2139/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2139 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 2139 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2139/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.
Της αναιρεσίβλητης: Ήδη λυθείσης και υπό εκκαθάριση τελούσης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Απ. Αποστολόπουλος και Σία ΟΕ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρούλα Τσακανίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/1998 μη οριστική, 72/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 26-4-2007 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 126 παρ. 1δ' ΚΠολΔ η επίδοση κάθε εγγράφου για νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπων γίνεται στον εκπρόσωπό τους, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου, εάν υπάρχουν περισσότεροι νόμιμοι αντιπρόσωποι, αρκεί η επίδοση σε έναν απ' αυτούς. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 778 ΑΚ, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 18 ΕμπΝ και επί προσωπικών εμπορικών εταιρειών, ορίζεται ότι, λυθείσης της εταιρείας, η εκκαθάριση ,αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από κοινού από όλους τους εταίρους ή από εκκαθαριστή, ο οποίος διορίσθηκε με ομόφωνη απόφαση όλων. Περαιτέρω, ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 72 του ΑΚ ότι το νομικό πρόσωπο μετά τη διάλυσή του τελεί αυτοδίκαια σε εκκαθάριση και ότι έως το τέλος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής θεωρείται υφιστάμενο, ενώ με την διάταξη του άρθρου 74 ΑΚ ορίζεται ότι ο εκκαθαριστής επέχει θέση διοικούντος το νομικό πρόσωπο και ότι η εξουσία αυτού περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών αναμφίβολα προκύπτει, ότι δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά ομόρρυθμης εταιρείας που βρίσκεται σε εκκαθάριση, εάν η σχετική κλήση (άρθ. 568 παρ. 4 ΚΠολΔ) επιδοθεί μόνο σε έναν από τους τυχόν περισσότερους εκκαθαριστές της, αφού κατά σαφή διάταξη του άρθ. 126 παρ. 2 ΚΠολΔ αρκεί η επίδοση σε έναν απ' αυτούς. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο κατ' εκτίμηση προβαλλόμενος με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας που βρίσκεται σε εκκαθάριση ισχυρισμός περί απαραδέκτου της συζήτησης λόγω επίδοσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς συζήτηση αυτής σε έναν μόνο από τους τρεις εταίρους-εκκαθαριστές αυτής.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Eξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 3 της 146/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκεν εκτελεστή με την 10262/1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'17/1985) "Σαν βοηθοί Λογιστές θεωρούνται οι απασχολούμενοι με τις κατευθύνσεις και οδηγίες των υπεύθυνων λογιστών στα λογιστήρια (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας σε τμήμα ή χώρο άλλο ο οποίος έχει οργανική σχέση με το λογιστήριο) για την τήρηση και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, όπως και οι απασχολούμενοι με την σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που έχουν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων στενά συνδεομένων με λογιστικά βιβλία, στο οποία κατά πλήρη αντιγραφή ή περιληπτικά, αυτά καταχωρούνται κατόπιν, ασχέτως του χρησιμοποιουμένου μέσου (χειρόγραφο, χρήση ηλεκτρικής μηχανής) με τις οδηγίες υπεύθυνου λογιστού, είτε τηρούντες διάφορα στοιχεία χρησιμεύοντα στο λογιστήριο (τιμολόγια, διπλότυπα εισπράξεων, εξωλογιστικό ημερολόγιο, ημερήσιες καταστάσεις συναλλακτικών πράξεων, κλπ.) είτε απασχολούμενοι με την ενημέρωση καρτελλών ή καταμέτρηση εμπορευμάτων μη αποκλειόμενης και της ανάθεσης από τον εργοδότη εκτέλεσης απ` αυτούς και άλλων υπαλληλικών εργασιών για συμπλήρωση του νομίμου ωραρίου. Η απλή και μόνο καταμέτρηση εμπορευμάτων, όπως και η απλή και μόνον ενημέρωση των καρτελλών περί των εισαγoμένων και εξαγομένων ειδών, κατά την ποσότητα και το είδος αυτών δεν προσδίδει στον εκτελούντα τις εργασίες αυτές εργαζόμενο την ιδιότητα του βοηθού λογιστού". Στην κρινομένη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας ,κρίνοντας ύστερ' από την άσκηση έφεσης από την αναιρεσείουσα επί αγωγής αυτής κατά της αναιρεσίβλητης ,δέχθηκε με την προσβαλλομένη 329/2001 απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν, ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρεία διατηρεί στον ... ηλεκτρολογείο και συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 4-4-1992 στον ... η εναγομένη προσέλαβε την ενάγουσα (και