Legislator Case Law & Legislation
213/2011 AI generated

213/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 213/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

213/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται.

Keywords

AI generated
public property restitution of nationalized property property ownership rural land rights previous legal status standing of the municipality
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 213/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ε. Ε. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάλλα.

Του αναιρεσίβλητου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό Χρήστο Κορατζάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Β. Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Κορατζάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Α. Α. Σ., 2. Μ. Α. Σ., κατοίκου ..., 3. Θ. θυγ. Β. Κ., 4. Π. Κ. του Β., 5. Μ. Κ. του Β., κατοίκων ..., ως τέκνα (3η, 4ος, 5ος) και αποκλειστικοί κληρονόμοι της αποβιωσάσης Ν. συζ. Β. Κ. το γένος Α. Μ., και 6. Ε. Ε. Χ., κατοίκου .... Ο 1ος,, 3η, 4ος και ο 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λάλλα ενώ ο 2ος και ο 6ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1988 αγωγή του Ε. Χ. και με την από 15-12-1987 αγωγή των Α. Α. Σ., Μ. Α. Σ., του αποβιώσαντος Α. Σ. και της αποβιωσάσης Ν. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1312/1988, 1530/1997 μη οριστικές, 602/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1082/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε α) ο Ε. Χ. με την από 21-7-2007 αίτησή του και β) το Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-4-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 2052/2009 και 2053/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου οι οποίες κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση ο Ε. Χ. και οι Α. Σ. κλπ με τις από 27-11-2009 κλήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε τις από 12-5-2009 και 5-5-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Α) Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (Γεώργιος Λάλλας) ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και Β) ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος (Χρήστος Κορατζάνης) ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι από 21-7-2007 και 22-4-2008 αιτήσεις για αναίρεση της 1082/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, πρέπει να συνεκδικασθούν, εφόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και ένα από τα διάδικα μέρη είναι το ίδιο πρόσωπο υπό διαφορετική δικονομική ιδιότητα σε κάθε μία, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενο και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Επί της από 22-4-2008 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2298/1995, που είχε εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998: "Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση της αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συμβουλίου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) ή από μέλη του, ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του υπογράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ.

αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των προτάσεων των διαδίκων", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου (2298/1995), όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 42 του ν. 2721/1999: "Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ., μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό και βάσιμο τουλάχιστον ενός από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου.

Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο που απευθύνεται.

Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ν.Σ.Κ.". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, απευθυνόμενη προς τον Άρειο Πάγο, πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο της αναίρεσης.

Αν, όμως, μέσα στην τασσόμενη από τη διάταξη αυτή προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει ήδη κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο γνωμοδότησης, περιέχουσας θετική γνώμη ως προς ένα τουλάχιστον λόγο της αναίρεσης κρίνοντας αυτόν παραδεκτό και βάσιμο ή καταθέσει μεν τέτοια γνωμοδότηση, η οποία, όμως, είναι εκπρόθεσμη ή αρνητική ως προς όλους τους λόγους της αναίρεσης, τότε η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, αφού δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τους λόγους αυτούς.

Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκε στις 23-4-2008, κατά της απορριπτικής σε βάρος του 1082/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά δεν συνοδεύεται από γνωμοδότηση του αρμοδίου (Ε') Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία να έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα στη γραμματεία του πιο πάνω Εφετείου.

Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

ΙΙΙ. Επί της από 21-7-2007 αιτήσεως του Ε. Ε. Χ..

Α) Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της 5861/2323/1982 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Εθνικής Παιδείας (ΦΕΚ Δ/515/22-10-1982) απαλλοτριώθηκε υπέρ του Σχολικού Ταμείου του 5ου γυμνασίου Νίκαιας και με δαπάνες του ΟΣΚ η στην ως άνω απόφαση αναφερόμενη έκταση για την ανέγερση του παραπάνω γυμνασίου.

Η εν λόγω έκταση απεικονίζεται υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο κτηματολογικό διάγραμμα και τον συνημμένο κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε τον Νοέμβριο 1983 ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Ξ., καθώς επίσης και στο με αριθμό 67 και 76 απόσπασμα των πινακίδων Υ.ΧΟΠ (από 31-7-89 έκθεση κτηματογράφησης του ίδιου μηχανικού) έκτασης 6.097,90 μ2, που βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως Νίκαιας.

Δηλαδή, αφορά το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται βορειοανατολικά (ΒΑ) από την οδό Πραξιτέλους, νοτιοανατολικά από την οδό Σαρανταπόρου ή οδό 2η, νοτιοδυτικά από την οδό Σωκίων και βορειοδυτικά από την οδό 1η, διαμορφωθέντος τούτου κατόπιν συνενώσεως δύο οικοδομικών τετραγώνων και την κατάργηση μεταξύ τους της οδού 3ης, που αποτελούσε επέκταση της παράλληλης οδού Ομήρου.

Με την 1035/1986 απόφαση του ενταύθα Εφετείου καθορίστηκε σε 14.000 δρχ. το τ.μ. η οριστική τιμή μονάδος της εκ μέρους του ΟΣΚ καταβλητέας αποζημιώσεως στους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες-εκκαλούντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι ως ιδιοκτήτες ακινήτων που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριωθείσα παραπάνω έκταση.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες Α. και Μ. Σ. καθώς και Ν. συζ. Β. Κ., το γένος Α. Μ. ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι του με στοιχεία ΘΒΙΚΛΜΓΗΘ περιγραφόμενου ακινήτου στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ. εκτάσεως 3.105,40 τ.μ. και περικλείεται από τις οδούς Πραξιτέλους, οδό 1η, Σωκίων και Σαρανταπόρου.

Ο δε Ε. Χ. επικαλείται ότι είναι κύριος του με στοιχεία ΙΚΛΜΙ ακινήτου, εμβαδού 220 τ.μ. του ιδίου παραπάνω κτηματολογικού διαγράμματος και το οποίο περιβάλλεται από την οδό Σαρανταπόρου και το ως άνω ακίνητο των εναγόντων. Τα επίδικα ακίνητα, όπως και η απαλλοτριωθείσα έκταση εκτείνονται εντός της ευρύτερης περιοχής του Πειραιώς που περιλαμβάνει τις περιοχές Κερατσίνι, Κοκκινόβραχο, Μ.

Νίκας, Μικρό και Μεγάλο Καραβά και Κορυδαλλό. Ο "Κοκκινόβραχος" (κτήμα) αποτελούσε, βοσκότοπο, που μετά την απελευθέρωση και σύσταση του Ελληνικού Κράτους από τους Τούρκους, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον δεν προβλήθηκαν από ιδιώτες δικαιώματα ιδιοκτησίας τους επί εδαφικών εκτάσεων στηριζόμενοι σε οθωμανικούς τίτλους.

