Legislator Case Law & Legislation
213/2020 AI generated

213/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 213/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

213/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ.

Keywords

AI generated
bank deposit contract provisional cover pledge shortfall certificate bank guarantee claim event collection of signatures banking documents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 213/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Δ., 2) Ε. Π. του Π. και 3) Δ. Π. του Π., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ (ALPHA BANK)", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2893/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2092/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η από 29-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 589/23-7-2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2092/2018 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), καταβλήθηκε δε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 129/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ...091 e-παράβολο).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.-Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. Α' του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών, είτε και όλοι οι κατ' ιδία δικαιούχοι.

Η χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων ή στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και τρίτου αφ' ενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφ' ετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή.

Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και δύναται να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και, συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαία η παροχή προς αυτόν πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους, αφού ενεργεί στο δικό του όνομα και όχι ως αντιπρόσωπος των άλλων δικαιούχων (άρθρα 211 επ.

ΑΚ), η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης, έναντι του δέκτη της κατάθεσης, και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός, που προτείνει η τράπεζα, ανταπαίτησής της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της, προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, εφ' όσον και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς, σύμφωνα με το άρθρο 491 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. "Ακατάσχετες", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι απαιτήσεις οι οποίες, κατά εξαιρετικό και, επομένως, στενά ερμηνευτέο δίκαιο, εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις, δηλαδή, οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου Ν. 5638/1932 "κατάσχεσις της κατάθεσης επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη". Με τη διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη.

Δηλαδή, πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού εκείνος ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση, μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου, κατά κάποιου των καταθετών, δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαίτησής του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαίρεται όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ' ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη, που διαφεύγει την κατάσχεση, -συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό συζήτηση διάταξη, ακατάσχετο-, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη.

Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής.

Έτσι, καθ' όσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο εκ μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους, ως προς το ποσό που συμψηφίσθηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης (ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 1812/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην παρούσα περίπτωση, με την από 11-1-2012 αγωγή τους, όπως νόμιμα (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό της επισκοπείται, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες εκθέτουν, πλην άλλων, ότι τηρούσαν στο υποκατάστημα ... της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης τράπεζας, τους αναφερόμενους δέκα πέντε (15) κοινούς λογαριασμούς, οι οποίοι στις 14-5-2010 εμφάνιζαν συνολικό ποσό κατάθεσης 495.081,95 ευρώ.

Ότι οι κοινοί αυτοί λογαριασμοί ανοίχθηκαν κατ' εντολή τους από τη μη διάδικο Π. Π., σύζυγο του πρώτου, μητέρα της δεύτερης και του τρίτου και γιαγιά της τέταρτης, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπός τους και τυπικά εμφανιζόταν ως συνδικαιούχος αυτών, αφού τα χρηματικά ποσά που κατέθετε στους λογαριασμούς προέρχονταν από χρήματα που ανήκαν αποκλειστικά στους ίδιους.

Ότι η εναγόμενη στις 17-5-2010 με έγγραφη δήλωσή της συμψήφισε το ως άνω συνολικό ποσό των καταθέσεων με το ισόποσο τμήμα ληξιπρόθεσμης υπέρτερης χρηματικής ανταπαίτησής της, που είχε κατά της συνδικαιούχου Π. Π., προερχόμενη από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής (εναγόμενης ) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΧ ΡRODUCTIONS ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", την εξόφληση της οποίας, μέχρι του ποσού των 1.300.000 ευρώ, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης η ως άνω συνδικαιούχος (Π.

Π.), ισχυριζόμενη ότι προέβη στο συμψηφισμό κατ' ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός της. Ότι ο γενόμενος συμψηφισμός, στον οποίο προέβη η εναγόμενη, είναι άκυρος, αφενός διότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της σχετική δήλωση συμψηφισμού προς αυτούς (ενάγοντες) και αφετέρου διότι κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, σύμφωνα με το οποίο οι τραπεζικοί λογαριασμοί, σε περίπτωση κατασχέσεως, τεκμαίρεται αμάχητα έναντι των κατασχόντων, ότι ανήκουν στους συνδικαιούχους κατ' ίσα μέρη, δεν επέβαλε την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου, που τεκμαίρεται ότι ανήκει στην Π.

