Legislator Case Law & Legislation
213/2009 AI generated

213/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 213/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

213/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το αληθινό περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό.

Keywords

AI generated
land register land law archaeological sites building alignment geographical names municipal land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 213 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: εδρεύοντος στο Δήμο ... ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΑΥΤΟΝΟΜΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΣ", ("Α.Ο.Ο.Α."), νομίμως εκπροσωπουμένο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-1987 αγωγή του (Χ) ήδη αναιρεσείοντος-καθού η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1697/1988 μη οριστική, 3314/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7257/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-1-2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1096/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 23-7-2007 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την έκθεση επιδόσεως ... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος - καλών, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 17-1-2006 αίτησης αναιρέσεως, με την από 23-7-2007 κλήση του, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, "σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 13/1951 απόφασης του Πολεμικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 17 του Α.Ν. 1563/1950, αφού δέχθηκε ότι η έκταση που παραχωρήθηκε με αυτήν στον αναιρεσίβλητο Οργανισμό είχε εμβαδόν 1600 περίπου τ.μ., αντί του ορθού που είναι 1600 περίπου στρέμματα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το αληθινό περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Δεν γεννάται, όμως, ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Στην προκείμενη, περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : "Δια του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Χρήστου Κωνσταντίνου, νομίμως μεταγραφέντος, περιήλθεν εις τον ενάγοντα, λόγω πωλήσεως παρά του Α, το εις αυτό και την αγωγή περιγραφόμενο οικόπεδο εκτάσεως 1600 τετρ.μ.

εις ... και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... . Εις τον ανωτέρω Α αυτό το οικόπεδο είχε περιέλθει εν μείζονι εκτάσει 35 στρεμμάτων δια του υπ' αριθμ ... συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Νικ. Μαούνη, νομίμως μεταγραφέντος, λόγω πωλήσεως παρά του Β, ο δε Α διεχώρισε την άνω μείζονα έκταση σε οικόπεδα. Δια της υπ' αριθμ. 13/1951 αποφάσεως του Πολεμικού Συμβουλίου, εκδοθείσης εις εκτέλεση του αρθρ. 17 του Α.Ν. 1563/1950, δημοσιευθείσης στο ΦΕΚ 220/1951 τεύχος Α', νομίμως μεταγραφείσης, μετεβιβάσθη εις τον εναγόμενον οργανισμόν παρά του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, οικοπεδική έκταση, εκτάσεως 1.600 τετρ.

μ. μεταξύ του Νοσοκομείου "..." και του ..., οριζόμενη ΒΔ. με την οδό ..., ΝΔ. με τον μανδρότοιχο του άνω Νοσοκομείου και εν συνεχεία με τμήμα της εκτάσεως της στρατιωτικής πόλεως "..." , ΝΑ. και Α. με τμήμα αυτής, Β. με εκτάσεις της τότε Κοινότητος ... και εν συνεχεία η έκταση αυτή ακολουθεί τη διαχωριστική γραμμή της αυτής ως άνω πόλεως και της Κοινότητος ...

μέχρι της οδού ... . Έκτοτε ο εναγόμενος παρελαβεν εις την νομήν του το οικόπεδο, εις το οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρο το επίδικο και ενήργει επ' αυτού όλες τις αρμόζουσες εις την φύση και τον προορισμόν του πράξεις, με διάνοια κυρίου, ήτοι επίβλεψη, επισκέψεις, ισοπεδώσεις για τις αναγκαίες πράξεις υποδομής για την ανέγερση των οικιών των αξιωματικών, επιτήρηση δια των υπαλλήλων του, διορισμένων φυλάκων.

Ούτω όταν το έτος 1967 ο ενάγων (εκκαλών) επεχείρησε να καταλάβει το επίδικο, περιφράξας αυτό με συρματόπλεγμα, ο εναγόμενος το απεξήλωσε και επανέφερε εις την νομήν του αυτό (επίδικο), ενώ ο πρώτος, μετά ταύτα, και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (1987), ουδεμία πράξη νομής διενήργησε επί του επιδίκου. Άλλωστε ούτε ο δικαιοπάροχος του (Α), πέραν του διαχωρισμού εις οικόπεδα, ενήργησεν εμφανή τινά πράξη νομής, σχετική δε αίτηση του, περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων περί νομής το 1963 απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 423/1963 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου.

