213/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated213/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το επίδικο, ως κοινόχρηστο, ανήκε κατά κυριότητα στον ενάγοντα Δήμο και παραδίδονταν από τον προηγούμενο Πρόεδρο της Κοινότητας στον επόμενο, μετά τη λήξη της θητείας του. Το 1968, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας το επιχωμάτωσε, τον Αύγουστο δε του 1988, οι εναγόμενοι, σύζυγοι, κατασκεύασαν σ' αυτό πρόχειρο στάβλο για τα ζώα τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 213 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 213/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσαγκανό.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Ληλαντίων, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. Π. Δ. Δ. ) που εδρεύει στο Βασιλικό -Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τριμίντζιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2004 αίτησή της και τους από 1-3-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, της 50/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας). Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι και τα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 Ν. ΔΝΖ/1912 και του άρθρου 241 παρ. 1δ` του Π.
Δ/τος 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, τα κοινόχρηστα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια δήμου ή κοινότητας περιέρχονται στην κυριότητά τους. Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντορωμαϊκού δικαίου (Ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν2 παρ. 8 πανδ 39, 3 ν. 28 Πανδ. 22, 3), ιδιωτικό ακίνητο λάμβανε την ιδιότητα του κοινόχρηστου και με την από αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή με την άσκηση της κοινής χρήσεως επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά από δική της αντίληψη και από πληροφορίες της προηγουμένης έτσι γνώρισε την παρούσα κατάσταση στα τελευταία 80 χρόνια, δηλαδή επί δύο γενεές ανθρώπων που κάθε μία από αυτές συμπληρώνει σαράντα έτη, εφόσον όμως οι προϋποθέσεις αυτές είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) ενόψει του ότι ο θεσμός αυτός δεν αναγνωρίζεται από τον ΑΚ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ, ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα, μεταξύ των οποίων είναι, σύμφωνα με το άρθρο 966 του ίδιου Κώδικα, και τα κοινόχρηστα.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου Δήμου, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Το επίδικο ακίνητο είναι ακάλυπτος χώρος, έκτασης 500 τ. μ. βρίσκεται στην περιφέρεια του ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, στη θέση ....., συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, και από το 1833 μέχρι και 1968 οι κάτοικοι του ενάγοντος Δήμου(πρώην Κοινότητας .....) το χρησιμοποιούσαν για το πότισμα των ζώων τους, γιαυτό και η ανωτέρω ονομασία του, καθώς και για την απόσπαση πλίνθων οικοδομής και αυτή τη χρήση του γνώριζαν.
Το επίδικο, ως κοινόχρηστο, ανήκε κατά κυριότητα στον ενάγοντα Δήμο και παραδίδονταν από τον προηγούμενο Πρόεδρο της Κοινότητας στον επόμενο, μετά τη λήξη της θητείας του. Το 1968, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας το επιχωμάτωσε, τον Αύγουστο δε του 1988, οι εναγόμενοι, σύζυγοι, κατασκεύασαν σ' αυτό πρόχειρο στάβλο για τα ζώα τους.
Ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας επέτρεψε την παραμονή τους για χρονικό διάστημα τριών μηνών, αλλά οι εναγόμενοι εξακολούθησαν να παραμένουν σ' αυτό. Στις 3-10-1989 το ενάγον επέδωσε στους εναγομένους έγγραφο για την απομάκρυνση των ζώων τους με την επισήμανση ότι στην περίπτωση μη απομάκρυνσή τους εντός δύο ημερών από την επίδοση του εγγράφου, αυτά θα απομακρυνθούν με έξοδά τους από τον ίδιο.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το επίδικο, ως κοινόχρηστο και πράγμα εκτός συναλλαγής, που ανήκει κατά κυριότητα στον αναιρεσίβλητο Δήμο, είναι ανεπίδεκτο και έκτακτης χρησικτησίας, επίσης δε ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται μεν αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματός του στο επίδικο, όμως δεν αναφέρουν και ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του, ώστε να καθίσταται η άσκηση του δικαιώματός του καταχρηστική.
