, συνεκμισθωτής και συνιδιοκτήτης ο εκκαλών- ενάγων, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η εναγόμενη εταιρεία για την ανάπτυξη της εμπορικής της δραστηριότητας. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίσθηκε σε δώδεκα (12) έτη, με χρόνο έναρξης την 12-9-2014 και λήξης τη 12-9-2026, αντίστοιχα, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο χρηματικό ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ, καταβλητέο τούτο μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, από το οποίο χρηματικό ποσό εξακοσίων (600,00) ευρώ μηνιαίως αναλογούσε στον εκκαλούντα- ενάγοντα.Ακολούθως, καταρτίστηκε εγγράφως το από 01-07-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό "επαγγελματικής μίσθωσης ακινήτου", μεταξύ των ίδιων παραπάνω συμβαλλόμενων, με το οποίο τροποποιήθηκε η παραπάνω συμφωνία τους, η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δωδεκαετής, αρχόμενη την 1η-7-2016, ως ετήσιο δε μίσθωμα ορίστηκε το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων σαράντα (5.040,00) ευρώ.
Παράλληλα, στο ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 αυτού αναφέρθηκε ότι χάριν καταβολής κάθε ετήσιου μισθώματος, ο εκμισθωτής εξέδωσε δώδεκα (12) ως προς τον αριθμό συναλλαγματικές, χρηματικού ποσού δύο χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι (2.520,00) ευρώ η καθεμία από αυτές, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν η φερόμενη, ως μισθώτρια εταιρία, η δε εξόφλησή τους θα αποδείκνυε την καταβολή των μισθωμάτων.
Ωστόσο, σχετικά με τη φερόμενη ως σύμβαση μίσθωσης πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων μερών, κατά τους χρόνους υπογραφής των σχετικών ιδιωτικών συμφωνητικών, ήταν αρμονικές και δεν είχαν διαταραχθεί, με συνέπεια να υπήρχε έδαφος συνεννόησης μεταξύ τους, κάτι, που δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε διάδικο μέρος μέχρι το έτος 2017.
Τούτο ενισχύεται και από τη χωρίς όρκο εξέταση του εκκαλούντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου μεταξύ άλλων κατέθεσε τα ακόλουθα: " Στο πτηνοτροφείο συναντιόμασταν, μιλάγαμε μέχρι πριν κάνα δύο χρόνια, γιατί από εκεί και πέρα άρχισαν κάτι περιστατικά οικογενειακά οικονομικά. Από τότε έχουμε σταματήσει...
Το '14 οι σχέσεις ήταν καλές ακόμη... μέχρι 1,5- 2 χρόνια... Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι σχέσεις των δύο αδελφών ήταν καλές μέχρι το έτος 2017, χρόνος, κατά τον οποίο επιδόθηκαν εξώδικες δηλώσεις του Α. Σ. προς τον αδελφό του Α. Σ. και Ν. Κ.. Άλλωστε, πρέπει να επισημανθεί η διαδοχή, που επήλθε μετά το θάνατο της Β.
Σ. στην ατομική επιχείρηση του πτηνοτροφείου, που λειτουργούσε η ίδια, ενόσω ζούσε, από τον Α. Σ., ο οποίος ασκούσε πλέον τη διεύθυνση και διατηρούσε αυτήν σε λειτουργία, αναλαμβάνοντας εν τοις πράγμασιν τούς κινδύνους, που συνεπαγόταν η εκμετάλλευση της συγκεκριμένης επιχείρησης, όπως συνέβη με την ανάκληση από τη Διοίκηση της άδειας λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης και τα εξ αυτού του λόγου προερχόμενα χρέη και οφειλές προς τρίτους, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Άλλωστε, πρέπει να εκτιμηθεί ότι με την από 24-3-2018 ιδιόγραφη διαθήκη της Β. Σ., μητέρας του ενάγοντος και του αδελφού του Α. Σ., δημοσιευθείσα με τα με αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, η κληρονομουμένη κατέλειπε στον υιό της Α. Σ., την κείμενη στις ... και επί της οδού ...
οικία της, καθώς και το ποσοστό 1/2 στην επιχείρηση του πτηνοτροφείου, καταλείποντας το υπόλοιπο ποσοστό (1/2) στους εγγονούς της και αντίστοιχα υιούς του τέκνου της Α. Σ.. Οι ως άνω τετιμημένοι από κοινού προέβησαν σε αποδοχή της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς, με την υπ' αριθμόν ...2011 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θηβών...., γεγονός, που καταδεικνύει την ύπαρξη καλών διαπροσωπικών σχέσεων ανάμεσα στους Α.