Τον Ιούνιο 1979 η περιοχή όπου το επίδικο, κατόπιν ενεργειών του εναγομένου Οργανισμού, ενετάχθη στο σχέδιο πόλεως (ΦΕΚ 321Δ/1979) και προκειμένου να ανεγείρει τις κατοικίες των αξιωματικών, ο εναγόμενος επεμελήθη δια την μεταφοράν του αγωγού της ΕΥΔΑΠ, οικοδόμησε δε τέσσερις πολυκατοικίες και τον χώρο σταθμεύσεως, που καταλαμβάνει τμήμα του επιδίκου, ενώ το υπόλοιπο ευρίσκεται εκτός σχεδίου και αποτελεί κοινόχρηστο χώρο πρασίνου.

Το φθινόπωρο του έτους 1980 συνεργείο του εναγομένου έκαμε αποτύπωση των πεύκων και αγριελιών, τα οποία ευρίσκοντο εις το επίδικον οικόπεδο, εν συνεχεία δε, κατόπιν αδείας του Δασαρχείου, έκοψε ορισμένα δενδρύλια και ήρχισε την κατασκευή του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Τότε ενεφανίσθη ο ενάγων, ο οποίος δια σχετικής από 13/11/1980 αιτήσεώς του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, εζήτησε την λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, ισχυρισθείς ότι προσεβλήθη η νομή του επί του επιδίκου οικοπέδου, η αίτηση του όμως αυτή απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 300/1980 αποφάσεως του άνω Ειρηνοδικείου, η οποία επεκυρώθη δια της υπ' αριθμ. 4727/1981 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί εφέσεως κατά της πρώτης του και νυν εκκαλούντος.

Περαιτέρω και τακτική αγωγή περί νομής του ενάγοντος περί του επιδίκου (από 28/1/1981) απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 3696/1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οποία επεκυρώθη διετής υπ' αριθμ. 6766/1987 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επί εφέσεως κατ' αυτής του και νυν εκκαλούντος, απερρίφθη δε και η κατ' αυτής αναίρεση δια της υπ' αριθμ. 89/1991 αποφάσεως του Αρείου Πάγου" Μετά πάντα ταύτα, δέχτηκε το Εφετείο, το επίδικον δεν περιλαμβάνεται εις τον τίτλον του ενάγοντος, εις το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1966, αλλά εις τον τίτλον του εναγομένου οργανισμού, την υπ' αριθμ. 13/1951 απόφαση του Πολεμικού Συμβουλίου, με την οποία ενεμήθη το επίδικο με διάνοια κυρίου και ούτω εγένετο κύριος, τόσον παραγώγως, όσον και πρωτοτύπως, προς δε για το άνω γεγονός, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο σύνολό του στην άνω απόφαση, αποφαίνεται και η πραγματογνώμων".

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο κυριότητάς του, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι α) την από 5-2-2004 τεχνική έκθεση (γνωμοδότηση) του τοπογράφου μηχανικού ..., β) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα, που είχε οριστεί από το Δικαστήριο και γ) τις καταθέσεις των μαρτύρων ...

και ..., που περιέχονται στην 809/1998 Εισηγητική 'Εκθεση, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα τόσο από την περιεχομένη σ' αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

ΙV.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπή και κάθε ενδίκου μέσου. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να αγνοήσει το αίτημά του για διενέργεια νέας, άλλως συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, υπέπεσε στην πλημμέλεια ου άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ. Όμως, το αίτημα για διενέργεια ή όχι πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά "αίτηση", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 9 εδαφ. γ' ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

V.- Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα το περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγοι εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίοι συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Επομένως ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' και β' ΚΠολΔ, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε με αυτήν το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή της ένστασης του αναιρεσιβλήτου εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

VI.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7257/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