Το ως άνω εθνικό λιβάδι με βάση την υπ' αριθ. πρωτ. 4641/1896 απόφαση του Οικονομικού Εφόρου Πειραιώς, που αναφερόταν στην διακήρυξη δημοπρασίας ενοικιάσεως της χορτονομής ήταν 10.000 στρέμματα με όρια, Ανατολικά τα κτήματα Κουτσικάρη και Π., Δυτικά γαίες της Μονής Σκαραμαγκά, βόρεια το Δαφνί και νότια γαίες παραχωρηθείσες στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσίβλητων, Π.

Κ.. Στο εν λόγω κτήμα "Κοκκινόβραχος" ανήκαν οι περιοχές με τα τοπωνύμια, Κερατσίνι ή Τσερατσίνι, Κοκκινόβραχος, Μικρός και Μεγάλος Καραβάς και Τσελιπιτσάρι, κατά τα στοιχεία δε της δικογραφίας, το εναγόμενο-εκκαλούν-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εκμίσθωνε από το 1888 και τα επόμενα έτη σε ιδιώτες τη χορτονομή των εκτός αυτού βοσκήσιμων γαιών.

Όμως, αρκετές εκτάσεις του ανωτέρω ακινήτου εθνικού λιβαδιού, είτε είχαν καταληφθεί αυθαίρετα, είτε είχαν παραχωρηθεί σε ιδιώτες εις τελεία και πλήρη ιδιοκτησία αυτών, των απογόνων και των νόμιμων κληρονόμων" με παραχωρητήρια του Ελληνικού Δημοσίου, που είχαν κατά τους ισχύοντες νόμους περί διανομής Εθνικής Γης, όπως τα με στοιχεία ΥΑΑ/1871, ΨΜΓ 18978, ΨΑΗ/1880.

Με βάση την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, Σ. Π. Α.-αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού, και σε συνδυασμό με τα συνταχθέντα από τους μηχανικούς Μ. Τ. την 12-9-1927 και Ι. Α. την 1-8-1939, καθώς και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι μέρος της ευρύτερης έκτασης που το εν λόγω κτήμα Κοκκινόβραχος κατελάμβανε, απεικονίζεται με το στοιχείο Β στο απόσπασμα των πινακίδων του Υ.Χ.Ο.Π.

που συνοδεύει την από 31-7-1984 Έκθεση κτηματογράφησης του μηχανικού Γ. Ξ., επεκτείνεται δε και βορειοανατολικότερα καλύπτοντας οπωσδήποτε, τουλάχιστον, το βόρειο τμήμα των εκτάσεων με στοιχεία Δ και Η που απεικονίζονται σ' αυτό. Με βάση τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσιβλήτους κατωτέρω νομίμως μεταγραφέντα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Νικολάου προκύπτει, ότι από τους σ' αυτούς αναφερόμενους ως ιδιοκτήτες πωλητές μετεβιβάστηκαν στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Π.

Κ. οι αναφερόμενες σε καθένα αντίστοιχες εκτάσεις. Ειδικότερα μεταβιβάστηκαν με τα κάτωθι συμβόλαια 1) …/1878 40 στρέμματα στη θέση "Μπελαγρή ή Κατσιβίγλα", 2) υπ' αρ. …/1880 επίσης 40 στρέμματα στη θέση "Τσερατσίνι". 3) υπ' αρ. …/1880 60 βασιλικά στρέμματα στη θέση "Κοκκινόβραχος" 4) υπ' αριθμ. …/1880 δύο αγροί, εκτάσεως τεσσάρων (4) και 56 στρεμμάτων αντίστοιχα στη θέση "Τσερατσίνι". 5) υπ' αρ.

…/1880, αγρός 80 στρεμ. στη θέση "Κοκκινόβραχος". 6) υπ' αρ. …/1881 δικαιώματα κατοχής αγρού 3 στρεμ. στη θέση "Μ." ή "Κοκκινόβραχος". 7) υπ' αρ. …/1881 η κυριότητα δύο αγρών, εκτάσεως 50 και 30 στρεμμάτων αντίστοιχα, στη θέση "Κερατσίνι". 8) υπ' αρ. …/1880, εκτός άλλων, και δύο αγροί 40 στρεμμάτων συνολικά στη θέση "Κερατσίνι" 9) υπ' αρ.

…/1882, κυριότητα αγρού 80 στρεμμάτων στη θέση "Κερατσίνι" ή "Καμίνιου" ή "Κοκκινόβραχος" και "Ασπρα Χώματα". 10) υπ' αρ. …/1882 κυριότητα 9 στρεμμάτων στη θέση "Κακή Βίγλα". 11) …/1882, κυριότητα αγρού 80 βασιλικών στρεμμάτων στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Βελεγρή". 12) με το …/1883, εκτός των άλλων, κυριότητα δύο αγρών, 20 και 40 στρεμμάτων αντίστοιχα στη θέση "Βελεγρή" ή "Κακή Βίγλα" και στη Θέση "Τζουρά" ή "Κακή Βίγλα".

Με βάση τ' ανωτέρω συμβόλαια, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων σε συνδυασμό με την συνταχθείσα υπ' αρ. 79/1997 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ορισθείσης προς διενέργεια της από το αρμόδιο Δικαστήριο, αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, Ό. Ζ., απέκτησε έκταση συνολικού εμβαδού 709,80 στρεμμάτων συμπίπτουσα κατά θέση με την επίδικη έκταση, και όχι κατ' όρια και κατ' έκταση.

Παρατηρείται δε με την εν λόγω έκθεση ότι είχαν εκδοθεί για τις μεταβιβαζόμενες στον Π. Κ. ως άνω επίσης παραχωρητήρια που δεν ανευρέθηκαν. Στη συνέχεια ο ανωτέρω Π. Κ., με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αρ. …/1886 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Ι. Π. από τα ως άνω ακίνητα αυτά που είχαν περιέλθει στην κυριότητα του με τους τίτλους 1) …/1880 (40 στρεμ.

στη θέση Κερατσίνι) 2) …/1880, έκτασης 60 βασιλικών στρεμ. δηλαδή 76,2 στρ., (καθόσον 1 βασιλικό στρέμμα ισούται προς 1,27) (βλ. ως άνω έκθεση πραγ/νης Ό. Ζ.), 3) …/1880 (2 αγροί), έκτασης 4 στρεμ. και 56 στρεμ. αντίστοιχα 4) …/1880, ήτοι 80 στρεμ. 5) …/1881 (20 αγροί) 50 και 30 στρ. αντίστοιχα 6) …/1881 (20 αγροί 40 στρεμ.) 7) …/1882 (80 στρεμ.) και 8) …/1882 96 βασιλικά στρέμματα, ήτοι 101,60 σημερινά στρέμματα, δηλαδή συνολικά του μεταβιβάστηκαν 477,80 στρέμματα.