Σ. (αναιρεσείοντα) και τους υιούς του Α. Σ., η θέση του οποίου μέσα στην επιχείρηση άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε μέρος, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επιπλέον, πρέπει να συνεκτιμηθεί το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας του Α. Σ., που ήταν γεωπόνος και ως εκ τούτου ασκούσε συναφή επαγγελματική δραστηριότητα, και του Α.
Σ., ο οποίος ήταν φαρμακοποιός, χωρίς να ενασχοληθεί με την επιχείρηση πτηνοτροφείου. Επομένως, οι καλές διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στον Α. Σ. και τους υιούς του Α. Σ. και κατ' επέκταση με τον τελευταίο ευνοούσαν τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας ανάμεσά τους ή ακόμη και τη διευκόλυνση των υιών του Α. Σ.
για την αντιμετώπιση των παραπάνω οικονομικών προβλημάτων. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής αποτελεί και το γεγονός της μη καταβολής εγγύησης σχετικής με την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας,(αναιρεσίβλητης) ως μισθώτριας, κάτι, που είθισται να γίνεται με τις λοιπές μισθώσεις και δη επαγγελματικές, κατά τις οποίες ο μισθωτής προς διασφάλιση του εκμισθωτή καταβάλλει κάποιο χρηματικό ποσό, το οποίο παραμένει στα χέρια του εκμισθωτή και αναλαμβάνεται από αυτόν, εφόσον έχει τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τόσο απέναντι στον εκμισθωτή όσο και προς τρίτους.
Δηλαδή, δεν προέκυψε η καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από την εναγόμενη εταιρεία προς τον ενάγοντα- εκκαλούντα για διασφάλισή του, γεγονός, που συνιστά σημαντική απόκλιση από το συνήθως συμβαίνον σε τέτοιου είδους έννομες σχέσεις και που σε άλλη περίπτωση, ήτοι, σε ανάλογες μακροχρόνιες επαγγελματικές κρίνεται επιβεβλημένο.
Επιπλέον, η σε βάθος χρόνου παροχή χρήσης του επίδικου ακινήτου, ήτοι, μακροχρόνια διάρκεια, που ορίστηκε δωδεκαετής αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σημαντικό στοιχείο σχετικά με τη βούληση των μερών, το οποίο συνδυαζόμενο και με τα λοιπά στοιχεία (μη καταβολή εγγύησης, μη τήρηση ιδιαίτερου τύπου), καταδεικνύουν την αληθή βούληση των μερών.
Επιπλέον, προέκυψε η χρήση του μίσθιου ακινήτου με το θάλαμο πτηνοτροφείου καθ' όλο το χρόνο, που ίσχυε η άδεια λειτουργίας του πτηνοτροφείου και δεν είχε ανακληθεί από τη Δημόσια Διοίκηση, κατά τρόπο, που να στοιχειοθετείται συνέχεια σε βάθος χρόνου και ενότητα λειτουργίας είτε υπό τη διεύθυνση της Β.
Σ. είτε υπό τη διεύθυνση του Α. Σ.. Περαιτέρω, προέκυψε η μη καταβολή στον ενάγοντα οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, που να αναλογούσε στα φερόμενα μισθώματα για τη χρήση του μισθίου, με αφετήριο χρόνο την έναρξη της επίδικης μίσθωσης (12-9-2014) και καταληκτικό το χρόνο της εκδίκασης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι, την 17-1-2019.
Δηλαδή, η μη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, που συνιστά την κύρια κατά νόμο υποχρέωση του μισθωτή, αποτελεί σαφώς και το πλέον προσδιοριστικό της αληθούς βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας. Πέραν τούτου, ήτοι, της μη καταβολής οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, δεν προέκυψε οποιουδήποτε είδους όχληση από την πλευρά του εκκαλούντος- ενάγοντος, ήτοι, εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία κ.λ.π.