Π., αλλά, αντίθετα, συμψήφισε δια κατασχέσεως το σύνολο των καταθέσεων, δηλαδή και το μέρος αυτών, που αμάχητα τεκμαίρεται ότι ανήκει στους ίδιους, οι οποίοι δεν είναι οφειλέτες της. Ότι η ενέργεια της εναγόμενης, η οποία αρνείται να τους αποδώσει την αναλογία τους επί του ποσού των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, είναι αντισυμβατική, καθώς επίσης παράνομη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, διότι με σκοπό να τους προκαλέσει ζημία προέβη αυθαίρετα σε συμψηφισμό του συνολικού ποσού των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών χωρίς να τους ενημερώσει προσηκόντως και να προβεί σε σχετική δήλωση (συμψηφισμού) προς αυτούς και, περαιτέρω, διότι αφενός γνώριζε ότι η φερόμενη ως συνδικαιούχος Π.

Π. δεν είχε ουσιαστικό δικαίωμα στις καταθέσεις των κοινών λογαριασμών, αλλά η συμμετοχή της σ' αυτούς ήταν τυπική και αφετέρου ότι με βάση το Ν. 5638/1932 δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να συμψηφίσει το τμήμα εκείνο των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, το οποίο τεκμαίρεται αμάχητα ότι τους ανήκε και, τέλος, ότι από την προεκτεθείσα συμπεριφορά της εναγόμενης προσεβλήθη παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας, επικαλούμενοι ως λόγους ακυρότητας, μεταξύ των άλλων, ότι δεν προηγήθηκε εκ μέρους της τελευταίας δήλωση συμψηφισμού προς αυτούς (ενάγοντες) και ότι η απαίτησή τους κατ' αυτής (εναγόμενης) ήταν ακατάσχετη, επομένως και ανεπίδεκτη συμψηφισμού, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, αντίστοιχο με το αναλογούν μερίδιο από το ποσό εκάστου κοινού λογαριασμού, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεως, άλλως από την τελευταία τοκοφορία των λογαριασμών μέχρι την επίδοση της αγωγής και εντεύθεν μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς την πρώτη κύρια βάση της, την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, δεν είναι νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, το τεκμήριο του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932 ότι η κατάθεση κοινού τραπεζικού λογαριασμού ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τράπεζας ως τρίτης, κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ, και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, την οποία έχει κατά του ενός των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς, ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρο ενοχής και, συνεπώς, στην ερευνώμενη περίπτωση, ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εναγόμενη τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά της συνδικαιούχου (Π.

Π.) των επίδικων τραπεζικών κοινών λογαριασμών, επέφερε απόσβεση της απαίτησης των υπόλοιπων συνδικαιούχων κατ' αυτής (εναγόμενης) ως προς το συμψηφισθέν ποσό, έστω και αν αυτό κάλυπτε το σύνολο των καταθέσεων αυτών (κοινών λογαριασμών) και, επομένως, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από την εναγόμενη τράπεζα την απόδοση του τμήματος των καταθέσεων των λογαριασμών, που αναλογούσε στους ίδιους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ.2893/2015 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας ερειδόμενο επί των ανωτέρω λόγων, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τα λοιπά και, στη συνέχεια, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επί της ασκηθείσης κατά της παραπάνω απόφασης έφεσηςαπό τους ηττηθέντες ενάγοντες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το αίτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της περί συμψηφισμού δηλώσεως της εναγόμενης τράπεζας ερειδόμενο επί των ανωτέρω λόγων, καθώς και ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση της πρώτης κύριας βάσης της στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης, στη συνέχεια, και με το σκεπτικό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δυνάμενο να εξετάσει οίκοθεν το νόμω βάσιμο, ορισμένο ή παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει όταν ο ενάγων εκκαλεί την πρωτόδικη απόφαση παραπονούμενος για την κατ' ουσίαν απόρριψή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το σκέλος εκείνο, που έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς την πρώτη κύρια βάσης της (κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση αυτής στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης) και, στη συνέχεια, την απέρριψε ως μη νόμιμη, ακολούθως δε, αφού έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς τη δεύτερη κύρια βάσης της, κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στη συνέχεια, την απέρριψε κατά το σκέλος αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος εκείνο, που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ως προς την επιχειρούμενη θεμελίωση της πρώτης κύριας βάσης της στις διατάξεις περί ανωμάλου παρακαταθήκης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παρατεθείσες στην προηγούμενη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 5638/1932, 451 και 491 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.

3.-Με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφ' όσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη, απευθυντέα προς το άλλο, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.

Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερόμενον μερών.

Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέριος τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλόμενου προς τον άλλον.

Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής (ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστώ και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης , κατ' ορθή ενιαία εκτίμηση, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 του Ν. 5638/1932, 174, 361, 451 και 491 ΑΚ), με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράλειψη κήρυξης της εκ του άρθρου 174 ΑΚ ακυρότητας) και του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νομίμου βάσεως).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα: "Δυνάμει σχετικών συμβάσεων που καταρτίστηκαν στην ..., συστήθηκαν συμβατικά, μεταξύ της εναγόμενης τράπεζας αφενός και των εναγόντων και της μη διαδίκου Π.

