213/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated213/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Full text
Απόφαση 213 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 213/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Σ. και 2) Ζ. συζ. Β. Κ., το γένος Ι. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Λαδά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας θερμικών λεωφορείων με την επωνυμία "…", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "... Γ. Σ. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος και η 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κυριακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος με τις από 8-10-2015 προτάσεις του δήλωσε ότι η ως άνω εταιρεία μετονομάστηκε σε "..." (...), αφού προηγουμένως συγχωνεύθηκε με την εταιρεία "...", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4046/2009, 1262/2010 μη οριστικές και 3599/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4249/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 2-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή τμήματος του πρώτου λόγου αναίρεσης καθώς και του δευτέρου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-1-2015 κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4249/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) απέρριψε την από 10-5-2012 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3599/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο με την εν λόγω απόφαση απέρριψε την από 8-12-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1363/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη στο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων: "...Στο χρονικό διάστημα της αποβίβασης - επιβίβασης επιβατών στο λεωφορείο και στο χρόνο που ο οδηγός πρόσεχε στις πόρτες την επιβίβαση, ο Σ.
Κ., γιος των εναγόντων, ηλικίας 37 ετών, άγαμος, οδηγούσε την με αρ. κυκλ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα στην ίδια οδό με κατεύθυνση προς το Λιμάνι του Πειραιά, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγήσεως μοτοσικλέτας, προσέγγισε το σταματημένο λεωφορείο, δεν διέκοψε όμως την πορεία του πίσω από το λεωφορείο, συνέχισε αυτήν στο κενό που υπήρχε μεταξύ του λεωφορείου και των σταθμευμένων οχημάτων στο αριστερό άκρο της οδού, κατά την πορεία των οχημάτων προς το λιμάνι, ώστε να κάνει προσπέρασμα του λεωφορείου, κινήθηκε παράλληλα με το λεωφορείο, αριστερά αυτού και κατά το μήκος του στο κενό που απέμενε από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας μεταξύ των σταθμευμένων στο αριστερό άκρο οχημάτων και του λεωφορείου, προσπέρασε το λεωφορείο κατά το χρόνο που αυτό ήταν ακόμη ακινητοποιημένο προσωρινά στη στάση, επανήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και μετά από απόσταση περίπου 70 μέτρων από τη στάση του λεωφορείου προσέκρουσε στο σταθμευμένο στο άκρο δεξιό άκρο της οδού...
Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία εκτιμώμενα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προκύπτει ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, οδηγώντας χωρίς άδεια ικανότητας οδηγήσεως μοτοσικλέτας έβαινε με αυξημένη ταχύτητα. λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών που επικρατούσαν, και ειδικά της δυνατής βροχής, της υγρής κατάστασης της οδού και της κατωφέρειας της οδού, πλησιάζοντας το λεωφορείο και βλέποντας μπροστά του ότι αυτό σταμάτησε στη στάση για αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών προσπάθησε να το προσπεράσει από αριστερά στον κενό χώρο της αριστερής λωρίδας που απέμενε μεταξύ του λεωφορείου και των σταθμευμένων οχημάτων στο αριστερό άκρο της οδού, κατά το προσπέρασμα αυτό δεν μείωσε παντελώς την ταχύτητά του, κινήθηκε αν όχι με μεγαλύτερη πάντως με την ίδια αυξημένη ταχύτητα για να προσπεράσει το λεωφορείο, εν γνώσει του ότι αυτό θα ξεκινήσει κάποια στιγμή και πάλι, προσπέρασε το λεωφορείο, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα, επανέφερε τη μοτοσικλέτα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού και τότε, προσπαθώντας προφανώς να τροχοπεδήσει λόγω της κατωφέρειας, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας λόγω της απειρίας του, της αυξημένης ταχύτητας που διατηρούσε και των επικίνδυνων συνθηκών κυκλοφορίας που επικρατούσαν και ειδικά το ιδιαίτερα ολισθηρό οδόστρωμα λόγω της συνεχιζόμενης βροχής και της κατωφέρειας της οδού, προσέκρουσε λόγω της απώλειας του ελέγχου με δυνατό θόρυβο στο πρώτο παραπάνω επιβατηγό αυτοκίνητο, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε, προκαλώντας αποξέσεις δύο μέτρων στο οδόστρωμα, επακολούθησε δεύτερη πρόσκρουση της μοτοσικλέτας στο φορτηγό όχημα, απέναντι από την πολυκατοικία με τον ...