Ακολούθως, με το …/1886 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου, ο τελευταίος αγοραστής (Ι. Π.) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως την ως άνω έκταση των 477,80 στρεμ. (που απέκτησε με το …/1886 συμβόλαιο) στον Γ. Κ., ο οποίος ακολούθως αποδέχτηκε την εκχώρηση γαιών, που βρίσκονται στη θέση "Κερατσίνι" και συγκεκριμένα τριών (3) αγρών από το Δ.

Κ., συνολικής έκτασης 80 στρεμμάτων, καθώς και δύο (2) αγρών από το Θ. Μ., συνολικής έκτασης 80 στρεμμάτων, καθώς και δύο (2) αγρών από το Θ. Μ., συνολικής έκτασης 80 στρεμμάτων επίσης, όπως προκύπτει από τα …/1885 και …/1880 συμβόλαια ιδίου συμβ/φου Νικολάου Βουτυρά. Ακολούθως ο Γ. Κ., με το υπ' αριθ. …/1880 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Παπαδιαμαντόπουλου συνέστησε προίκα προς αποκατάσταση της αδελφής του Β.

υπέρ του μελλογαμβρού του Δ. Λ. μεταβιβάζοντας μεταξύ άλλων ιδανικά μερίδια κυριότητος 1/5 εξ αδιαιρέτου επί της ως άνω εκτάσεως των 477,70 στρεμμάτων (477,80:1/5 = ) 95,56 στρεμ. που είχε αποκτήσει με το …/1886 συμβόλαιο του Ι. Π.. Με βάση το εν λόγω προικοσύμφωνο η έκταση συνορεύει Ανατολικά με κτήμα Π., και ιδιοκτησία Μ., Δυτικά με ρεματιά και βουνό, βόρεια με βουνό και νότια με κτήμα Χ.

Δ., Μ., Σ.. Ακολούθως, ο ανωτέρω προικολήπτης (Δ. Λ.) με το υπ' αρ. …/1904 συμβόλαιον του συμβ/φου Πειραιώς Κων/νου Ταξινόπουλου το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Ν. Κ. και ο τελευταίος με το …/1904 συμβόλαιο του ιδίου συμβ/φου μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην Β. σύζ. Δ. Λ. τούτο (1/5). Τα όρια της έκτασης αυτής, όπως περιγράφονται στο συμβόλαιο, είναι ανατολικά το ρεύμα Μ.

και ιδιοκτησία Μ., δυτικά το βουνό, νότια οι αγροί Μ., Χ. Δ., Μ. και Α. Κ. και βόρεια αγρός και κτήμα Π., εννοεί Π.. Με το …/1905 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβ/φου Κων/νου Ταξινόπουλου ο Γ. Κ. συνέστησε εν ζωή υπέρ της Β. συζ. Δ. Λ. μεταβιβάζοντας της κατά το ιδανικό μερίδιο των 4/5 εξ αδιαιρέτου εδαφική έκταση 610 στρεμμάτων, που, κατά τα αναφερόμενα στον τίτλο, είχε περιέλθει στην κυριότητα του με το …/1886 συμβόλαιο, εξ αγοράς από τον Ι.

Π. και η οποία (εδαφική έκταση) βρίσκεται στον Πειραιά στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Τσερατσίνι" και συνορεύει Ανατολικά με ρεύμα Βελεγρή και αγρούς Μ. και Γ., δυτικά με βουνό, νότια με αγρούς Μ., Μ. Χ. - Δ., Β. και Α. Κ. και βόρεια με βουνό και κτήμα Π..

Συνεπώς, η Β. Λ. κατέστη κυρία της όλης εδαφικής έκτασης, των 610 στρεμμάτων (4/5+1/5 εξ αδιαιρέτου), την οποία ακολούθως μεταβίβασε λόγω πωλήσεως με το υπ' αριθ. …/1908 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιώς, Γεωργίου Αριστόβουλου Ταϊτάνου, νομίμως μεταγραμμένου στον Κ. Π.. Ο τελευταίος δε αυτός κτήτωρ όπως αναφέρεται στο …/1908 συμβόλαιο του ιδίου αμέσως ως άνω συμβ/φου, (του οποίου δεν απεδείχθη η μεταγραφή) πώλησε την ίδια εδαφική έκταση στο σύζυγο της αρχικής πωλήτριας, Δ.

Λ.. Εξάλλου με το …/1913 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος, η ως άνω Β. Λ. προς αποκατάσταση με γάμο της θυγατέρας της Ε., συνέστησε υπέρ του μέλλοντος γαμβρού της Π. Μ., στον οποίο και μεταβίβασε για την αιτία αυτή μεταξύ άλλων και ιδανικό μερίδιο κυριότητος ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου του αγρού που είχε αποκτήσει με το προαναφερθέν …/1904 πωλητήριο συμβόλαιο από τον Ν.

Κ., και τον οποίο αγρό, όπως προελέχθη, είχε ήδη πωλήσει και μεταβιβάσει στο Κ. Π.. Το εν λόγω τεμάχιο, βρισκόταν στη θέση "Κοκκινόβραχος" του δήμου Πειραιώς και είχε όρια, ανατολικά το ρεύμα Βελεγρή και ιδιοκτησία Μ., δυτικά βουνό, νότια αγρούς Μ., Χ. Δ., Μ. και Α. Κ. και βόρεια βουνό και κτήματα Π.. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ρεύμα Μ.

που αναφέρεται ως όριο στους τελευταίους των προαναφερομένων τίτλων ήταν εκείνο που κατά το συνημμένο στην έκθεση κτηματογράφησης απόσπασμα των με αριθμ. 67 και 76 πινακίδων του ΥΧΟΠ ορίζει ανατολικά την σκιαγραφούμενη με μπλε χρώμα και με το στοιχείο Β έκταση, Νότια με την έκταση με ροζ χρώμα και στοιχείο Δ σημειώνει στο ίδιο απόσπασμα ανωτέρω ο τοπογράφος Γ.

