Legislator Case Law & Legislation
213/2015 AI generated

213/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 213/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5106/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

213/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ρυθμίσεις της παραπάνω υπουργικής απόφασης, ως προς την αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, εφαρμόζονται εφόσον δεν υπάρχουν για την συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών ειδικές ρυθμίσεις, ευνοϊκότερες των παραπάνω δημοσίας τάξεως ρυθμίσεων της υπουργικής απόφασης, οι οποίες, ειδικές ρυθμίσεις έχουν θεσπισθεί είτε με ατομική σύμβαση (361 ΑΚ), είτε με νόμο, ή Σ.Σ.Ε ή Δ.Α., κλπ.

Keywords

AI generated
unpaid work capacity to work reintegration into employment work subject to authorization recognition of the occupational origin employment status qualification
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Κ.-Γ. Τ. Ε.Π.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την μοναδική εκκαθαρίστρια Α. Τ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σάββα Ταταρόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5106/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την 21091/1946 Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας "εις το εκτός έδρας αποστελλόμενον προσκαίρως δι' εργασίαν προσωπικόν.......καταβάλλεται πλην των οδοιπορικών εξόδων και πρόσθετος αποζημίωσις, δι' εκάστην εκτός έδρας διανυκτέρευσιν, ίση προς το εκάστοτε νόμιμο ημερομίσθιο ή προς το 1/25 του εκάστοτε νομίμου μηνιαίου μισθού προκειμένου περί μισθωτών αμειβομένων επί μηνιαίω μισθώ".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Ως έδρα εργασίας ή έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο αυτός κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της συμβάσεως (αρχικής ή μεταγενέστερης) ή ύστερα από μετάθεσή του σ' αυτόν, β) Η έδρα εργασίας του μισθωτού (επαγγελματική κατοικία) δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με την έδρα της επιχείρησης, αλλά ως τόπος παροχής της εργασίας μπορούν να συμφωνηθούν διάφοροι τόποι, ή όλη η επικράτεια, αν αυτό επιβάλλεται από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας.

Οι ρυθμίσεις της παραπάνω υπουργικής απόφασης, ως προς την αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, εφαρμόζονται εφόσον δεν υπάρχουν για την συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών ειδικές ρυθμίσεις, ευνοϊκότερες των παραπάνω δημοσίας τάξεως ρυθμίσεων της υπουργικής απόφασης, οι οποίες, ειδικές ρυθμίσεις έχουν θεσπισθεί είτε με ατομική σύμβαση (361 ΑΚ), είτε με νόμο, ή Σ.Σ.Ε ή Δ.Α., κλπ.

Τέτοιες ΣΣΕ που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις είναι και εκείνες, που συνήφθησαν μετά το 1991 και αφορούν τους εργατοτεχνίτες και υπαλλήλους μετάλλων όλων των Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων κλπ. όλης της χώρας. Συγκεκριμένα, με ειδικό όρο των εν λόγω ΣΣΕ προβλέπεται ότι σε περίπτωση που η εργασία εκτελείται εκτός της έδρας της επιχείρησης και δεν γίνεται επαναφορά του εργαζομένου αυθημερόν στον τόπο διαμονής του, η επιχείρηση υποχρεούται, με δικά της έξοδα, να εξασφαλίσει σε αυτόν κατάλληλο οίκημα διαμονής και το ημερομίσθιο καταβάλλεται διπλό (προσαύξηση 100%).

Η ρύθμιση αυτή, για τους υπαγόμενους στις ΣΣΕ είναι ευνοϊκότερη όσον αφορά την οφειλόμενη αποζημίωση σε εκείνους που εργάζονται εκτός έδρας και δεν επανέρχονται αυθημερόν στον τόπο διαμονής τους. Αντιθέτως, με τις τελευταίες πιο πάνω ΣΣΕ δεν διαφοροποιείται η έννοια του όρου της "εκτός έδρας εργασίας", από εκείνη που αποδίδεται στην αναφερόμενη στην αρχή Υ.Α, όπως ερμηνευτικά έχει καθιερωθεί από τη θεωρία και νομολογία, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν υπό στοιχεία α' και β'.

