Legislator Case Law & Legislation
2139/2013 AI generated

2139/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2139/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2139 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2139 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου .

Του αναιρεσίβλητου: Β. Τ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπραβάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 427/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5212/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τρίτος λόγος και κατά το πρώτο σκέλος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5212/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, απέρριψε την από 20-4-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 427/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 18-3-2008 ανακοπή του αναιρεσίβλητου και είχε ακυρωθεί η 760/2008 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσόν των 264.123 ευρώ νομιμοτόκως με βάση ισόποση επιταγή εκδόσεώς του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα. Η θεμελίωση του λόγου προϋποθέτει πλημμέλειες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ. ΑΠ 25/2003, 11/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 ΑΚ: "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, (όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν) αλλά και εκ του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ (το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου): "Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία αισχροκερδής -καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική τοιαύτη, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2095/2009, 834/2011). Ενόψει αυτών δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί καταπλεονεκτική, με την έννοια της εκμεταλλεύσεως της απειρίας, σύμβαση εγγυήσεως στην οποία συμβάλλεται, ως εγγυητής, πρόσωπο ενήλικο με πανεπιστημιακές σπουδές (έστω και μη οικονομικού περιεχομένου), που είναι επιπλέον και συγγενής του πρωτοφειλέτου, και μέλος εμπορικής εταιρίας και κάτοχος δεσμίδων ("μπλόκ") επιταγών τραπέζης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (πλήν άλλων) δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... Ο ανακόπτων ... θέλοντας να γεφυρώσει το χάσμα που επικρατούσε μεταξύ του πατρός του και των ... συνεταίρων του, οι οποίοι δεν είχαν πλέον καμιά επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ τους, έθεσε θέμα εκ νέου διορισμού του πατέρα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας, λόγω της πολυετούς εμπειρίας του ως εργολάβου οικοδομών. Για να συναινέσει η καθής στην πρόταση αυτή, ... έθεσε ως προϋπόθεση την καταβολή προς αυτήν ποσού 100.000.000 δρχ. ... που μειώθηκε στη συνέχεια σε 90.000.000 δρχ. ... Ως πρόσθετη δε προϋπόθεση και προς εξασφάλισή της ότι θα της αποδοθούν τα κέρδη της από τη συμμετοχή της στην ως άνω εταιρεία, απαίτησε κατά την κατάρτιση του νέου ιδιωτικού συμφωνητικού να συμβληθεί ως εγγυητής ο ανακόπτων, ο οποίος επίσης θα έπρεπε να της παραδώσει κατά την υπογραφή του και μια ισόποση του οφειλόμενου σ' αυτήν ποσού τραπεζική επιταγή. Ο ανακόπτων αρχικά έφερε αντιρρήσεις στην άνω απαίτηση της εκκαλούσας, ... και ... αποφάσισε να αναμειχθεί, ... διότι εκείνη την περίοδο η οικογένειά του αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα ρευστότητας καθώς και προβλήματα υγείας της μητέρας του, ... ενώ ο ίδιος ήταν άνεργος και στερείτο περιουσίας και οικονομικών πόρων. ... Τελικά, παρά τις αντιρρήσεις του ο ανακόπτων ... δέχθηκε ... και μαζί με την καθής και τον πατέρα του υπέγραψε ... το από 25-4-2006 "ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής και συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς", με το οποίο 1) ο πατέρας του ανακόπτοντος ... αναγνωρίζει ότι οφείλει στην καθής το ποσόν των 264.123 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποκομισθέντα κέρδη από τη δραστηριότητα της ... εταιρείας, τα οποία δικαιούται να λάβει η καθής λόγω συμμετοχής της σ' αυτήν, ... 6) ο ανακόπτων ανέλαβε την ευθύνη ως εγγυητής απέναντι στην καθής, ότι θα καταβληθεί σ' αυτήν το σύνολο της ως άνω οφειλής του πρωτοφειλέτη πατέρα του, ... παρέδωσε δε σ' αυτήν (καθής) την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του, ποσού 264.123 ευρώ, με χρονολογία έκδοσης την 30-9-2007, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Στη συνέχεια ... υπογράφηκε μεταξύ της καθής, του Ι. Τ. και του ανακόπτοντος το από 3-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το ανωτέρω από 25-4-2006 όμοιό του ως προς την ημερομηνία καταβολής του ποσού των 264.123 ευρώ, που ορίσθηκε πλέον η 30-11-2007, ενώ αντικαταστάθηκε και η ανωτέρω επιταγή με την υπ' αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή εκδόσεως του ανακόπτοντος, ποσού 264.123 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-2007, πληρωτέα στην Τράπεζα PROBANK. ... Η καθής κατά την ημερομηνία πληρωμής εμφάνισε την επίδικη επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, η οποία δεν πληρώθηκε και βάσει αυτής εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Από τα άνω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά ... αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα κατά την σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως και την έκδοση της επιταγής εκ μέρους του ανακόπτοντος εκβίασε αυτόν κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και περαιτέρω εκμεταλλεύθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης αυτής (εγγυήσεως) την ανάγκη του, λόγω του καταχρεωμένου πατρός του, για άμεση ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας και την είσπραξη του μεριδίου του (πατέρα του) μετά το πέρας της εκκαθάρισης, προς αντιμετώπιση των πολλαπλών προβλημάτων της οικογενείας του γενικά. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η υπογραφή της σύμβασης εγγυήσεως και η συνεπεία αυτής ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους του ανακόπτοντος έκδοσης της επίδικης επιταγής, είναι άκυρη ως αισχροκερδής και καταπλεονεκτική, αφού κατά την σύναψή της η εκκαλούσα εκμεταλλεύθηκε την άμεση και επιτακτική ανάγκη του ανακόπτοντος για επίλυση των δεινών οικονομικών προβλημάτων τόσο του πατρός του όσο και της οικογενείας του γενικά, καθώς και την επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει η εκκαθάριση της ... εταιρείας από τον ίδιο τον πατέρα του, ενόψει του ότι ... τα οικονομικά προβλήματα ... διογκώνονταν καθημερινώς, ... γεγονός που γνώριζε πολύ καλά η εκκαλούσα, που συνδεόταν και με συγγενικό δεσμό με την οικογένειά του και η οποία εκτός της άνω αναλυτικά αναφερθείσης άμεσης και επιτακτικής ανάγκης του ανακόπτοντος εκμεταλλεύθηκε και την απειρία του περί τις συναλλαγές λόγω του νεαρού της ηλικίας του, μόλις 24 ετών, λόγω της απουσίας του για σπουδές πάνω στη φυσική επιστήμη μέχρι την ηλικία αυτή στο Λονδίνο και την έλλειψη εκ του λόγου αυτού πείρας ως προς τα οικονομικά μεγέθη και τις τιμές στις συναλλαγές. Απεναντίας η εκκαλούσα ήταν έμπειρη περί τις συναλλαγές, ως δικηγόρος από το έτος 1993, και μαζί με τον πατέρα του ανακόπτοντος υπήρξε ενεργό ετερόρρυθμο μέλος της άνω κατασκευαστικής υπό εκκαθάριση εταιρείας. ... Αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της ότι ο ανακόπτων ήταν έμπειρος περί τις συναλλαγές, αφού από το έτος 1999 συμμετείχε σε κατασκευαστική εταιρεία του πατέρα του με την επωνυμία " …" και ότι είχε μπλοκ επιταγών, αφού αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή του στην εταιρεία ήταν τυπική μόνο, δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως το έτος 2004 απουσίαζε λόγω σπουδών στο Λονδίνο ... και δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμμετέχει ενεργά στην εταιρεία αυτή και να έχει αποκτήσει για το ίδιο χρονικό διάστημα και εμπειρία περί τις συναλλαγές. ... Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω ... η εκκαλούσα εκμεταλλευθείσα την απειρία και την ανάγκη του ανακόπτοντος - εγγυητή, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό της περιουσιακό ωφέλημα, ήτοι απαίτησε να εγγυηθεί ο ανακόπτων και να εκδώσει την επίδικη επιταγή ποσού 264.123 ευρώ, το οποίο τελεί ... σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή της, που συνίστατο στη μεταβίβαση της εταιρικής της μερίδας στον πατέρα του ανακόπτοντος (υπολογισθείσης όμως ... πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και την εξόφληση των χρεών προς τρίτους), καθώς και την συναίνεσή της για τον εκ νέου διορισμό του τελευταίου ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Άρα η ανάληψη υποχρέωσης έκδοσης εκ μέρους του ανακόπτοντος της επίδικης επιταγής ως εγγυητή, αποτελεί προϊόν αισχροκερδούς και καταπλεονεκτικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη δικαιοπραξίας, καθόσον δεσμεύτηκε υπερβολικά η ελευθερία του ανακόπτοντος, έγινε εκμετάλλευση της απειρίας του και της ανάγκης του, και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε. Επομένως δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμ. 760/2008 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και πρέπει να ακυρωθεί". Κατόπιν αυτού το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' αποδοχή της ανακοπής του αναιρεσίβλητου, είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, οι συμφωνίες της 25-4-2006 και 3-10-2007 προήλθαν από προσπάθειες και πρωτοβουλίες του ίδιου του αναιρεσίβλητου και αποτύπωσαν τη συμβιβαστική επίλυση των εκατέρωθεν διαφορών για την λιμνάζουσα επί σειρά ετών εκκαθάριση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …", ομόρρυθμος εταίρος της οποίας ήταν ο πατέρας του αναιρεσίβλητου, ένα δε των ετερορρύθμων μελών η αναιρεσείουσα. Λαμβάνοντας δε περαιτέρω υπόψη, με βάση τις παραδοχές της ίδιας αποφάσεως, ότι το ύψος των απαιτήσεων της τελευταίας από τη συμμετοχή της στην εταιρεία αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί από τον πατέρα του αναιρεσίβλητου, η αξίωσή της να εγγυηθεί υπέρ αυτής την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως, πλην του πρωτοφειλέτη, και ο αναιρεσίβλητος, δεν καθιστά, χωρίς άλλο, την ενέργειά της αυτή αντίθετη με τα χρηστά ήθη. Σε κάθε περίπτωση, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστά εκμετάλλευση της απειρίας του ως προς τις οικονομικές συναλλαγές γενικότερα, η σύμβαση εγγυήσεως υπέρ του πρωτοφειλέτη, στην οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνεβλήθη ως εγγυητής ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος τυγχάνει ενήλικος (24 ετών), που έχει πραγματοποιήσει ανώτατες σπουδές στην αλλοδαπή, έστω και μη οικονομικού αντικειμένου, και ο οποίος είναι κάτοχος μπλοκ επιταγών δύο διαφορετικών Τραπεζών και ετερόρρυθμο μέλος άλλης κατασκευαστικής εταιρείας, -ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι ο πατέρας του-, υπέρ του οποίου και εγγυήθηκε ότι θα κατέβαλλε ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής ετερόρρυθμης κατασκευαστικής εταιρείας τα κέρδη της στα λοιπά ετερόρρυθμα μέλη της. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, τυγχάνουν βάσιμοι. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί το παράβολο των τριακοσίων (300) ευρώ στην αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο δε αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5212/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο των τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατέθηκε με το υπ' αριθμ. 8869936 σειρά VI διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