Ξ.. Μάλιστα γίνεται επισήμανση από τον τελευταίο στην έκθεση του ότι οι περιγραφόμενες σ' όλους τους παραπάνω τίτλους εδαφικές εκτάσεις, δεν εφαρμόζουν επί της μείζονος απαλλοτριωθείσας εκτάσεως που καταλαμβάνει και τα επίδικα. Η δε Ό. Ζ. στην ανωτέρω 79/1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα, αναφέροντας "ότι συμπίπτουν κατά θέση, πλην όμως δεν είναι δυνατή η διαπίστωση αν συμπίπτουν και κατά όρια και κατ' έκταση, διότι λείπουν τα απαραίτητα για την εφαρμογή αυτή τεχνικά στοιχεία (αντιπροσωπευτικό του εδάφους διάγραμμα, πλευρικές διαστάσεις, σταθερά σημεία εξάρτησης παρατηρούμενα μέχρι σήμερα κλπ".

Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ότι οι εδαφικές εκτάσεις, των περιγραφομένων στους προαναφερθέντες τίτλους, τις οποίες ενέμοντο οι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δικαιοπάροχοι των εναγόντων, δεν ταυτίζονται με την επίδικη απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση. Αυτό άλλωστε δεν θα ήταν δυνατόν, αφού οι παραπάνω εκτάσεις εντοπίζονται πρωτίστως εντός της ευρύτερης έκτασης του τμήματος Κοκκινόβραχος η οποία όμως, με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας εκτείνεται νότια και δυτικά της εδαφικής έκτασης, η οποία σημειώνεται με το στοιχείο Α στα αποσπάσματα των πινακίδων του ΥΧΟΠ, εντός της οποίας εκτείνονται τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, επί των οποίων οι ενάγοντες προβάλλουν δικαιώματα κυριότητος.

Ακόμη, όπως προκύπτει από το νομίμως μεταγραφέν …/1941 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Κων/νου Ν. Κωνσταντίνου, ο Παύλος Μ.ς, φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του 1/5 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του ακινήτου στη θέση Κοκκινόβραχος ή Κερατσίνι, ή Βελεγρή, που είχε, κατά τα προεκτεθέντα, λάβει ως διατημημένη προίκα με το …/1913 συμβόλαιο από τη Β.

συζ. Δ. Λ.. Η συνολική έκταση του εν λόγω ακινήτου προσδιορίζεται σε 300 στρέμματα και στο μεν πρώτο εκ των παραπάνω συμβολαίων αναφέρονται δύο περιγραφές της έκτασης, αυτής, δηλαδή, κατά τα παλαιά όρια, η οποία είναι πανομοιότυπη με τις περιγραφές στα συμβόλαια …/1913, …/1904 και …/1904 και παρόμοια με τις περιγραφές των συμβολαίων …/1886, …/1886, …/1888, …/1905, …/1908 και μία κατά τα νέα όρια.

Σύμφωνα με τα παλαιά όρια, ο αγρός αυτός συνορεύει Ανατολικά με ρεύμα Βελεγρή, Δυτικά με βουνό, Νότια με αγρούς Μ., Χ. Δ., Μ. και Α. Κ. και βόρεια με βουνό. Η μείζων έκταση, όπως τα παλαιά όρια της περιγράφονταν στο εν λόγω συμβόλαιο και στα προγενέστερα παραπάνω εκτεθέντα (…/1913, …/1904, …/1904, …/1886, …/1886, …/1888, …/1905, …/1908) δεν ταυτίζεται με την απαλλοτριωθείσα, δηλαδή την επίδικη, αφού εντοπίζεται εντός του νότια και ανατολικά κειμένου κτήματος Κοκκινόβραχου.

Κατά τα νέα όρια ο αγρός των 300 περίπου στρεμμάτων που περιγράφεται στους τίτλους …/1941 και …/1943 συνορεύει ανατολικά με ρεύμα Β., δυτικά με βουνό, ρεύμα και αγρούς πρώην Π. Κ. και τώρα διαφόρων, βόρεια με βουνό και νότια με όριο απαλλοτρίωσης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την έκθεση κτηματογράφησης του Γ. Ξ.

και πραγματογνωμοσύνης της Ό. Ζ., οι παραπάνω τίτλοι εφαρμόζονται σ' ολόκληρη την έκταση που απαλλοτριώθηκε.

Συνεπώς είναι προφανές, ότι οι συμβαλλόμενοι Π. Μ. και Μ. Μ. κατόπιν συμφωνίας τους επεξέτειναν την ιδιοκτησία τους 1000 μέτρα βορειοανατολικά εντός του κτήματος Κορυδαλλός ή Κουτσικάρη ή Ασώματος ή Π., που αποτελούσε εδαφική έκταση 9.000 στρέμματα περίπου. Το εν λόγω κτήμα Κορυδαλλός είναι συνεχόμενο όμορο προς ανατολάς του κτήματος Κοκκινόβραχος και καλύπτει όλη την περιοχή που περιλαμβάνει η με το στοιχείο Α έκταση του αποσπάσματος από τις πινακίδες 67 και 76 του Υ.Χ.ΟΑ.

Στο ανατολικό όριο της υπό στοιχείο Α έκτασης απεικονίζεται ρεύμα το οποίο επιχωματώθηκε μεταγενέστερα και σ' αυτό χαράκτηκε η οδός Παλαμά. Όπως δε αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας και την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου η έκταση που κατελάμβανε το κτήμα Κορυδαλλός ξεκινούσε δυτικά από τη σημερινή Νεάπολη Νίκαιας, την οποία και περιλαμβάνει και όπου βρίσκεται το επίδικο και έφτανε μέχρι την Αγία Βαρβάρα, το νοσοκομείο λοιμωδών νόσων και το τρίτο Νεκροταφείο.

Επομένως, η απαλλοτριωθείσα έκταση βρίσκεται εντός του κτήματος Κορυδαλλός, γεγονός άλλωστε που ρητώς κατέθεσε η μάρτυρας του εναγομένου. Ακόμη το αναφερόμενο ως ανατολικό όριο ρέμα Β. στον τίτλο …/1941 των συμβληθέντων Π. Μ. και Μ. Μ. είναι το επιχωματωμένο αυτό ρεύμα της σημερινής οδού Παλαμά. Το κτήμα Κορυδαλλός αποτελούσε ιδιωτική έκταση της οποίας η κυριότητα περιήλθε κατά καιρούς στον Ε.

Κ., την Εθνική Τράπεζα, τον Γ. Π. και στη συνέχεια στις κόρες του Λ. Σ. και Ε. Α.. Εξάλλου από την υπ' αρ. 89/19-11-1971 απόφαση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων κτημάτων, το οποίο είναι το πλέον αρμόδιο όργανο για να αποφαίνεται για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων του δημοσίου, η οποία έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών με την 8908/6002/1971 απόφαση του και ανακοινώθηκε με το 9671/31-11-1971 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας δημοσίων κτημάτων Αθηνών, μεταξύ άλλων και στον αρχικό ενάγοντα Α.

