Legislator Case Law & Legislation
213/2012 AI generated

213/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 213/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 213 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2012

Legislator headnote

AI generated

213/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 213 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2012

Keywords

AI generated
inadequate psychiatric report psychiatric work incapacity insurance coverage of psychotherapy depressive disorder in remission suspension of benefits psychiatric care
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στο Πικέρμι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Χατζηγιαννάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Πολέμη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2875/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6821/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 24-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995 (άρθρο 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν, 2041/1992), επί συμβάσεως μισθώσεως ρυθμιζόμενης από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει την μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μισθώσεως το δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφ' όσον αφενός μεν η μίσθωση παραμένει ενεργής αφ' ετέρου δε έχει παρέλθει διετία από της ενάρξεως της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία εξ μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτού να καταβάλει στον εκμισθωτή εφ' άπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά τον χρόνο ασκήσεως της καταγγελίας. Η διάταξη δε αυτή, με την οποία παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει προώρως την μίσθωση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μισθώσεως και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση, καταλαμβάνει δε και τις υφιστάμενες μισθώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2741/1999, με το άρθρο 7§6 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Π.Δ 34/1995 και η διάρκεια της εμπορικής μισθώσεως ορίσθηκε σε δώδεκα έτη. Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995, κατά την οποία "η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφ" όσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά". Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διαθέσεως αυτών οι "κατά την κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο Π.Δ 34/1995. Εν σχέσει δε προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γενέσεως του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την εξάμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημιώσεως μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω, συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την "κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι, ως άνω, συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφ" όσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5§1του Συντάγματος και του άρθρου 361ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας. (ΑΠ 284/2010, ΑΠ 246/2011). Εξάλλου κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού,, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 8/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το από 15-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα εκμίσθωσε στο εναγόμενο, νεόδμητο συγκρότημα κατοικιών, που αποτελείται από έξη κτίρια, εμβαδού, συνολικά, 2.850 τμ. τα οποία είναι περιφραγμένα και βρίσκονται στο Πικέρμι Αττικής στη θέση "Άγιος Σπυρίδων ή Διώνη" στη συμβολή των οδών ... και ... . Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής, δηλαδή από 15-10-1999 έως 14-10-2002 και το μίσθωμα σε 13.700.000 δραχμές, ήδη 40.205.40 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος, κατά το ποσοστό του πληθωρισμού σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από το εναγόμενο για τη στέγαση και νοσηλεία προσώπων, που περιθάλπει, για τους σκοπούς και τις ανάγκες του προγράμματος Άμεσης Παρέμβασης για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών και για τους σκοπούς και τις ανάγκες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Το εναγόμενο, με βάση τα παραπάνω συμφωνημένα, παρέλαβε την χρήση του μισθίου και το χρησιμοποιούσε για τους παραπάνω σκοπούς. Στη συνέχεια με την από 5-10-2000 έγγραφη τροποποίηση του μισθωτηρίου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι "... δια την κατά τις ως άνω περιπτώσεις λύση της μισθώσεως εκ μέρους του μισθωτή Ψ.Ν.Α. ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ειδοποιήσει τον ως άνω αντισυμβαλλόμενο εκμισθωτή εγγράφως δώδεκα μήνες πριν από την καθοριζόμενη στη σχετική ειδοποίηση ημέρα λύσεως της μισθώσεως, από της οποίας παύει και κάθε υποχρέωση προς καταβολήν μισθώματος. Επιπλέον συμφωνείται ότι σε περίπτωση συνδρομής κάποιας από εκ των ως άνω περιπτώσεων καταγγελίας, το συγκεκριμένο μίσθιο θα είναι το τελευταίο από τα λοιπά μισθωθέντα μετά τον σεισμό της 7-9-1999, του οποίου η μίσθωση θα καταγγελθεί". Η ένδικη μίσθωση, όπως άλλωστε έγινε δεκτό με την ως άνω 855/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπάγεται, στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 περ.γ αυτού. Επομένως η από 5-10-2000 μεταγενέστερη τροποποίηση του μισθωτηρίου συμφωνητικού για καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δώδεκα μήνες πριν από την ημέρα λύσης αυτής, είναι έγκυρη [άρθρο 45 του π.δ. 34/1995]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 29-4-2002 το εναγόμενο επέδωσε στην ενάγουσα την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωνε ότι αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979. την πρόωρη λύση της μίσθωσης και την αποχώρηση του από το μίσθιο στις 31-5-2002, Η παράπανω εξώδικη δήλωση είναι πρόδηλο ότι αποτελεί καταγγελία της μίσθωσης. Όμως για την καταγγελία αυτή δεν τηρήθηκε η ως άνω συμφωνία, ότι δηλαδή η καταγγελία έπρεπε να γίνει δώδεκα μήνες πριν από τη λύση της μίσθωσης. Όπως έγινε δεκτό δε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου στην ένδικη μίσθωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 36 του π.δ.715/1979. αλλά η αντίστοιχη του άρθρου 43 του π.δ.34/1995. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔικ, η ενάγουσα επικαλείται το πρώτον την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 34/1995 με τις προτάσεις της στην κατ' έφεση δίκη, αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί η νομική βασιμότητα της αγωγής και η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που επικαλούνται οι διάδικοι στις αντίστοιχες διατάξεις νόμου, εναπόκειται στο Δικαστήριο και, ήδη, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο ότι η αποζημίωση για την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης υπάγεται στις διατάξεις του π.δ.34/1 995 και όχι του π.δ. 715/1979. Ενόψει αυτών η από 29-4-2002 έγγραφη καταγγελία της μίσθωσης από το εναγόμενο επέφερε τα αποτελέσματα της, τη λύση, δηλαδή της μίσθωσης, όχι, όμως, αμέσως μετά την περιέλευσή της στην ενάγουσα στις 29-4-2002, ούτε και από την απόδοση στην ενάγουσα του μισθίου στις 31-5-2002, αλλά μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, εφόσον παρήλθε διετία από την έναρξη της μίσθωσης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Οφείλει ως εκ τούτου το εναγόμενο α) το κατά τον χρόνο της καταγγελίας της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα έξη μηνών από αυτή [καταγγελία] δηλαδή [40.205,40 επί 6] 241.232.40 ευρώ. Όμως επειδή ήδη έχει καταβληθεί το μίσθωμα του μηνός Μαΐου 2002 η οφειλή περιορίζεται σε [241.232,40 πλην 40.205,40] 201.027 ευρώ και β) ως αποζημίωση, μισθώματα τεσσάρων μηνών ποσό [4. επί 40.205,40] 160.821,60 ευρώ και συνολικά [201.027 και 160.821,60] 361.848,60 ευρώ. Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη νομίμου βάσεως καθόσον περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ενώ δέχθηκε ότι η από 5-10-2000 μεταγενέστερη τροποποίηση του μισθωτηρίου συμφωνητικού για καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δώδεκα μήνες πριν από την ημέρα λύσης αυτής είναι έγκυρη (άρθρο 45 του πδ 34/1995) και ότι για την καταγγελία αυτή δεν τηρήθηκε η ως άνω συμφωνία ότι δηλαδή η καταγγελία έπρεπε να γίνει δώδεκα μήνες πριν από τη λύση της μίσθωσης εντούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι η από 29-4-2002 έγγραφη καταγγελία της μίσθωσης από το εναγόμενο επέφερε τα αποτελέσματά της τη λύση δηλαδή της μίσθωσης όχι αμέσως μετά την περιέλευσή της στην ενάγουσα στις 29-4-2002 ούτε και από την απόδοση στην ενάγουσα του μισθίου στις 31-5-2002, αλλά μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας εφόσον παρήλθε διετία από την έναρξη της μίσθωσης, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 43 του πδ. 34/1995. Επομένως ο υπό στοιχείο 3 λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 45 του π.δ. 34/1995 είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύγκρουση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν να καταδικασθεί δε το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθέν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα εις το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6821/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζεις στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