σχετικά με τη μη καταβολή χρηματικού ποσού από την εναγόμενη εταιρεία, μολονότι η τελευταία χρησιμοποιούσε το ακίνητο για τις δικές της δραστηριότητες, κατά τέτοιο τρόπο, που στοιχειοθετείται εννοιολογικά το χαρακτήρα της αδράνειας του δικαιούχου ενάγοντας, εκτεινόμενη μάλιστα αυτή σε χρονικό διάστημα πέντε (5) περίπου ετών, η όποια δε αντίδρασή του εκδηλώνεται μετά την αποστολή εξώδικων δηλώσεων από την πλευρά του Α.
Σ. και συγκεκριμένα μετά την επίδοση των από 1-8-2017 και 27-7-2017 εξώδικων δηλώσεων τόσο στον αδελφό του Α. Σ. (ενάγοντα) όσο και στο Ν. Κ.. Δηλαδή, σε περιπτώσεις καθυστέρησης καταβολής του μισθώματος, ο εκμισθωτής προβαίνει στην ενάσκηση των δικαιωμάτων (δικαστικά ή και εξώδικα), όπως καταγγελία της υφιστάμενης σύμβασης μίσθωσης με σκοπό και επιδίωξη την απόδοση της χρήσης του μίσθιου ακινήτου, προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα να εκμεταλλεύεται τούτο.
Συνεπώς, δεν προέκυψε ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος των μισθωμάτων ενάγων επιδίωξε την είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων από το έτος 2014, που συμπίπτει με την έναρξη ισχύος της επίδικης σύμβασης. Επιπρόσθετα, πρέπει να συνεκτιμηθεί το γεγονός σύναψης συμφωνίας για πληρωμή του αναλογούντος φόρου επί των φερόμενων ως καταβλητέων μισθωμάτων από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας στον ενάγοντα, έτσι ώστε ο τελευταίος με τη σειρά του να καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν συνεννόησης και επικοινωνίας με το λογιστή του εκκαλούντος Μ., όπως προκύπτει από το από 27-11-2017 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (e-mail) (που χρησιμοποιείτο από την αδελφή του), προκειμένου να ενημερώσει αυτόν ότι το χρηματικό ποσό ανερχόταν σε 1.285,20 ευρώ και να του γνωστοποιήσει τον αριθμό λογαριασμού, στον οποίο έπρεπε να εμβάσει το ανάλογο χρηματικό ποσό.
Η συμφωνία αυτή δεν είναι συμβατή με τα ισχύοντα και τους κανόνες της κοινής λογικής σε σύμβαση μίσθωσης, κατά την οποία ο μισθωτής, καταβάλλοντας το χρηματικό εκείνο ποσό, που αναλογεί στο ύψος του μισθώματος και στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου, απαλλάσσεται από άλλη υποχρέωση έναντι του εκμισθωτή, και ειδικότερα από την υποχρέωση πληρωμής του αναλογούντος στα μισθώματα φόρου.
Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι οι δηλώσεις βούλησης των μερών δεν ήταν σοβαρές και αληθινές, προκειμένου να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα της μίσθωσης του επίδικου ακινήτου, όπως επιθυμούσαν πραγματικά οι συμβαλλόμενοι.
Συνεπώς, προέκυψε το αναληθές και μη σοβαρό των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών για σύναψη σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης. Επομένως, πρόκειται για περίπτωση απόλυτης εικονικότητας της "σύμβασης μίσθωσης", εφόσον δεν καλύπτεται κάποια άλλη δικαιοπραξία, με την οποία επήλθε οποιαδήποτε όντως έννομη μεταβολή, αλλά σκοπός της εν λόγω δήλωσης ήταν η πρόκληση σε τρίτους της εντύπωσης για μεταβολή της νομικής κατάστασης του επίδικου ακινήτου, ότι δηλαδή αυτό ήταν μισθωμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να αποτρέπεται ο δανειστής στην ενάσκηση των δικαιωμάτων του, χωρίς να υπάρχει όμως στους δηλούντες πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που προέβη στις ίδιες παραδοχές και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κάνοντας αντίστοιχα δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη της ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης λόγω εικονικότητας αυτής, που προτάθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, ορθά και κατά τον προσήκοντα τρόπο εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, διαλαμβάνοντας την αναγκαία, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην εκκαλούμενη απόφαση, έστω και αν σε αυτήν διαλαμβάνονται πλεοναστικώς κρίσεις σχετικά με την εικονικότητα ή μη του υπ' αριθμόν ...2012 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Θηβών, Α.