Σ. (που απεβίωσε) συνάγεται, ότι το εναγόμενο Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν υπέρ ΟΣΚ και των οποίων οι ενάγοντες φέρονται ιδιοκτήτες. Βέβαια το εναγόμενο επικαλέστηκε και πρωτοδίκως ότι η ανωτέρω απόφαση έχει στηριχτεί σε προηγηθείσα γνωμοδότηση (95/1939) η οποία ήταν εσφαλμένη στηριχθείσα σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνει τους αβάσιμους και υπερβολικούς ισχυρισμούς του εναγομένου, γιατί αν μη τι άλλο είναι σαν να απεμπολεί το ελληνικό δημόσιο τα δικαιώματα του σχετικά με την επίδικη έκταση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ως άνω 9671/31-12-1971 απάντηση του προς τον αρχικό ενάγοντα Α.

Σ.. Εξάλλου και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση του ιδιωτικού χαρακτήρα εδαφικών εκτάσεων εντός του κτήματος Κορυδαλλού που διατυπώνεται στην από 30-7-1984 έκθεση του Οικονομικού Εφόρου Α της περιφερείας Πειραιά καθώς στην από 4-6-1984 έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της οικονομικής εφορίας δημοσίων κτημάτων αφορά σε εδαφικές εκτάσεις που εντοπίζονται στο δυτικό τμήμα αυτού που εφάπτεται με τις δημόσιες εκτάσεις του τμήματος Κοκκινόβραχος, χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής θέση αυτών, ούτε να κατατίθενται στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση εμπεριέχεται σ' αυτές.

Από τα ανωτέρω γεγονότα δηλαδή συνάγεται, ότι το ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται σε σύγχυση και αδυνατεί να προσδιορίσει ποιες εδαφικές εκτάσεις γης ανήκουν σ' αυτό και στη συνέχεια περιήλθαν στην νομή ιδιωτών, όπως το ίδιο επικαλείται, κρίση που ενισχύεται και από αυτή ακόμη την κατάθεση της μάρτυράς του Α.

Σ., κατά την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία για το αν καταπατήθηκαν εθνικές γαίες του τμήματος Κοκκινόβραχος και ενσωματώθηκαν αυθαίρετα στο όμορο κτήμα Κορυδαλλός. Μάλιστα προς επίρρωση τούτου πρέπει να σημειωθεί ότι τα όμορα του επιδίκου οικοδομικά τετράγωνα δυτικά, ανατολικά και νότια της απαλλοτριωθείσης έκτασης σήμερα είναι πλήρως αναπτυγμένα πολεοδομικά και οικοδομικά κατόπιν χορήγησης στους ιδιοκτήτες τους νόμιμων οικοδομικών αδειών.

Στην άνω έκταση των 300 στρεμμάτων περίπου, οι παραπάνω συννομείς ασκούσαν από κοινού διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίου γεγονός μη αμφισβητηθέν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκμισθώνοντας μέρη αυτού ως βοσκότοπους απομακρύνοντας τους καταπατητές, εκμεταλλευόμενοι το εντός αυτού λατομείο και ακόμη προέβησαν στην καταμέτρησή του με τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος κατόπιν εντολής του από τον Γ.

Σ.. Επίσης το έτος 1943 η ως άνω έκταση καταμετρήθηκε και οριοθετήθηκε με εντολή από τον μηχανικό Μ. Χ., χωρίς ωστόσο να προσκομίζεται σχετικό σχεδιάγραμμα, αλλά αντίθετα προσκομίζεται αντίγραφο του που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Α. και το οποίο εφαρμόζεται σε ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα από του ΟΣΚ έκταση.

Ειδικότερα η υπέρ ΟΣΚ απαλλοτριωθείσα έκταση, περιλαμβάνεται στο τεμάχιο με στοιχείο 14 και το τμήμα μεταξύ των τεμαχίων 12Α και 14 όπως απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα Μ. Χ. και εντάσσεται σε ευρύτερη έκταση 12.298,75 τ.μ. την οποία, όπως αποδείχτηκε, νέμονταν από κοινού οι ανωτέρω Π. Μ. και Μ. Μ. διανοία δικαιώματος συγκυριότητας ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας τους, έχοντας οριοθετήσει αυτό και έχοντες προσλάβει φύλακες για να το προστατέψουν από τους καταπατητές, και εκμισθώνοντας τμήματα του χέρσα ως βοσκότοπους.

Όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω συννομείς νέμονταν την ανωτέρω καταληφθείσα έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον έλειπε το στοιχείο της καλής πίστης, δηλαδή η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, συμφώνησαν για την προς τα βορειοανατολικά μετατόπιση της ιδιοκτησίας τους και την κατάληψη της ευρύτερης εδαφικής έκτασης των 300 στρεμμάτων.

Περαιτέρω μετά το θάνατο του Μ. Μ. την 29-4-1945, η συννομή του κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στους εξ αδιάθετους κληρονόμους του ήτοι, στην μητέρα του Σ. Σ., που κλήθηκε στην κληρονομιά κατά ποσοστό 1/2 και έτσι κατέστη συννομέας κατά το 1/4 (1/2/Χ1/2) εξ αδιαιρέτου του ακινήτου των 12.298,75 τ.μ και στις αδελφές του Ν.

Κ. και Ε. Σ., οι οποίες κλήθηκαν στην κληρονομιά κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά τους και έτσι κατέστησαν συννομείς της ανωτέρω έκτασης (12.298,75 τ.μ.) κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά τους. Η συννομή του υπολοίπου 1/2 των εν λόγω 12.298,75 τ.μ. μετά το θάνατο του Π. Μ. στις 5-4-1944, περιήλθε στη σύζυγο του Ε., η οποία μαζί με τις παραπάνω συγκληρονόμους του Μ.

Μ. συνέχισαν την φυσική εξουσία τούτου. Ειδικότερα, οι συγκληρονόμοι Μ. υπέβαλαν δήλωση φόρου κληρονομιάς για το εν λόγω ακίνητο, επίσης αυτές μαζί με την Ε. Μ. επισκέπτονταν αυτό, φρόντιζαν για τη φύλαξη του και επεξέτειναν την οδό Πραξιτέλους, ώστε το ακίνητο τους χωρίστηκε σε δύο τμήματα, εκ των οποίων το ανατολικό τμήμα της μείζονος εκτάσεως που περικλείεται από τις απεικονιζόμενες στο κτηματολογικό διάγραμμα του Γ.

