2139/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2139 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη ΧÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 2139 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Π. και 3) Α. Κ. του Π., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπρούζο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Α. και 2) Ε. συζ. Κ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2009 και 29-9-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 12-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 101/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 12/15-11-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 101/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Οι αναιρεσίβλητοι με τις υπ' αρ. εκθ. κατ. 114/2009 και 211/2009 αγωγές τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου εξέθεσαν, ότι αυτοί και οι εναγόμενοι - ήδη αναιρεσείοντες είναι συνιδιοκτήτες των αναφερομένων σ' αυτές οριζοντίων ιδιοκτησιών της περιγραφόμενης στις αγωγές πολυώροφης οικοδομής, που έχει υπαχθεί νομίμως στις διατάξεις του ν. 3741/ 1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. Ότι δυνάμει συμβατικής δέσμευσης, που περιέχεται στην οικεία πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας αποδέχθηκαν νομίμως οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, όλοι οι συνιδιοκτήτες όφειλαν να συμμετάσχουν, ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του οικοπέδου, στις δαπάνες και τα έξοδα για την ανέγερση των κοινών μερών της οικοδομής. Ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να συμβάλουν στις δαπάνες και τα έξοδα, κατά το ανήκον σ' αυτούς ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, των κοινών μερών της οικοδομής. Ζήτησαν δε με την πρώτη αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κατά ποσοστό 2/8 ο πρώτος και κατά 3/8 καθένας των λοιπών, να τους καταβάλουν το ποσό των 13.224 ευρώ και με την δεύτερη αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κατά τα αυτά ποσοστά, να τους καταβάλουν το ποσό των 12.723,33 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές και τις έκανε δεκτές με την 52/2012 απόφασή του.
' Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με την υπ' αρ. εκθ. καταθ. 173/11-7-2012 εκπρόθεσμη (μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δοθέντος ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε επιδοθεί στους εναγομένους την 22-6-2012) έφεση οι εναγόμενοι ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και ζήτησαν την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθούν οι αγωγές. Στο δικόγραφο δε της έφεσης ενσωμάτωσαν και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση επικαλούμενοι ότι δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκηση της έφεσης, εξ αιτίας ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα λόγω αιφνίδιας ασθένειας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, την οποία περιγράφουν επικαλούμενοι αποδεικτικά μέσα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε, ως εκπρόθεσμη, την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, απέρριψε και την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο? ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, (βλ. Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1809/2007). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518, 532, 652 παρ. 1 και 2, 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο διάδικος, ο οποίος διαμένει στην ημεδαπή και δεν άσκησε έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δ. μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε, με απόφαση του δικαστηρίου, να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη. Το αίτημα επαναφοράς υποβάλλεται είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για την ολοκλήρωση της άσκησης του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν αρκεί η, εντός των οκτώ ημερών από την άρση της ανώτερης βίας ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου που αποτελούν την προθεσμία υποβολής του (Κ.Πολ.Δ. 652 παρ. 2), κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος (Κ.Πολ.Δ. 155 παρ. 1, 215 παρ. 1, 217). Εάν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1155/2012, ΑΠ 2064/2009, ΑΠ 376/2008, ΑΠ 205/2003). Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Η ύπαρξη παντός πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας (Κ.Πολ.Δ. 152 παρ. 2), ακόμη και ελαφριάς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας (ΑΠ 518/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό του τις εξής αιτιολογίες: "Οι ενάγοντες επέδωσαν νομότυπα στους εναγόμενους την άνω απόφαση στις 22.06.2012 (βλ. υπ' αριθμ. 