Περαιτέρω, η προϋπηρεσία του εργαζομένου σε προηγούμενους εργοδότες αποδεικνύεται με πιστοποιητικά των εργοδοτών αυτών, ο οποίοι υποχρεούνται στη χορήγησή τους, εφόσον τους ζητηθούν με αίτηση του εργαζομένου, καθώς και με κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο. Δεν αρκεί όμως η απλή προς το νέο εργοδότη ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας, αλλά απαιτείται και η κατάθεση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, από της ημερομηνίας δε αυτής αρχίζει οπωσδήποτε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή των αυξημένων αποδοχών.

Ο τρόπος αυτός απόδειξης της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως αυτής από τον εργοδότη και δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσεως με άλλο ασφαλή τρόπο. Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος τρόπος αποδείξεως δεν έχει πεδίο εφαρμογής, όταν η γνώση της προϋπηρεσίας ομολογείται από τον εργοδότη ενώπιον του Δικαστηρίου (ΑΠ 1945/2006).

Τέλος: 1) κατά την έννοια του άρθρου. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. 2) κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην προκειμένη υπόθεση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι: α) Ο ενάγων-αναιρείων, με την από 1-4-2011 και αρ. κατ. 4571/2011 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς εξέθετε ότι την 1.10.1994 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, που διατηρεί επιχείρηση κατασκευής μεταλλουργικών και χαλύβδινων κατασκευών και εγκαταστάσεων στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής, δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή Α' Τάξης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή), επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους εργατοτεχνίτες και υπαλλήλους Μετάλλου όλων των μεταλλουργικών επιχειρήσεων.

Ότι κατά την πρόσληψη" του, γνωστοποίησε στην εναγομένη την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος) και την προϋπηρεσία του στον κλάδο (20 έτη). Ότι, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, προσέφερε αυτός την εργασία του στην εναγομένη ανελλιπώς, υπό τις συνθήκες και το ωράριο που αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή, μέχρι την 22.2.2011, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης.

Ότι, κατά τα χρονικά διαστήματα από 4.1.2010 έως 20.12.2010 και από 1.1.2011 έως 31.1.2011, παρείχε την εργασία του εκτός της έδρας της επιχείρησης της εναγομένης, στη νήσο Σάμο, όπου διανυκτέρευε αυτός σε ξενοδοχείο της περιοχής, με έξοδα της εναγομένης. Με βάση αυτό το ιστορικό, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 77.739,19 ευρώ, που αντιστοιχεί σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 22.2.2011, διαφορές επιδόματος εορτής Πάσχα ετών 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, διαφορές επιδόματος εορτής Χριστουγέννων ετών 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας ετών 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας από υπαιτιότητα του εργοδότη κατά το έτος 2010, αποζημίωση λόγω παροχής εκτός έδρας εργασία, υπολογιζομένη στο 100% του ημερομισθίου του, με βάση την ως άνω ΣΣΕ καθώς και αποζημίωση, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω παροχής εργασίας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή Σάββατα και αποζημίωση απόλυσης λόγω αποχώρησής του από την εργασία του, μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στην εναγομένη και των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 5106/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο: 1) δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται την αποζημίωση για την εκτός έδρα εργασίας του υπό τους όρους της ΣΣΕ και 2) απέρριψε την προσαύξηση των αποδοχών, από την προϋπηρεσία του σε άλλο εργοδότη, δεχθέν ότι ο ενάγων δεν γνωστοποίησε αυτήν (προϋπηρεσία) στην αναιρεσίβλητη εργοδότιδά του.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη και με τις προτάσεις του, αντέφεση ο αναιρεσείων, όσον αφορά τις απορριπτικές της διατάξεις. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, όσον αφορά τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα (αποζημίωση εκτός έδρας και προϋπηρεσία) τα ακόλουθα: " Η εναγομένη είναι εταιρεία που μεταξύ των άλλων σκοπό έχει την ανάληψη, μελέτη και κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών έργων ιδιωτικών και δημοσίων.

Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-10-1994 προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή Α' τάξης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως. Κατά την πρόσληψή του συμφωνήθηκε να αμείβεται με τις αποδοχές που προβλέπει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου όλων των μεταλλουργικών επιχειρήσεων, γνωστοποίησε δε ο ίδιος στην εναγομένη ότι είναι έγγαμος.