Ξ. (Νοέμβρης 1983) οδούς Λυκούργου, Σαρανταπόρου, Πραξιτέλους και την κορυφή του βουνού το κατέτμησαν και πώλησαν τα διαμορφωθέντα αυτά αγροτεμάχια σε τρίτους, ενώ διατηρήθηκε η νομή στο δυτικό τμήμα, εμβαδού 6.500 τμ. που δεν αμφισβητείται. Στην τελευταία αυτή έκταση περιλαμβάνεται και το μεταξύ της οδού Πραξιτέλους και της καταργηθείσας οδού 3ης, η οποία αποτελούσε προέκταση της παράλληλης των οδών Σωκίων και Πραξιτέλους, οδού Ομήρου, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα.

Στη συνέχεια η ανωτέρω Ε. Μ. μετεβίβασε με άτυπη πώληση το έτος 1945 τη συννομή της κατά το ποσοστό της 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου των 6.500 στρεμμάτων στον Α. Σ., σύζυγο της Ε. Σ. (δικαιοπαρόχων των εναγόντων, μετά τον θάνατο αυτών) ο οποίος έκτοτε, άρχισε να νέμεται το ακίνητο κατά το ποσοστό που είχε περιέλθει σ' αυτόν κατά τον ως άνω τρόπο, με καλή πίστη.

Όμως δεν μπορεί στο δικό του χρόνο χρησικτησίας των 30 ετών κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο να συνυπολογιστεί και ο χρόνος νομής της δικαιοπαρόχου του Ε. Μ., εφόσον η αιτία μεταβιβάσεως προς αυτόν, δηλαδή η πώληση, όπως προαναφέρθηκε ήταν άτυπη, και εφόσον δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία για την κτήση νομής προϋπόθεση της προσαύξησης χρόνου στην έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύσαν δίκαιο.

Βέβαια, όπως δεν αμφισβητείται και από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, οι ανωτέρω συννομείς δεν αποξενώθηκαν από τη φυσική εξουσία επί του πράγματος, την οποία συνέχισαν ν' ασκούν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως και μετά την 23-2-1946, έναρξη ισχύος του ΑΚ, πραγματοποιώντας επισκέψεις σ' αυτό και λαμβάνοντας μέτρα προστασίας από τους καταπατητές.

Με το νομίμως μεταγραφέν …/1949 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Νικαίας Στυλιανού Φραγκάκη, η Σ. Σ. Μ. συνέστησε δωρεά εν ζωή υπέρ της Ε. Σ. (μητέρα του ενάγοντος) και φέρεται μεταξύ άλλων να της μεταβιβάζει ιδανικό μερίδιο κυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροκτήματος στη θέση Τσερατσίνι ή Κερατσίνι ή Κοκκινόβραχος έκταση- κατά τον ως άνω τίτλο-12.928,75 τ.μ.

που σημειώνεται, με τον αριθμό 14 στο από 17/6/1943 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο μηχανικός Μ. Χ., το οποίο περιήλθε στη δωρήτρια αυτό (δωρηθέν) κατόπιν εξ αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος την 29-4-1945 τέκνου της Μ. Μ.. Επειδή στην προεκτεθείσα 79/1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου Ό. Ζ. αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο επίδικο δωρητήριο συμβόλαιο και σε συνδυασμό με το ότι ούτε και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί αυτό, είναι σαφές ότι μετά την 6η Σεπτεμβρίου 1949 (σύνταξη δωρητηρίου συμβολαίου) η Σ.

ή Σ. Μ. αποξενώθηκε πλέον της φυσικής εξουσίας του ακινήτου των 6.500 στρεμμάτων με την μεταβίβαση της ιδανικής μερίδας της συννομής της ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου στην ως άνω Ε. Σ., η οποία πλέον κατέστη κυρία συννομέας κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου (1/4 ή 2/8+1/8=3/8), η οποία μαζί με τους άλλους συννομείς συνέχισε την άσκηση νομής φροντίζοντας από κοινού οι συννομείς να λαμβάνουν μέτρα προστασίας φύλαξης του από τους καταπατητές.

Έτσι μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς των συννομέων, της ανωτέρω Ευαγγελίας και Ν. Κ. (νυν ενάγουσα) εκδόθηκε η 4524/1967 απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι ως άνω αιτούσες αναγνωρίστηκαν συννομείς μείζονος έκτασης, η οποία περιλαμβάνει τα επίδικα ακίνητα και διέταξε την αποβολή των αντιδίκων τους Γ.

Β. και των αδελφών Μ. από μέρος αυτής που αυθαίρετα είχαν καταλάβει. Στη συνέχεια ο Α. Σ., σκοπεύοντας να κατατμήσει και να πωλήσει σε τρίτους τμήματα των ως άνω ακινήτων που συννέμονταν ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του Ευαγγελία και την Ν. Κ. (ενάγουσα), υπέβαλε αίτηση στο Γνωμοδοτικό συμβούλιο των Δημοσίων Κτημάτων για να πληροφορηθεί, αν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διεκδικούσε επ' αυτών δικαιώματα και όπως έχει προεκτεθεί, του γνωστοποιήθηκε η αρνητική απάντηση του ανωτέρω Συμβουλίου με το με επίκληση προσκομιζόμενο 9671/1971 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων, το οποίο κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς του θεωρεί ότι στηρίχτηκε σε προηγούμενη απόφαση στηριχθείσα σε δήθεν εσφαλμένες προϋποθέσεις (τίτλους) χωρίς ωστόσο να προσκομίσει ποτέ την απόφαση αυτή για να ελεγχθεί η βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών των.

Από το έτος 1974 το μείζον ακίνητο είχε περιληφθεί στο σχέδιο πόλεως (ΦΕΚ 142/31-5-1974) οπότε και κατανεμήθηκε η έκταση του σε περισσότερα οικοδομικά τετράγωνα, μεταξύ των οποίων και το οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο εντοπίζεται το με στοιχεία ΘΒΙΚΛΜΓΗΘ απαλλοτριωθέν ακίνητο, έκτασης 3.105,40 τ.μ. Στη συνέχεια με το υπ' αρ.

…/1980 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιώς Νικολάου Παραρά μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα-εκκαλούντα εφεσίβλητο Ε. Χ., λόγω πωλήσεως από την παραπάνω Ε. Σ. και τη Ν. Κ., η πλήρης και αποκλειστική νομή τμήματος ακινήτου ιδιοκτησίας τους, εμβαδού 220 τ.μ εντός σχεδίου πόλεως στη θέση Κακή Βίβλα ή Βελεγρί ή Κοκκινόβραχος της κτηματικής Περιφερείας Νεαπόλεως Νίκαιας.