Με βάση τις παραδοχές αυτές , έκρινε ως ουσιαστικώς βάσιμη της αγωγή και ως μη νόμιμη και αόριστη, αντιστοίχως, τις εντάσεις των εναγομένων περί απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και περί καταχρηστικής άσκησης της με την αγωγή ασκούμενης αξίωσης του ενάγοντος, επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της ιδιότητας του επιδίκου ως κοινόχρηστου, της κυριότητας επ' αυτού του ενάγοντος Δήμου, καθώς και περί της μη δυνατότητας κτήσης της κυριότητας τούτου, ως κοινόχρηστου, με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης, με μη εφαρμογή, των διατάξεων των άρθρων του Π. Δ. 410/1995, 240 παρ. 3, κατά την οποία, ακίνητα και κινητά πράγματα, αξίες και οτιδήποτε άλλο ανήκει στην περιουσία των Δήμων και Κοινοτήτων πρέπει να καταγράφονται στα βιβλία τους, 241 παρ. 1γ, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που ένας συνοικισμός αποσπάται από ένα δήμο ή μία κοινότητα και αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερη κοινότητα, τα ακίνητα....
του συνοικισμού που είναι προορισμένα για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, παραμένουν στην κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας από όπου αποσπάσθηκε ο συνοικισμός, εκτός αν ήταν προορισμένα αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του συνοικισμού, 245, σύμφωνα με την οποία, οι δήμοι και κοινότητες οφείλουν να καταρτίζουν και να τηρούν κτηματολόγιο των ακινήτων τους, στο οποίο καταχωρίζεται και το είδος του ακινήτου, καθώς και των άρθρων 185 του Π.
Δ. 393/1975, με την οποία ορίζεται ότι, .....το κτηματολόγιο καταρτίζεται από πρωτοβάθμια επιτροπή συνιστώμενη κατά Δήμο ή Κοινότητα με απόφαση του Νομάρχη, 85 ΝΔ 4260/1962 και 205 ΝΔ 2888/1954, με τα οποία προβλέπεται, ότι δημοτικοί και κοινοτικοί χώροι, κατεχόμενοι κατά την έναρξη ισχύος του ν. δ. 4260/1962 επί 10ετία τουλάχιστον άνευ δικαιώματος μπορούν να εκποιηθούν απ' ευθείας στους κατόχους τους, υπό τις εκεί προϋποθέσεις, και ότι δεν επιτρέπεται η εκτέλεση δημοτικού ή κοινοτικού έργου μη περιλαμβανόμενου στο γενικό πρόγραμμα προτεραιότητας εκτελεστέων έργων του οικονομικού έτους...... .
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν κυρίως υποχρεώσεις των δήμων και των κοινοτήτων ως προς τη διατήρηση, προστασία και διαχείριση της κάθε είδους περιουσίας τους (άρθρ. 240 παρ. 1, 2 Π.Δ. 240/1995), και όχι τον τρόπο που ιδιωτικό ακίνητο λάμβανε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με την από αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα καθώς και την κτήση της κυριότητας τούτου από δήμο ή κοινότητα, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, και επομένως η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Με το δεύτερο λόγος αναίρεσης , δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, αναφορικώς, με την άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, του προορισμού του επιδίκου για την εκπλήρωση δημοτικού ή κοινοτικού σκοπού, της περιγραφής και της τύχης των υφιστάμενων κτισμάτων επί του ακινήτου τούτου, καθώς και περί παράγωγου τρόπου της κτήσης κυριότητας τούτου από τον αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον τα ως άνω ζητήματα, στα οποία αναφέρεται ο λόγος αυτός, δεν ήταν ουσιώδη για τον χαρακτηρισμό του επίδικου ως κοινόχρηστου καθώς και για την κτήση της κυριότητάς του από τον αναιρεσίβλητο Δήμο και συνεπώς η μη αναφορά τούτων στην προβαλλόμενη απόφαση δεν θεμελιώνει το λόγο αυτό της αναίρεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον μέχρι της ισχύος του Ν.
Δ. 31/1968 "ΟΤΑ-Εφαρμογή διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων...." ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό του επιδίκου, αφού η εναγομένη και οι θετοί γονείς της, νεμήθηκαν αυτό με διάνοια κυρίου, από το έτος 1945 και εφεξής συνεχώς μέχρι την 9-2-1998. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, ως προς τη δυνατότητα απόκτησης του επίδικου ακινήτου, ως κοινόχρηστου, με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμογής τυγχάνει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης αναφορικώς με την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν έχει δε εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση, ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη.
Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8α, β ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο από το έτος 1833 συνεχώς, ανήκει κατά κυριότητας τον ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, ως πράγμα δε εκτός συναλλαγής είναι ανεπίδεκτο έκτακτης χρησικτησίας. .
γιατί ειδικότερα το χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ..... για το πότισμα των ζώων τους και για απόσπαση πλίνθων οικοδομής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της από 10-10- 2000 ένδικης αγωγής προκύπτει ότι τα ανωτέρω, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης περιστατικά, ως προς την ιδιότητα του επίδικου ακινήτου ως κοινόχρηστου, επομένως και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, και της κτήσης της κυριότητας τούτου από τον αναιρεσίβλητο, προβλήθηκαν από τον τελευταίο και, επομένως, νομίμως λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έκρινε την αγωγή ορισμένη, καθόσον, στο δικόγραφο αυτής υπήρχε αοριστία, ως προς την ιδιότητα του επιδίκου, ως κοινόχρηστου, και ως προς την περιέλευη στον ενάγοντα Δήμο από το 1833, χωρίς διευκρίνιση του τρόπου περιέλευσης σ' αυτόν, καθόσον, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν έγινε επίκληση από τον ενάγοντα των περιστατικών αυτών.
Επειδή, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη, πρέπει να δια λαμβάνει ποιό ήταν ακριβώς το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, και ως προς ποιό σημείο ακριβώς κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του.
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της ένστασης αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά που την θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 14, όπως εκτιμήθηκε, (και όχι από τους αριθ. 1 και 19 της ίδιας διάταξης, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την ένσταση της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, με την αιτιολογία ότι δεν γινόταν επίκληση ειδικών περιστάσεων, ενώ, σύμφωνα με τον λόγο αυτό της αναίρεσης, οι εναγόμενοι είχαν επικαλεσθεί την κατασκευή στο επίδικο στάβλου, την εκτροφή ζώων, την εγκατάσταση ειδών ξυλείας, την φύτευση δένδρων, την περίφραξη του χώρου κλπ.
Δεν αναφέρεται όμως περαιτέρω στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενη της εν λόγω ένστασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν με αυτήν γινόταν επίκληση ειδικών περιστάσεων, εξαιτίας των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την ήδη αναιρεσείουσα και, επομένως, αν εσφαλμένως το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, ως αόριστη, με την ως άνω αιτιολογία.
Πρέπει, συνεπώς, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αόριστος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή για τυπικό λόγο, όπως για αοριστία του δικογράφου της, όταν καταστεί τελεσίδικη δημιουργεί δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό αυτό ζήτημα της αοριστίας και όχι ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που είχε καταχθεί σε δίκη με την αγωγή, το οποίο με την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης δεν εξετάζεται.
Το από την κρίση του δικονομικού ζητήματος δεδικασμένο, δεσμεύει το δικαστήριο που εξετάζει τη νέα αγωγή, μόνο αν αυτή έχει την ίδια δικονομική έλλειψη που είχε και η προγενέστερη αγωγή που απορρίφθηκε, οπότε, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς η εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και τα νομικά και πραγματικά σφάλματα της απόφασης, θα απορρίψει αυτό ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω δεδικασμένου.
Ο ενάγων όμως έχει την ευχέρεια να βελτιώσει την αγωγή ως προς τη δικονομική έλλειψη και να την ασκήσει εκ νέου με την επίκληση της ίδιας ιστορικής και νομικής αιτίας και του ιδίου αιτήματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, το οποίο προκύπτει από την 613/1999 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής μεταξύ των ιδίων, όπως και τώρα, διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, η οποία είχε την ίδια με την ένδικη αγωγή ιστορική και νομική αιτία, την οποία απέρριψε ως αόριστη για ελλείψεις οι οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν και στην ένδικη αγωγή.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την 613/1999, ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, απορρίφθηκε, ως αόριστη η από 15-1-1998 και με αριθ. καταθ. 58/1998 διεκδικητική αγωγή του επίδικου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου κατά (και) της ήδη αναιρεσείουσας, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, ενώ σ' αυτήν εκτίθεται ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος......