Τα προαναφερόμενα δεν αρνείται ειδικότερα η εναγομένη, συναγόμενης από αυτό ομολογίας (261 ΚΠολΔ). Ο ενάγων ούτε κατά την πρόσληψή του ούτε αργότερα προσκόμισε στην εναγομένη πιστοποιητικό στο οποίο να βεβαιώνεται η προϋπηρεσία του και τα έτη αυτής, η δε εναγομένη αρνείται ρητώς την εκ μέρους της γνώση των ετών προϋπηρεσίας του, αν και δεν αρνείται ότι γνώριζε πως πριν την ανωτέρω πρόσληψή του ο ενάγων εργαζόταν στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά από όπου και απολύθηκε.

Κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται γνώση από την ενάγουσα των ετών προϋπηρεσίας του ενάγοντος και δεν δικαιούται αυτός επίδομα προϋπηρεσίας για το χρονικό διάστημα πριν την πρόσληψή του από την εναγομένη. Ως εκ του σκοπού της, η εναγομένη αναλάμβανε έργα όχι μόνο στο νομό Αττικής, όπου βρίσκεται η έδρα της αλλά σε όλη την επικράτεια, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων κατά την πρόσληψή του και αποδέχθηκε.

Κατά συνέπεια, ως τόπος παροχής της εργασίας του δεν συμφωνήθηκε μόνο η έδρα της εναγομένης αλλά ο τόπος στον οποίο έπρεπε να εκτελεσθεί το εκάστοτε αναληφθέν από την εναγομένη έργο. Η εναγομένη κάθε χρόνο αναλάμβανε έργα εκτός νομού Αττικής, όπως το έτος 1995 στην Κω, το έτος 2002 στην Καβάλα, το έτος 2003 στη Ρόδο, το έτος 2006 στα Χανιά, το έτος 2009 στο Ρίο Πατρών.

Επομένως; ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η απασχόλησή του καθ' όλο το έτος 2010 στη Σάμο ήταν πρόσκαιρη και εκτός έδρας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και δεν δικαιούται αυτός αντίστοιχη αποζημίωση. Σημειώνεται ότι η εναγομένη; πέραν του συμφωνηθέντος μισθού; κατέβαλε στον ενάγοντα τις δαπάνες διαμονής και σίτισης του ίδιου και της συζύγου του, για όλο το χρονικό διάστημα που αυτός παρείχε την εργασία του στη Σάμο".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος και αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση. στη συνέχεια δίκασε κατ' ουσία τη διαφορά, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 19.249,10 ευρώ για τις απαιτήσεις του, από: 1) τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών του 2) τις αποδοχές και το επίδομα αδείας από την επομένη της λήξης του ημερολογιακού έτους στο οποίο αφορά. 3) διαφορά επιδόματος εορτής Πάσχα, και 4) αποζημίωση απόλυσης, χωρίς να υπολογίσει προσαύξηση, λόγω προϋπηρεσίας σε προηγούμενο εργοδότη, ενώ απέρριψε και την αξίωσή του για την εργασία του εκτός έδρας.

Με τις κρίσεις του αυτές και τις παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, όσον αφορά τις απαιτήσεις του ενάγοντος-αναιρεσείοντος για την αποζημίωση εκτός έδρας και την προϋπηρεσία του που δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη διαφορά, αφού με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ο ενάγων δεν δικαιούται τις εν λόγω προσαυξήσεις.

Τούτο διότι εφόσον: 1) η αναιρεσίσβλητη-εργοδότρια του ενάγοντος, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, ανελάμβανε, συνεχώς, έργα σε όλη την επικράτεια, που εκτελούσε με το προσωπικό της που γι' αυτό και είχε προσληφθεί, γεγονός γνωστό στον ενάγοντα, έδρα αυτού ήταν κάθε φορά, ο τόπος εκτελέσεως του αναληφθέντος έργου, αφού τούτο επιβαλλόταν από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας του και συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της σχετικής διατάξεως της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ΣΣΕ, για την προσαύξηση του ημερομισθίου κατά 100% και 2) δεν αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος γνωστοποίησε νομίμως την προϋπηρεσία του στον προηγούμενο εργοδότη, ορθώς δεν επιδικάσθηκε σ' αυτόν προσαύξηση των αποδοχών από την αιτία αυτή.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων δικαίου, όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα που θίγονται με την κρινόμενη αίτηση. Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτόν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί στον ηττηθέντα αναιρεσείοντα (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 171/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