Το εν λόγω ακίνητο είναι ταυτόσημο με το απεικονιζόμενο με στοιχεία ΙΚΛΜΙ στο τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Ξ. του μηνός Νοεμβρίου 1983 και περιβάλλεται Βορειανατολικά από οδό Πραξιτέλους και νοτιανατολικά, νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά από το με στοιχεία ΘΒΙΚΛΜΓΗΘ ως άνω επίδικο ακίνητο του οποίου συνιδιοκτήτες φέρονται οι λοιποί ενάγοντες.

Τα δύο αυτά ακίνητα περιλαμβάνονται κατ' αρχάς στην απαλλοτριωθείσα έκταση συνεπώς, η μεταβίβαση αυτή αφορά τμήμα του μείζονος ακινήτου, αρχικού εμβαδού 6.500 τ. μ. επί του οποίου (μείζονος κοινού ακινήτου) το δικαίωμα συννομής (αρθ. 994 Α Κ.) ανήκει, όπως αποδείχτηκε κατά τα ανωτέρω, στην Ε. Σ. κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου, στη Ν.

Κ. κατά 4/8 εξ αδιαιρέτου. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ε. Σ. και Ν. Κ. δεν μπορούσαν να διαθέσουν τα ιδανικά τους μερίδια σε συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου, εφόσον δεν επικαλέστηκε ο ενάγων Ε. Χ., ούτε και αποδείχτηκε συμφωνία και του Α. Σ. για τη μεταβίβαση αυτή εφόσον το γεγονός δε και μόνο ότι ο συννομέας Σ.

κατά την κατάρτιση της επίδικης πώλησης ενεργών ως πληρεξούσιος και κατ' εντολή, τόσον της συζύγου του Ε., όσον και της εξαδέλφης του Ν. Κ., που μεταβίβασαν την ιδανική τους μερίδα του επί του συγκεκριμένου μέρους του κοινού πράγματος, δεν αρκεί και δεν υποδηλώνει και συμφωνία του συννομέα αυτού προς διάθεση του εν λόγω ακινήτου.

Συνεπώς, ως προς τον αγοραστή δεν επήλθαν οι μεταβιβαστικές της νομής συνέπειες επί του τμήματος αυτού και πλέον συγκεκριμένα δεν θεωρείται ότι ο εν λόγω αγοραστής απέκτησε τη νομή με ειδική διαδοχή. Βέβαια, αποδείχτηκε, ότι ο ανωτέρω αγοραστής-ενάγων Ε. Χ. παρέλαβε από τις πωλήτριες τη νομή της εδαφικής εκτάσεως που του πωλήθηκε, δηλαδή τα 220 μ2 και άρχισε να ασκεί επ' αυτού τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα αυτός προέβη σε περίφραξη του ακινήτου, σε τοπογράφησή του και στην έκδοση από την πολεοδομία Πειραιώς της 5981/2-10-1980 οικοδομικής αδείας ανέγερσης οικοδομής. Με τον τρόπο αυτό απέκτησε τη νομή πρωτότυπα κατά το άρθρο 974 ΑΚ, την οποία, όπως δεν αμφισβητείται από το Δημόσιο, δεν απώλεσε μέχρι την έγερση της αγωγής του στις 22-3-1988 Το ακίνητο αυτό περιγράφεται με τα στοιχεία ΗΘΙΚΗ στην προαναφερθείσα 79/1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ο.

Ζ. και το συνημμένο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα και ταυτίζεται με περιγραφόμενο με τα στοιχεία ΙΚΛΜΙ ακίνητο στο κτηματολογικό διάγραμμα του Γ. Ξ., το οποίο έχει απαλλοτριωθεί. Όμως εφόσον, ο Ε. Χ. δεν απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο (εννοεί παράγωγο) τρόπο, δεν μπορεί να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, το άρθρο 1051 ΑΚ προϋποθέτει για την προσαύξηση του χρόνου νομής ειδική ή καθολική διαδοχή στη νομή.

Συνακόλουθα, εφόσον ο ενάγων-εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) Ε. Χ. νεμήθηκε το ακίνητο για χρονικό διάστημα που υπολείπεται της εικοσαετίας, ήτοι από 21 Ιανουαρίου 1980 (σύνταξη … συμβολαίου) και μέχρι την άσκηση της αγωγής του την 22 Μαρτίου 1988 δεν κατέστη κύριος αυτού. Επομένως, δεν μπορεί ν' αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημιώσεως λόγω απαλλοτρίωσής του, η οποία καθορίστηκε με την 1035/1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όπως αβάσιμα και πρωτόδικα ισχυρίστηκε".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο και κατ' επέκταση της αναγνώρισής του ως δικαιούχου της καθορισθείσας για το ως άνω ακίνητο λόγω της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, αποζημίωσης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, επειδή η απόφασή του έχει εσφαλμένες παραδοχές αναφορικά με το εμβαδόν των ιδιοκτησιών των Π.

και Γ. Κ., απωτέρων δικαιοπαρόχων του, εντός των οποίων κείται η επίδικη έκταση. Ειδικότερα: α) Δέχεται (το Εφετείο), ότι οι ως άνω είχαν στην κυριότητά τους 870 στρέμματα και στη συνέχεια δέχεται, ότι από αυτά μεταβιβάστηκαν στον Ι. Π. 477,80 στρέμματα, αντί να δεχθεί ότι μεταβιβάστηκαν στον τελευταίο 557,80 στρέμματα.

Β) Δέχεται, ότι ο Ι. Π. με το …/1886 συμβόλαιο μεταβίβασε στον Γ. Κ. 477,80 στρέμματα, αντί να δεχθεί 557,80 στρέμματα. γ) Δέχεται ότι ο Γ. Κ. συνέστησε προίκα με το …/1888 συμβόλαιο υπέρ του Δ. Λ. στο 1/5 της έκτασης των 477,80 στρεμμάτων, αντί να δεχθεί επί των 960 στρεμμάτων. Δ) Δέχθηκε εσφαλμένα, ότι ο Γ. Κ. με το …/1886 συμβόλαιο απέκτησε 477,80 στρέμματα, αντί να δεχθεί ότι αυτός απέκτησε το σύνολο της περιουσίας του πατέρα του εμβαδού 800 στρεμμάτων.