Π. αφετέρου, συζύγου του πρώτου ενάγοντος, μητέρα των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων και γιαγιάς της τέταρτης ενάγουσας, χρηματικές καταθέσεις από αυτούς προς εκείνη (εναγόμενη) σε δέκα πέντε (15) κοινούς λογαριασμούς, από τους οποίους οι τέσσερις (4) ήταν επενδυτικοί - προθεσμιακοί και οι λοιποί έντεκα (11) ταμιευτηρίου, υπό τον συμφωνηθέντα όρο ότι από τους λογαριασμούς αυτούς μπορούσε να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί και όλοι ξεχωριστά οι καταθέτες.

Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναφέρονται οι ημερομηνίες και οι αριθμοί των κοινών, κατά την έννοια του Ν.5638/1932, τραπεζικών λογαριασμών, που ανοίχθηκαν και τα ποσά των χρηματικών καταθέσεων εκάστου, γίνονται δεκτά τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της με αριθμ. 1080157/7-9-2006 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των από 7-9-2006, 8- 7-2008, 8-7- 2008, 8-7-2008, 8-7-2008, 3-11-2008 και 7-10-2009 πρόσθετων αυτής πράξεων, που καταρτίσθηκαν στην ...

μεταξύ της εναγόμενης αφενός και της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΧ PRODUCTIONS ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΑΧ PRODUCTIONS", η πρώτη χορήγησε στην τελευταία, πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού του 1.300.000 ευρώ, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτές.

Την εκπλήρωση των όρων της κύριας σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων που αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα με την πρώτη, καθώς και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη πληρωμή κάθε χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών που ανοίχθηκαν από την πιστοδότρια τράπεζα (εναγόμενη) για την εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας στην πιστούχο πίστωσης, εγγυήθηκε μεταξύ άλλων και η Π.

Π., συνδικαιούχος των επίμαχων κοινών λογαριασμών, με την από 7-10-2009 σύμβαση εγγύησης που κατάρτισε με την εναγόμενη, αφού προηγουμένως έλαβε γνώση του περιεχομένου της κύριας σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων καθώς και της κίνησης των λογαριασμών, ευθυνόμενη εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενη από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως καθώς και από όλα τα δικαιώματα, ενστάσεις ή ευεργετήματα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 852, 853, 855, 858, 862-864 και 866-868 του ΑΚ.

Στις 14-5-2010 και λόγω του ότι η πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της σύμβασης πίστωσης, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση, έκλεισε τους λογαριασμούς που την εξυπηρετούσαν, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου κατάλοιπο συνολικού ποσού 865.136,86 ευρώ και με την από 22-6-2010 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε την 1η-7-2010 μεταξύ άλλων και στην εγγυήτρια Π.

Π., της γνωστοποίησε τα ανωτέρω και την κάλεσε να προβεί σε άμεση εξόφληση της οφειλής της. Ενόψει της διαμορφωθείσας ως άνω κατάστασης , η πιστοδότρια εναγόμενη, πέτυχε στη συνέχεια την έκδοση της με αριθμ. 29339/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε και η Π.

Π. να της καταβάλει, σε ολόκληρο με τους λοιπούς συνοφειλέτες, το συνολικό ποσό των 865.136,86 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ακριβές δε αντίγραφο από απόγραφο πρώτο εκτελεστό της ως άνω διαταγής πληρωμής με την κάτω από αυτό από 24-12-2010 επιταγή προς πληρωμή, η εναγόμενη κοινοποίησε στην Π. Π. στις 29-12-2010. Παράλληλα η εναγόμενη, η οποία κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα διατηρούσε απαίτηση σε βάρος της Π.

Π. συνολικού ποσού 865.136,86 ευρώ, στις 14-5-2010 χρέωσε τους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς στους οποίους η τελευταία ήταν συνδικαιούχος, με τα αντίστοιχα πιστωτικά υπόλοιπα των χρηματικών καταθέσεων, συμψηφίζοντας αυτά με το ισόποσο τμήμα της υπέρτερης ανταπαίτησής της". Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναφέρονται οι αριθμοί των κοινών τραπεζικών λογαριασμών και τα αντίστοιχα πιστωτικά υπόλοιπα των χρηματικών καταθέσεων, γίνονται δεκτά τα εξής: "Δηλαδή η εναγόμενη, προς μερική ικανοποίηση της ανταπαίτησης που διατηρούσε σε βάρος της συνδικαιούχου των κοινών λογαριασμών και οφειλέτριάς της Π.