της οδού και σε απόσταση περί τα 70 μέτρα από τη στάση των λεωφορείων και εν τέλει ο βαρύτατος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας. Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των παραπάνω συνεπειών αυτού είναι ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσικλέτας καθόσον - οδηγούσε με αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, αφού οδηγούσε τη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσικλέτας, έβαινε με αυξημένη ταχύτητα λαμβανομένων υπόψη όλων των παραπάνω περιστάσεων, προσπάθησε να προσπεράσει το λεωφορείο με την αυξημένη ταχύτητα που είχε, συνέχισε την πορεία του με την ίδια αυξημένη ταχύτητα ενώ έπρεπε μετά το προσπέρασμα να μειώσει σταδιακά ταχύτητα λαμβάνοντας υπόψη του το ολισθηρό του οδοστρώματος, τη δυνατή βροχή και την κατωφέρεια της οδού...".
Στην προκειμένη περίπτωση με τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό, από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, υιού των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, στην πρόκληση του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος δεν έλαβε υπόψη του το υπ’ αριθμ. .../24-2-2012 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών του Τμήματος - Τομέα Χορήγησης αδειών οδήγησης του ΥΠΕΧΩΔΕ, που παραδεκτώς κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στην κατ’ έφεση δίκη και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Σ.
Κ., υιός των αναιρεσειόντων, προκειμένου να λάβει άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας πέτυχε την 21-3-1995 στις γραπτές εξετάσεις και την ίδια ημερομηνία στην πρακτική εξέταση (πορεία). Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, νομίμως, οι διάδικοι, δεν καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω, υπ’ αριθμ. .../24-2-2012 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, το οποίο ήταν κρίσιμο για την οδηγική ικανότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και την εντεύθεν αποκλειστική υπαιτιότητα ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, διότι οδηγούσε την μοτοσυκλέτα χωρίς να έχει την άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας.
Επομένως ο πρώτος λόγος κατά το τμήμα που προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσία. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε, εκ πλαγίου, τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν καλύπτουν χωρίς λογικά κενά ούτε με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η διαγνωσθείσα αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα: ενώ δέχεται το Εφετείο ότι στην δεξιά πλευρά αλλά και την αριστερή πλευρά της οδού ... στον Πειραιά ήταν σταθμευμένα οχήματα, ότι ο οδηγός του λεωφορείου κατά την προσωρινή του στάση παρέμεινε στο μέσο της ανωτέρω οδού, καταλαμβάνοντας και μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και ότι ο θανατωθείς οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας κατά το προσπέρασμά του από τα αριστερά στον κενό χώρο της αριστερής λωρίδας που απέμεινε μεταξύ του λεωφορείου και των σταθμευμένων οχημάτων στο αριστερό άκρο της οδού, δεν μείωσε παντελώς την ταχύτητά του, κινήθηκε αν όχι με μεγαλύτερη, πάντως με την ίδια αυξημένη ταχύτητα για να προσπεράσει το λεωφορείο δεν προσδιορίζει:
α) το πλάτος του οδοστρώματος μεταξύ των σταθμευμένων στην αριστερή πλευρά οχημάτων και του ακινητοποιημένου στη στάση λεωφορείου, β) την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας κατά τον χρόνο του ατυχήματος και ειδικότερα κατά τον χρόνο πριν και μετά το προσπέρασμα από αριστερά του λεωφορείου και γ) δεν αναφέρει το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος.
Επομένως τα όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα, παρελκούσης, μετά ταύτα, των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4249/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