Γ.-Κ. ή άλλες πλην της επίδικης έννομες σχέσεις και επιχειρείται αναφορά στις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συντάχθηκε το συγκεκριμένο μεταβιβαστικό της κυριότητας συμβόλαιο, καθώς το κύρος του συγκεκριμένου συμβολαίου δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, στην οποία κατάγεται προς διάγνωση αποκλειστικά και το κύρος των προαναφερόμενων συμβάσεων για τη μίσθωση του επίδικου ακινήτου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν συνεκδίκασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-2-2020 έφεση και τους από 14-5-2021 πρόσθετους λόγους του ενάγοντος εκμισθωτή κατά της πρωτόδικης 178/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που είχε ομοίως απορρίψει την αγωγή.
Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 138, 180 και 574 του ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκμισθωτή και της αναιρεσίβλητης "...
ΙΚΕ", ως μισθώτριας, σύμβασης μίσθωσης, και δη ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι τα μέρη δεν αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων στην καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης και ότι εν γνώσει τους η δήλωση βούλησης αυτών ήταν προσχηματική και όχι σπουδαία και σοβαρή, κρίνοντας αυτήν ως άκυρη σύμβαση μίσθωσης, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές: 1) ότι οι συμφωνηθέντες όροι είναι ασυνήθιστοι στις επαγγελματικές μισθώσεις, ήτοι:
α) η 12ετής διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης, β) η μη καταβολή εγγύησης για την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης μισθώτριας εταιρείας, γεγονός ασύνηθες σε μακροχρόνιες μισθώσεις, 2) η μη καταβολή εκ μέρους της υπόχρεης μισθώτριας οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για την οφειλόμενη αναλογία μισθωμάτων στον εκμισθωτή της χρονικής περιόδου από 12-9-2014 έως 17-1-2019 (από την έναρξη της μίσθωσης έως την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ήτοι επί 5ετία, 3) η μη ενάσκηση εκ μέρους του εκμισθωτή των δικαιωμάτων του δικαστικώς ή εξωδίκως προς καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων ή καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων επί μακρό χρονικό διάστημα, με σκοπό την επιδίωξη απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ώστε να έχει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της ιδανικής μερίδας του, ως συγκύριος αυτού, κατά την κρίση και το συμφέρον του και 4) η συμφωνία πληρωμής εκ μέρους της μισθώτριας προς τον μισθωτή του αναλογούντος φόρου επί των οφειλόμενων μισθωμάτων και του τέλους χαρτοσήμου, ώστε ο τελευταίος να προβεί στην καταβολή των σχετικών οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο και να τύχει της αντίστοιχης απαλλαγής ως υπόχρεος.
Είναι δε αβάσιμες, οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι: α) ενώ δέχεται ότι σκοπός της μίσθωσης ήταν η πρόκληση στους τρίτους της εντύπωσης ότι το επίδικο ακίνητο ήταν για μεγάλο διάστημα μισθωμένο, προς αποτροπή των δανειστών του Α.
Σ. ενάσκησης βάρος του των δικαιωμάτων τους, εν συνεχεία δέχεται ότι ο τελευταίος (Α. Σ.) δεν ήταν κύριος ή συγκύριος του ακινήτου, ότι η κακή οικονομική κατάστασή του αναγόταν στο έτος 2012, ήτοι προγενέστερο της μίσθωσης και, συνεπώς δεν υφίστατο κίνδυνος επιδίωξης ικανοποίησης εκ μέρους των δανειστών του δια της επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης επί του ακινήτου, ώστε να συντρέχει λόγος σύναψης μακροχρόνιας επαγγελματικής μίσθωσης, β) ότι σε περίπτωση ύπαρξης εικονικότητας της σύμβασης μίσθωσης θα είχε τεθεί όρος προκαταβολή των μισθωμάτων, προς αποτροπή του ενδεχόμενου επιβολής κατάσχεσης εις χείρας τρίτων εκ μέρους των δανειστών του Α.