Π. συνολικού ποσού 865.136,86 ευρώ, συμψήφισε το σύνολο των καταθέσεων των δέκα πέντε (15) κοινών λογαριασμών συνολικού ποσού 495.081,95 ευρώ, με το ισόποσο τμήμα της ως άνω υπέρτερης ανταπαίτησής της, μετά δε τον γενόμενο συμψηφισμό, οι επίμαχοι κοινοί λογαριασμοί παρουσίασαν μηδενικό υπόλοιπο. Δήλωσε δε η εναγόμενη με την από 17-5-2010 επιστολή της προς την Π.

Π., η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία αυθημερόν, ότι προέβη στον συμψηφισμό αυτό, για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Έτσι, μετά τον γενόμενο συμψηφισμό, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε ενεργεί αντικειμενικά (άρθρο 491 του ΑΚ), αποσβέστηκαν οι απορρέουσες από τους δέκα πέντε (15) κοινούς λογαριασμούς απαιτήσεις των εναγόντων έναντι της εναγόμενης.

Σημειωτέον δε ότι η εναγόμενη, προέβη στον προαναφερόμενο συμψηφισμό, κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματός της, κατ' άρθρο 361 του ΑΚ και συγκεκριμένα δυνάμει του συνομολογηθέντος από την Π. Π., με αριθμ. 3 όρου που περιέχεται στις συμβάσεις κατάθεσης και καλύπτεται με την υπογραφή της, σύμφωνα με τον οποίο "Ο Πελάτης εξουσιοδοτεί ανεκκλήτως την Τράπεζα όπως, κάθε κατ' αυτού ή οποιουδήποτε δικαιούχου της κατάθεσης απαίτηση από οποιαδήποτε και αν προέρχεται αιτία, είτε παρούσα, είτε μελλοντική, ή ακόμα και μη ληξιπρόθεσμη, να τη χρεώνει στο λογαριασμό του ή να τη συμψηφίζει με κάθε υπόλοιπο της καταθέσεώς του και τους δεδουλευμένους τόκους".

Ο ως άνω "δηλωτικός όρος", εξαιρείται ως τέτοιος από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας, που προβλέπουν οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή, καθότι αποτελεί προβλεπόμενο από το νόμο (άρθρ. 440 επ. του ΑΚ) δικαίωμα της εναγόμενης, δεν ασκεί δε έννομη επιρροή ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι εκείνοι δεν τον συνυπέγραψαν, αφού για την διενέργεια του επίμαχου συμβατικού συμψηφισμού αρκούσε η συνομολόγησή του από την Π.

Π., συνδικαιούχο των κοινών λογαριασμών και οφειλέτρια (από την προεκτεθείσα σύμβαση εγγύησης) της εναγόμενης...". Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου απόφασης, ότι ο περιλαμβανόμενος στις συμβάσεις κατάθεσης συμβατικός όρος, με τον οποίο παρεχόταν στην εναγόμενη τράπεζα δικαίωμα συμψηφισμού για ανταπαίτησή της κατά της παραπάνω συνδικαιούχου των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών και μάλιστα υπέρτερη του ποσού αυτών, είναι έγκυρος, ο δε εκ μέρους αυτής (εναγόμενης) γενόμενος συμψηφισμός επέφερε απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους υπόλοιπους δικαιούχους αναιρεσείοντες για το άνω ποσό που συμψηφίσθηκε και αφορά το σύνολο των καταθέσεων έναντι της εναγόμενης τράπεζας, καθώς επίσης, ότι για τη δήλωση του συμβατικού συμψηφισμού αρκούσε η συνομολόγησή του από την Π.

Π., συνδικαιούχο των κοινών λογαριασμών και, τέλος, ότι ο εν λόγω συμβατικός όρος, ως προβλεπόμενος από το νόμο (άρθρα 440 επ. ΑΚ), εξαιρείται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας, που προβλέπουν οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή. Υπό τις παραδοχές αυτές και, σύμφωνα προς τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 5638/1932, 174, 361, 451 και 491 ΑΚ και δεν εφάρμοσε αυτές του 2251/1994, τις οποίες σε κάθε περίπτωση, ως μη συμβληθέντες (οι αναιρεσείοντες) στην επίμαχη σύμβαση, δεν ενομιμοποιούντο να επικαλεσθούν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω δήθεν, ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ'αυτήν (απόφαση), με πληρότητα και σαφήνεια, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες και εφήρμοσε.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης , ως προς το τμήμα τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, ως προς το τμήμα του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράλειψη κήρυξης της εκ του άρθρου 174 ΑΚ ακυρότητας), συμφώνως προς τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος.