5580, 5581 και 5582/22.06.2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Δ. Μ., από τις οποίες προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στον τόπο εργασίας τους, ότι οι 1ος και 3ος εναγόμενοι παρέλαβαν οι ίδιοι το αντίγραφο της απόφασης, για λογαριασμό δε του 2ου εξ αυτών παρέλαβε το αντίγραφο της απόφασης ο 1ος εναγόμενος - πατέρας του - συνεργάτης στην εργασία του). Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες εναγόμενοι άσκησαν την από 11.07.2012 (αρ. εκθ. καταθ. 173/11.07.2012) έφεση, ήτοι μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό στο δικόγραφο της έφεσης ενσωμάτωσαν και την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση επικαλούμενοι ότι δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκηση της έφεσης, εξαιτίας ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αιφνίδιας ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Μπρούζα, την οποία περιγράφουν, επικαλούμενοι προς τούτο και την από 09.07.2012 ιατρική γνωμάτευση του ειδικευόμενου ιατρού Γενικής Χειρουργικής Θ. Σ. στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου και την υπ' αριθμ. .../11.07.2012 ένορκη βεβαίωση της Χ. Α. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γεωργ. Γαλλέα, το πρωϊ της 09.07.2012, ήτοι της τελευταίας ημέρας της δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση της έφεσης. Όμως, οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύουν ότι την ως άνω αίτηση επαναφοράς, που ήταν ενσωματωμένη στο δικόγραφο της έφεσης, επέδωσαν στους αντιδίκους τους - εφεσιβλήτους εντός οκταημέρου από την άρση του εμποδίου (από 11.07.2012), με συνέπεια το απαράδεκτο αυτής, εφόσον, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, μόνη η κατάθεση στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου του δικογράφου της έφεσης, στο οποίο ήταν ενσωματωμένη η αίτηση επαναφοράς, μέσα στην προθεσμία των οκτώ (8) ημερών από την άρση του κωλύματος (άρθρο 652 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), δεν αρκεί, αλλά θα έπρεπε μέσα στην ίδια προθεσμία να γίνει και η επίδοση αντιγράφου του ως άνω δικογράφου στους αντιδίκους τους - εφεσιβλήτους.
Συνεπώς, εφόσον με την πάροδο της ως άνω προθεσμίας των οκτώ ημερών, επήλθε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 και 158 ΚΠολΔ, αυτοδικαίως έκπτωση από το δικαίωμα επαναφοράς, που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, οι κρινόμενες α) αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) έφεση, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους".
Και με τις αιτιολογίες αυτές ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθώς τις προαναφερθείσες δικονομικές διατάξεις απέρριψε, ως απαράδεκτες, τόσο την αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση όσο και την έφεση, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την πρώτη αιτίαση αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., με τον ισχυρισμό, ότι για το παραδεκτό της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όταν αυτή ασκείται με το δικόγραφο της έφεσης, δεν απαιτείται και η επίδοση στην αυτή προθεσμία των οκτώ ημερών, στην οποία αρκεί να γίνει η κατάθεση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος, ως προς τη δεύτερη αιτίασή του, όπως και ο δεύτερος λόγος, ως προς τη δεύτερη αιτίασή του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997, ΑΠ 1413/2010), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/1991, ΑΠ 1413/2010), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 1524/2007, ΑΠ 403/2009, ΑΠ 941/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο επικουρικώς προβληθείς με την έφεση ισχυρισμός τους, προς στήριξη του παραδεκτού (εμπροθέσμου) της έφεσης, ότι, σε περίπτωση που δεν θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεση εκ λόγων ανωτέρας βίας, όσον αφορά στους 2ο και 3ο δεν έχει "τρέξει" η προθεσμία της έφεσης, καθόσον αυτοί μόλις είχαν λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης και συντρέχει λόγος άκυρης επίδοσης αυτής στη φερομένη ως επαγγελματική διεύθυνση του β' εξ αυτών, καθόσον αντίγραφα αυτής προς τον 2ο και 3ο τούτων επιδόθηκαν στον συνταξιούχο πατέρα τους Π. Κ., ο οποίος δεν είναι ούτε σύνοικος ούτε υπάλληλος αυτών, ούτε φέρει κάποια ιδιότητα εκ των προβλεπομένων στα άρθρα 124 παρ. 2 και 129 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 130 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές, ότι οι ενάγοντες επέδωσαν νομότυπα στους εναγομένους την απόφαση με τις προαναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης, είναι προφανές ότι ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος από το Εφετείο, ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 12/15-11-2013 αίτηση για αναίρεση της 101/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