Σ., γ) ότι η μακρά διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση άδειας λειτουργίας της πτηνοτροφικής επιχείρησης και δ) η παραδοχή, περί μη καταβολής εγγύησης, καίτοι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε, ενώ στο από 1-7-2019 συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης αναφέρεται η καταβολή ποσού εγγύησης ποσού 840 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενης σε κάθε αύξηση του μισθώματος και ο αποκλεισμός συμψηφισμού αυτής (εγγύησης) με άλλες οφειλές της μισθώτριας, αφού πρόκειται για πραγματικά επιχειρήματα, που κατά τα προεκτεθέντα συνέχονται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων, μη αποτελούντα παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, λόγω της μη ταύτισης των δικών του επιχειρημάτων με εκείνα της προσβαλλόμενης.
Επομένως, ο έκτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης [ο οποίος ερευνάται κατά προτεραιότητα, επιτρεπτά, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1916/2022, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1446/2018)], με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επίσης, η κρίση του Εφετείου ότι η ως άνω σύμβαση μίσθωσης είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, εφόσον δε, κατά την επίσης ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο για την κρίση του ως προς την εικονικότητα της σύμβασης μίσθωσης προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στην παραπάνω από 12-9-2014 σύμβαση μίσθωσης, χωρίς να προσφύγει, όπως ήταν υποχρεωμένο, στους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων, είναι απορριπτέος, αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, AΠ 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο:
α) έλαβε υπόψη του την ένσταση εικονικότητας, η οποία δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) έλαβε υπόψη του ως ενισχυτικό στοιχείο της εικονικότητας της ένδικης μίσθωσης τη μη καταβολή εγγύησης, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προεβλήθη. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την υπό στοιχείο α' αιτίαση, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, περί μη προβολής της ένστασης και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης, αλλά και ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεις, προσθήκη αντίκρουση, έφεση και πρόσθετοι λόγοι αυτής), προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά από τον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσον και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Όσον αφορά την υπό στοιχείο β' αιτίαση, ο λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης (του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 609/2013). Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 946/2015). Τα μη νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη, τέτοια δε είναι και εκείνα που προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν προσκομίσθηκαν μέσα στην προθεσμία "της προσθήκης και αντίκρουσης" προς απόκρουση οψίμου κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ ισχυρισμού που πρόβαλε ο αντίδικος με τις προτάσεις (ΑΠ 925/2020, ΑΠ 163/2014).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ` αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζήτησης διαδίκων (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018, ΑΠ 1450/2011), μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις και, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.
Έτσι, είναι απαράδεκτα τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις, που με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων προσκομίζονται από τους διαδίκους στο Εφετείο, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο ( ΑΠ 1421/2022, ΑΠ 623/2018, ΑΠ 414/2018).
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.
α' ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ...
όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ" και "Δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου". Από το συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 393 παρ.2 ΚΠολΔ και 138 ΑΚ προκύπτει ότι, η εικονικότητα της δικαιοπραξίας και η ύπαρξη άλλης ισχυρής που καλύπτεται υπ' αυτήν μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα από τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες, μη εφαρμοζομένης της από τη διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ προβλεπόμενης απαγόρευσης της εμμάρτυρης απόδειξης αυτής (εικονικότητας), ενόψει του ότι δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενό της που καθορίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού η απόδειξη της εικονικότητας δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας αλλά κατά του κύρους της περιεχομένης σ' αυτήν πράξης, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων ή παραγωγής διαφορετικών (αποτελεσμάτων) από τη φαινομένη δικαιοπραξία (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 321/2018, ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 1822/2012, ΑΠ 382/2009,ΑΠ 10/2007).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε μόνο επίκληση όχι και προσκομιδή. Η βεβαίωση, όμως, του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α έως γ της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Με τον τρίτο, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του: α) τη με αριθμό ...2019 ένορκη βεβαίωση του Γ. Σ. του Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Α. Σ.- Π., η οποία ελήφθη χωρίς προηγούμενη νομότυπη κλήτευσή του και β) τις ανωμοτί καταθέσεις του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "τις καταθέσεις τόσο του εκκαλούντος-ενάγοντος Α. Σ. όσο και του νομίμου εκπροσώπου (διαχειριστή) της εναγόμενης- εφεσίβλητης εταιρίας Κ.
Σ., που εξετάσθηκαν χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση, τις ομολογίες των διαδίκων μερών, όπως συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κατά το μέρος, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο μέρος, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα...είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 ΚΠολΔ, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα και χωρίς απόδειξη ..." σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, και, ως εκ τούτου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη ούτε συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση.