4.-Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά (αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης αναιρεσίβλητης) τα ακόλουθα:" Οι ενάγοντες, προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης, ισχυρίζονται ότι η τελευταία, δια των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων, γνώριζε ότι τα ποσά των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών δεν ανήκαν στην Π.

Π., η οποία κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων καταθέσεων ενεργούσε ως εντολοδόχος και κοινός (έμμεσος) αντιπρόσωπός τους, αλλά μόνο στους ίδιους ισομερώς και συνεπώς η ενέργειά της να συμψηφίσει ("χρεώσει") τα ποσά των καταθέσεων, τουλάχιστον κατά το μέρος αυτών που αναλογούσε στους ίδιους και δη, κατά το ποσό των 141.594,28 ευρώ που αναλογεί στον πρώτο ενάγοντα, κατά το ποσό των 134.417,71 ευρώ που αναλογεί στην δεύτερη ενάγουσα, κατά το ποσό των 64.744,76 ευρώ που αναλογεί στον τρίτο ενάγοντα και κατά το ποσό των 729,91 ευρώ που αναλογεί στην τέταρτη ενάγουσα, των οποίων αιτούνται την καταψήφιση, είναι παράνομη και καταχρηστική, ως αντικείμενη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη.

Ο ως άνω ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος, καθότι οι ενάγοντες, οι οποίοι φέρουν το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν τον απέδειξαν. Μόνη δε η προς τούτο ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Π. Π. στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, η οποία όλως αορίστως ισχυρίσθηκε ότι κατά καιρούς ανέφερε σε διάφορα διευθυντικά στελέχη του υποκαταστήματος ...

της εναγόμενης ότι τα ποσά των καταθέσεων ανήκαν στους ενάγοντες συγγενείς της, δεν αρκεί για το σχηματισμό αντίθετης δικανικής κρίσης καθότι δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Συνακόλουθα, η ενέργεια της εναγόμενης η οποία προέβη σε συμψηφισμό, κατόπιν σχετικής δήλωσής της προς την οφειλέτριά της Π.

Π. και συνδικαιούχο των κοινών λογαριασμών, της απαίτησης που είχε η τελευταία σε βάρος της (εναγόμενης) από τις καταθέσεις στους κοινούς λογαριασμούς, με την υπέρτερη ανταπαίτηση που είχε εκείνη (εναγόμενη) σε βάρος της ως άνω συνδικαιούχου, έστω και εάν η ανταπαίτηση αυτή ήταν, κατά τα συμβατικώς συμφωνηθέντα, ληξιπρόθεσμη ή μη, έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση (συμβατικού) δικαιώματός της που απορρέει από τον προαναφερόμενο συνομολογηθέντα με αριθμ. 3 όρο των συμβάσεων κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν υπερβαίνει δε τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.

Τούτο δε άλλωστε διότι, δεν αντέχει στη λογική να απαιτείται από την εναγόμενη η μη επιδίωξη της ικανοποίησης της ανταπαίτησής της με συμψηφισμό των ποσών των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών των εναγόντων, των οποίων συνδικαιούχος, κατά την έννοια του Ν. 5368/1932, είναι έναντι αυτής (εναγόμενης), η οφειλέτριά της Π.

Π., η άσκηση δε του συμβατικού αυτού δικαιώματός της, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την Π. Π. συναλλακτικές της δυνατότητες (εναγόμενης) και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν καταφάσκεται αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης σε βάρος των εναγόντων, δεν ενεργοποιείται και η αντικειμενική ευθύνη της εναγόμενης κατ' άρθρο 922 του ΑΚ και ως εκ τούτου, η ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί (ως αβάσιμη κατ' ουσίαν σε σχέση με την σωρρευόμενη αυτής κύρια βάση που επιστηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις).

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν με τις ως άνω παρατεθείσες (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσής τους κρίνονται απορριπτέα Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η υπό της αναιρεσίβλητης προταθείσα ανωτέρω δήλωση συμψηφισμού είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω δήθεν, ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ την οποία και εφήρμοσε.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατική αιτιολογία του νομικού της συλλογισμού, όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 5638/1932, δέχθηκε ότι "ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη" καθώς και ότι" το αμάχητο τεκμήριο δεν καταλαμβάνει και την πρόταση συμψηφισμού από την ίδια την τράπεζα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός αφού οι αιτιολογίες αυτές αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης.

5.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 589/23-7-2018) αίτηση των Π. Π. του Δ., Ε. Π. του Π. και Δ. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2092/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 11 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και νυν Αντιπρόεδρος Του Αρείου Πάγου.