επειδή είναι κοινόχρηστο, ο ενάγων αορίστως ισχυρίζεται ότι "το ανωτέρω ακίνητο διακατέχω και νέμομαι από αμνημονεύτων ετών, προβαίνω...... στις προσιδιάζουσες επ' αυτού διακατοχικές πράξεις....... το επίδικο εχρησιμοποιείτο προ εκατό και πλέον ετών από τους κατοίκους του χωρίου κλπ", διότι δεν εξειδικεύει την αόριστη νομική έννοια "προ αμνημονεύτων ετών", ούτε και έκανε προσδιορισμό των πράξεων νομής από τους κατοίκους του χωρίου "προ εκατό και πλέον ετών", αφού δεν επικαλείται και ότι άρχισαν από συγκεκριμένο έτος και μετά προ του 1946 να το νέμονται , ώστε να είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν η επικαλούμενη από τον ενάγοντα νομή καλύπτει τα 80 έτη προ του 1946 ή όχι.
Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων επικαλέσθηκε τα ανωτέρω ελλείποντα στοιχεία, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του δημοτικού της διαμερίσματος "....." και εντός των ορίων του οικισμού της πρώην Κοινότητας ....., έχει την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, που ανήκει στην κυριότητά του, δοθέντος ότι από αμνημονεύτων ετών, δηλαδή από το ήμισυ του 18ου αιώνα και μέχρι του έτους 1988 είχε προορισμό αποκλειστικό τη χρήση του από τους κατοίκους του χωρίου της ....
οι οποίοι παλαιότερα χρησιμοποιούσαν αυτό για το πότισμα των ζώων τους, επίσης δε κατά τους θερινούς μήνες το χρησιμοποιούσαν για να αποσπούν πλίνθους για τις οικοδομές τους, το 1968 ο χώρος αυτός, που ανήκε στην Κοινότητα ...., ως κοινόχρηστος κοινοτικός, επιχωματώθηκε και απέκτησε επίπεδη ενιαία μορφή οικοπέδου, έκτοτε, δε, χωρίς να απολέσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, χρησιμοποιείτο από τους κατοίκους του χωρίου ....
για την εναπόθεση αγροτικών μηχανημάτων και αυτοκινήτων. Με τις προσθήκες αυτές αίρονται οι δικονομικές ελλείψεις της αγωγής που είχαν επισημανθεί με την 613/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας σχετικά με την προηγούμενη αγωγή του ενάγοντος, ως προς την αοριστία αυτής, ως προς την οποία υφίσταται δεδικασμένο από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ομοίως, ήτοι ότι δεν υφίσταται αοριστία της ένδικης αγωγής, ορθώς έκρινε και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 περ. 11αΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, την από 12-9-1988 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος προς την αναιρεσείουσα, το από 20-10-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό και το από 20-8-1981 έγγραφο της Κοινότητας ....
προς την ήδη αναρεσείουσα, τα οποία ήταν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών με τις ενώπιον του Εφετείου, από 30-11-2003, προτάσεις του ήδη αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, αλλά με απλή ενσωμάτωση σ' αυτές, σε φωτοτυπικό αντίγραφο, των από 5-11-2001 πρωτόδικων προτάσεων αυτού, που επανυποβλήθηκαν, στις οποίες γινόταν επίκληση τούτων, χωρίς αναφορά και επίκληση συγκεκριμένων μερών αυτών, καθώς επίσης και χωρίς να αναφέρονται στοιχεία της ταυτότητας των μαρτύρων που αντιστοιχούσαν σε κάθε μία ένορκη βεβαίωση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση των ανωτέρω προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, και επομένως μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της (άρθρ. 237 παρ. 3, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 2915/2001) να προβάλλει τον ισχυρισμό της για την μη σύννομη επίκληση από τον αντίδικό της των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμούς που αφορούν τη δημόσια τάξη, προτάθηκαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2004 αίτηση και τους από 1-3-2005 πρόσθετους λόγους της ..... για αναίρεση της 50/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών(μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