Σημειώνεται ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν από το ν. 4335/2015 αρχικά και από το ν. 4821/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο πρέπει να αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 541/2024, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον εν προκειμένω το αντικείμενο της απόδειξης δεν αφορά το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, δηλαδή τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως διατυπώθηκαν στη σύμβαση, αλλά στην απόδειξη της εικονικότητας της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, η οποία όπως προαναφέρθηκε μπορεί να αποδειχθεί δια των, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, επιτρεπόμενων αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο τρίτος από τον αριθμό 11 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 12-9-2014 σύμβαση εκμίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, την από 24-3-2018 ιδιόγραφη διαθήκη της Β.
Σ. δημοσιευθείσα με τα με αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος και την ...2011 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θηβών Α. Γ.- Κ., αποδεικτικά έγγραφα τα οποία δεν προσκομίστηκαν ούτε στον πρώτο βαθμό, αλλά ούτε και στον δεύτερο βαθμό εκδίκασης της υπόθεσης, Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα δεχόμενο ανελέγκτως ότι περιλαμβάνονται στα "νομίμως προσκομιζόμενα ...
από τους διαδίκους έγγραφα", ενώ όσον αφορά την αιτίαση της μη επίκλησης των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η παράλειψη της επικλήσεώς τους προβλήθηκε στο Εφετείο. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αφενός μεν, με δεδομένη την προσκομιδή των εγγράφων, η προβολή της μη επικλήσεώς τους ήταν δυνατή, αφετέρου δε δεν επρόκειτο για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθμό 11 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα τα οποία, όπως κατά λέξη αναφέρει, επικαλέσθηκε και προσκόμισε με την προσθήκη επί των προτάσεών του μετά τη συζήτηση της έφεσής του και των προσθέτων λόγων:
α) τη με αριθμό πρωτ. Α1/οικ. ...2010 απόφαση του Νομάρχη Δυτικής Αττικής από την οποία προκύπτει ότι η με αριθμό ...1994 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του πτηνοτροφείου είχε εκδοθεί στο όνομα του ιδίου (αναιρεσείοντα) και του Α. Σ., β) τα αντίγραφα δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 1990, 1991, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998, 1999, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008 209, 2010 και 2011 από τα οποία αποδεικνύεται ότι πέραν της ατομικής του επαγγελματικής δραστηριότητας ως φαρμακοποιός απασχολείτο περαιτέρω και παράλληλα με την πτηνοτροφική επιχείρηση και για τον λόγο αυτόν εμφανίζεται στις δηλώσεις αυτές με την πρόσθετη επαγγελματική ιδιότητα του πτηνοτρόφου, γ) την από 07.05.2018 αναλυτική αναφορά δεδομένων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ με βάση την οποία οι μεν οφειλές του ως πρωτοφειλέτη σε πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονταν στο ύψος των 235.631,02 ευρώ, οι δε οφειλές του ως εγγυητή, προς τον Α.
Σ. ανέρχονταν στο ύψος του 1.727.448,20 ευρώ, δ) την από 29-5-2018 βεβαίωση του Υποθηκοφυλακείου ..., από την οποία αποδεικνύεται και προκύπτει ότι για οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 500.000 ευρώ είχαν εγγράφει υπέρ των τραπεζικών ιδρυμάτων υποθήκες στην ακίνητη περιουσία τόσο του ιδίου (αναιρεσείοντα) όσο του αδερφού του, ε)τα πέντε (5) κατηγορητήρια της Εισαγγελίας Πλημ/κών Θηβών από τα οποία προκύπτει και αποδεικνύεται ότι για την κακή και σε βάρος του περιβάλλοντος λειτουργία του πτηνοτροφείου, είχαν απαγγελθεί τόσο στον ίδιο (αναιρεσείοντα), όσο και στον Α.
Σ. κατηγορίες για παράβαση της περιβαλλοντικής και υγειονομικής νομοθεσίας από την λειτουργία της πτηνοτροφικής επιχείρησης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, τα εν λόγω έγγραφα επικαλέσθηκε με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων, χωρίς ειδικότερη επίκληση ότι προσκομίζει αυτά προς αντίκρουση ισχυρισμών της εφεσίβλητης που προτάθηκαν το πρώτον ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επομένως, ο πέμπτος από τον αριθμό 11 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου προς άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2022 (αριθμ.καταθ....2022) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ.132/1-10-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