Ε) Δέχθηκε ότι η Β. Λ. με το …/1913 συμβόλαιο συνέστησε υπέρ του γαμβρού της Π. Μ. προίκα επί του 1/5 εξ αδιαιρέτου του αγρού που είχε αποκτήσει με το …/ 904 συμβόλαιο, παρόλο που είχε πωλήσει στον Κ. Π. με το …/1908 συμβόλαιο τα 610 στρέμματα απ' αυτό, με την παραδοχή ότι το εν λόγω τεμάχιο βρισκόταν στον "Κοκκινόβραχο" του Δήμου Πειραιά, χωρίς όμως να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε ποιο ακριβώς αγροτεμάχιο αυτό περιλαμβάνεται.

στ) Ενώ από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (79/1997) προκύπτει, ότι ο πραγματογνώμων δέχεται ότι η επίδικη έκταση συμπίπτει με τους τίτλους του -αναιρεσείοντος- η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε αντίθετα. Και ζ) Η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τις παραδοχές που εκτίθενται στο αναιρετήριο, δέχθηκε εσφαλμένα, ότι το κτήμα των 300 στρεμμάτων το δημιούργησαν οι Π.

Μ. και Μ. Μ., ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτό αποτελούσε υπόλοιπο της ιδιοκτησίας Π. και Γ. Κ.. Οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, που αφορούν αποκλειστικά τις ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, είναι αλυσιτελείς αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως.

Ούτε, επίσης, μπορεί να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του (άρθρο 1051 ΑΚ) για να γίνει έτσι κύριος του επιδίκου με χρησικτησία. Περαιτέρω, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της ίδιας πιο πάνω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, αγνοώντας τα έγγραφα που προσκόμισε αυτός και ιδιαίτερα την 89/19-11-1971 απόφαση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων κτημάτων, σύμφωνα με την οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στα επίδικα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, αλλά αντίθετα, στηριζόμενο αποκλειστικά στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, κατέληξε σε αντίθετο με την ως άνω γνωμοδότηση συμπέρασμα.

Όμως με την αιτίαση αυτή πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και σε σχέση με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, ο εξεταζόμενος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος.

Β. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, ως έγγραφο, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, νοείται αυτό που προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ιδιαίτερο μέσο και δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της 79/1997 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Ό. Ζ., είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τα λοιπά, προβάλλεται, ότι το Εφετείο που δίκασε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ειδικότερα στο αναιρετήριο αναφερομένων συμβολαίων, με το να δεχθεί διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων σε σχέση με το εμβαδόν των ακινήτων των δικαιοπαρόχων του -αναιρεσείοντα- πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω συμβολαίων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους.

Γ. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97).

Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, καίτοι με τις 1312/1988 και 1530/1997 προδικαστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά δεν τάχθηκε σχετικό θέμα απόδειξης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... είναι προφανές ότι οι συμβαλλόμενοι Π.

Μ. και Μ. Μ. κατόπιν συμφωνίας τους επεξέτειναν την ιδιοκτησία τους 1000 μέτρα βορειοανατολικά εντός του κτήματος "Κορυδαλλός" ή "Κουτσικάρη" ή "Ασώματος" ή "Παχύ", που αποτελούσε εδαφική έκταση 9.000 στρεμμάτων περίπου ... όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω συννομείς νέμονταν την ανωτέρω καταληφθείσα έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον έλειπε το στοιχείο της καλής πίστης ...

ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, συμφώνησαν για την προς τα βορειοανατολικά μετατόπιση της ιδιοκτησίας τους και την κατάληψη της ευρύτερης εδαφικής έκτασης των 300 στρεμμάτων ...". Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα …/1943 και …/1943 αντίστοιχα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιά Νικολάου Κορδώση από τα οποία αποδεικνύεται, ότι οι Π.

και Γ. Κ. απέκτησαν έκταση 350 στρεμμάτων εντός της οποία βρίσκεται και το επίδικο και ότι οι Π. Μ. και Μ. Μ. τυγχάνουν εξ αδιαιρέτου κατά το 1/10 συγκύριοι αυτού. Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από "τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω δικανική του κρίση και τα προαναφερθέντα έγγραφα.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδ. α' ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί, ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι, επί δικαιοπραξίας που επιχειρήθηκε από κάποιον στο όνομα άλλου, υποκείμενο αυτής δεν είναι εκείνος που την επιχειρεί, αλλά εκείνος για λογαριασμό του οποίου επιχειρείται, και, επομένως, ο αντιπρόσωπος, ενεργώντας αντί του αντιπροσωπευομένου και για λογαριασμό του, παράγει με την απ' αυτόν επιχειρούμενη πράξη δικαιώματα και υποχρεώσεις για τον αντιπροσωπευθέντα και όχι για τον εαυτό του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ, αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία. Τέλος, κατά το άρθρο 239 ΑΚ, διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου, ενώ διάθεση χωρίς αυτή τη συναίνεση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ισχυροποιείται, αν ο δικαιούχος την εγκρίνει ή αν αυτός που διέθεσε αποκτήσει το αντικείμενο ή κληρονομηθεί από το δικαιούχο.

Με τον τέταρτο, τελευταίο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός ορθά εκτιμάται, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, παρόλο που με το …/1980 πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταβιβάστηκε σ' αυτόν από τις Ε. Σ. και Ν. Κ. η πλήρης κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, ως πληρεξούσιος των οποίων, δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, συνεβλήθη ο τρίτος συννομέας αυτού Α.

Σ. και ο τελευταίος συνήνεσε και συγκατατέθηκε στη μεταβίβαση αυτή δηλώνοντας ότι το επίδικο μεταβιβάζεται και παραδίδεται σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η παράσταση του συννομέα αυτού (Α. Σ.) δεν αρκεί και δεν υποδηλώνει και συμφωνία του προς διάθεση του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσείοντα και, έτσι, το Εφετείο ερμήνευσε ψευδώς τις διατάξεις των άρθρων 236 και 239 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι πωλήτριες δεν μπορούσαν να διαθέσουν τα ιδανικά τους μερίδια σε συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου χωρίς προηγούμενη διανομή με συμφωνία όλων των συννομέων-κοινωνών, τέτοια δε συμφωνία δεν επικαλέστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε, συνακόλουθα δε, δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο Α.

Σ., που ενήργησε στο …/1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Παραρά μόνο ως πληρεξούσιος και κατ' εντολή των πωλητριών Ε. Σ. και Ν. Κ., συνήνεσε ρητά στην κατάρτιση της ένδικης πώλησης, ώστε η με αυτή μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσείοντα να θεωρείται έγκυρη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 21 Ιουλίου 2007 και 22 Απριλίου 2008 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 1082/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Απορρίπτει την από 21-7-2007 αίτηση του Ε. Χ..

Θεωρεί πως η από 22-4-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου δεν ασκήθηκε.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για καθεμία από τις αμέσως πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης, αντίστοιχα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