τώρα αναιρεσείουσα) για την παροχή εργασίας υπαλλήλου γραφείου, ότι η ενάγουσα, έγγαμη και μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, είχε γραμματικές γνώσεις αποφοίτου εξαταξίου γυμνασίου και ήταν κάτοχος διπλώματος "μάρκετινγκ" και διοίκησης επιχειρήσεων του ΕΛΚΕΠΑ, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα άρχισε να παρέχει την συμφωνημένη εργασία στο κατάστημα της εναγομένης, απασχολουμένη με την έκδοση τιμολογίων πώλησης και παροχής υπηρεσιών, καταχώριση δικαιοπραξιών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκτέλεση εντολών παραγγελιών αγορών ανταλλακτικών αυτοκινήτων και παραλαβή αυτών, καταμέτρηση των εισερχομένων και εξερχομένων ειδών από το συνεργείο και ενημέρωση του βιβλίου εισερχομένων και εξερχομένων αυτοκινήτων στο συνεργείο της εναγομένης, ότι τα τιμολόγια της εταιρείας η ενάγουσα παρέδιδε στον λογιστή αυτής ..., που διατηρεί λογιστικό γραφείο εκτός του καταστήματος της εναγομένης, ότι με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα δεν εκτελούσε εργασίες βοηθού λογιστή, αφού οι πράξεις που ενεργούσε με την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου είχαν ενημερωτικό και μόνο χαρακτήρα, χωρίς ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων με την κατεύθυνση και τις οδηγίες του υπεύθυνου λογιστή και κατά συνέπεια δεν δικαιούται τις ζητούμενες διαφορές για δεδουλευμένες αποδοχές μεταξύ των καταβαλλομένων αποδοχών και εκείνων του βοηθού λογιστή , καθώς και τις διαφορές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχές και επιδόματα άδειας (με βάση την ιδιότητα του βοηθού λογιστή), εφόσον οι σχετικές αξιώσεις στηρίζονται στην παροχή εργασίας από την ενάγουσα με την ιδιότητα του βοηθού λογιστή και όχι στην ύπαρξη διαφοράς μεταξύ του καταβαλλομένου στην ενάγουσα μισθού και του προβλεπομένου νομίμου για τους υπαλλήλους γραφείου, ότι η ενάγουσα κατά την χρονική διάρκεια της απασχόλησής της στην εναγομένη εταιρεία εργαζόταν από την 09.00 μέχρι την 16.00 ώρα, όλες τις εργάσιμες ημέρες εκτός από το Σάββατο, κατά το οποίο προσερχόταν στην εργασία της την 09.00 και αποχωρούσε την 12.30 και έτσι, εφόσον ο χρόνος της εβδομαδιαίας απασχόλησής της δεν υπερέβαινε τις 40 ώρες, αυτή δεν παρείχε υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία, μη δικαιουμένη, επομένως, πρόσθετη αμοιβή και αποζημίωση αντίστοιχα, ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας λύθηκε με την από 22-8-1997 έγγραφη καταγγελία της εναγομένης και την καταβολή απ' αυτήν στην ενάγουσα της αποζημίωσης που αυτή δικαιούνταν, ποσού 537.827 δρχ. και ότι ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν δικαιούται άλλο, επιπλέον, ποσό για την αιτία αυτή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 72/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας διώκουσα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της ως άνω σύμβασης εργασίας και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και σε καταβολή των εκεί αναφερομένων ποσών για μισθολογικές διαφορές κλπ. καθώς και ποσού 500.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσείουσα από την ως άνω καταγγελία . Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην προσβαλλομένη απόφαση : (Α) Δεν παραβίασεν ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις της προαναφερθείσας διαιτητικής απόφασης, αλλά ούτε και της 19041/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για την χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς κλπ., διότι, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούνταν τις ζητούμενες διαφορές των ενγένει αποδοχών της που προέκυπταν μεταξύ του, κατ' αυτήν, καταβλητέου μισθού βοηθού λογιστή και του καταβαλλομένου υπαλλήλου γραφείου, αφού η εργασία που παρείχε, σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ήταν αυτή της υπαλλήλου γραφείου και όχι της βοηθού λογιστή. Επομένως : 1) Οι πρώτος, τέταρτος και ένατος λόγοι αναίρεσης κατά το α' σκέλος τους από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και καθόσον μέρος τους προβάλλονται αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση της ως άνω διαιτητικής απόφασης, ειδικά δε ο ένατος και για παραβίαση και της 19040/1981 ΚΥΑ, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι 2) Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης (1ος, 4ος και 9ος) κατά το αυτό α' σκέλος τους και κατά το υπόλοιπο μέρος τους καθώς και οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι κατά το α' σκέλος τους, από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις για παραβιάσεις άλλων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει ν' απορριφθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζονται οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, ούτε τα αποδιδόμενα στην απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. (Β) Διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες για τα πιο πάνω ζητήματα και δη πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι τρίτος κατά το γ' σκέλος του, έβδομος κατά το β', ένατος κατά το δ' και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης και δη λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των εξής ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφορούν (α) το είδος της παρασχεθείσας από την αναιρεσείουσα εργασίας (β) τα χρονικά όρια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (γ) τα αιτήματα για επιδίκαση διαφορών για δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή και προσαύξηση για υπερεργασιακή, υπερωριακή κλπ. απασχόληση, επιδόματα εορτών και αποδοχές και επιδόματα αδείας και (δ) την εγκυρότητα ή μη της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας εξαιτίας της καταβολής ή μη όλης της οφειλομένης κατά νόμον για την αιτία αυτή αποζημίωσης, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω με τους όγδοο κατά το β' σκέλος του και δέκατο τρίτο κατά το γ' σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με ζητήματα που αφορούν τις λοιπές, κατά την αναίρεση, βάσεις της ένδικης αγωγής. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως ερειδόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με τέτοιες βάσεις της αγωγής και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κάτι τέτοιο δεν έγινε.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του την με επίκληση προσκομισθείσα ενώπιον αυτού από την αναιρεσείουσα από 1-6-1998 μήνυση που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της αναιρεσείουσας, από την οποία συνάγεται, κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτόν, εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα παρείχε υπηρεσίες βοηθού λογιστή. Από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του ύστερα από εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των ανωμότων καταθέσεων, των ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν νομότυπα και των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, μολονότι δεν το μνημονεύει και δεν το αξιολογεί ειδικά στην προσβαλλομένη απόφασή του και μολονότι κάνει ειδική μνεία άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική αξία ως προς ορισμένα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, οι λόγοι πρώτος κατά το γ' σκέλος του και τρίτος κατά το β' σκέλος του από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚπολΔ, με τα οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα "ανεπίτρεπτα εργοδοτικά (αναληθή κατά περιεχόμενο) αποδεικτικά μέσα", πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγματα" με την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, αν είναι ορισμένοι. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, σύμφωνα με τα άρθ. 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ν' αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά τα νόμο είτε έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν, είτε δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός ή ο λόγος έφεσης είναι επουσιώδης, όπως επίσης δεν στοιχειοθετείται ειδικότερα ο λόγος από την διάταξη της περίπτωσης β' του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , δηλ. της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό ή λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 9 της ως άνω διάταξης του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, ως αίτηση δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής έννομης προστασίας που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της έφεσης, όχι όμως και οι λόγοι της έφεσης, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί, κατά τα προαναφερόμενα, τον λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 περ. β' του πιο πάνω άρθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση : (Α) Με τους πρώτο κατά το β' σκέλος του και τρίτο κατά το α' σκέλος του λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη βάσεις της αγωγής, καθώς και λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β'του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ενώ με τον τέταρτο και κατά το γ' σκέλος του λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από την περ. α' της ίδιας ως άνω διάταξης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη βάσεις της αγωγής που δεν προτάθηκαν. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αόριστοι, διότι ως προς μεν τις προβαλλόμενες με τους 1ο και 3ο λόγους αιτιάσεις δεν αναφέρονται οι βάσεις της ένδικης αγωγής καθώς και οι λόγοι της έφεσης της αναιρεσείουσας, που δεν λήφθηκαν υπόψη, αν και προτάθηκαν, ως προς δε τις προβαλλόμενες με τον 4ο λόγο δεν αναφέρονται οι βάσεις που δέχθηκε το Εφετείο ότι περιείχε η αγωγή, παρά το γεγονός ότι σ' αυτήν δεν υπήρχαν τέτοιες βάσεις. (Β) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατά το β' σκέλος του από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παρεπονείτο ότι δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο άλλες περαιτέρω αναφερόμενες βάσεις, στις οποίες επίσης στηριζόταν η ένδικη αγωγή της. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αντίστοιχος σχετικός 4ος λόγος αυτής, τους ερεύνησε και, αφού δέχθηκε (και ορθά) ότι η ένδικη αγωγή κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν την επιδίκαση μισθολογικών ενγένει διαφορών στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας παροχή εργασίας με την ιδιότητα του βοηθού λογιστή και όχι στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ των καταβαλλομένων σ' αυτήν μισθών και των νόμιμων μισθών που προβλέπονταν για τους υπαλλήλους γραφείου, τους απέρριψε ως αβάσιμους. (Γ) Με τους πέμπτο κατά τα α' και β' σκέλη του, έκτο κατά τα β' και γ' και ένατο κατά τα β' και γ' λόγους αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και έτσι άφησε αδίκαστους τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή παρεπονείτο για την (α) απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "συλλήβδην και σιγή" της ένδικης αγωγής ως προς όλα τα κεφάλαιά της που αφορούσαν την επιδίκαση κονδυλίων για υπερεργασιακή, υπερωριακή κλπ. απασχόληση, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα άδειας, αποδοχές υπερημερίας και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και (β) μη επιδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγικών κονδυλίων για υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση της αναιρεσείουσας, για μισθολογικές διαφορές και για διαφορές σχετικά με τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και τα επιδόματα άδειας, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, έχοντας αφήσει αιτήσεις αδίκαστες, καθώς και στην προβλεπομένη από τον αριθ. 8 περ. β' του ιδίου άρθρου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ως λόγοι από την διάταξη του αριθ. 9 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι και υπό την εκδοχή ότι δεν ερευνήθηκαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν εχώρησε εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να εξετάσει από την αρχή τα σχετικά αγωγικά αιτήματα. Οι αυτοί λόγοι αναίρεσης ως τέτοιοι από τον αριθμό 8 περ. β' του ως άνω άρθρου πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους προαναφερομένους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι 5ος, 6ος και 9ος λόγοι αυτής τους ερεύνησε και τους απέρριψε ως αβάσιμους. (Δ) Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και έτσι άφησε αδίκαστους τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παρεπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγικών αιτημάτων για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, για επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας και για υποχρέωση της αναιρεσίβλητης ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να υποπέσει στις πλημμέλειες που προβλέπονται από τους αριθμούς 9 περ. γ' και 8 περ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω με τον δέκατο τρίτο και κατά το β' σκέλος του λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και έτσι άφησε αδίκαστους τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παρεπονείτο για την εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αγνόηση της βάσης, στην οποία επίσης στηριζόταν, κατά τον λόγο αυτό αναίρεσης, το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, κατά την οποία (βάση) η καταγγελία υπαγορεύθηκε και από λόγους εκδίκησης λόγω των διαμαρτυριών της αναιρεσείουσας για τις διαφορές των αποδοχών της, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β'του ιδίου άρθρου, τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη παραδοχή της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω της δήθεν καταβολής στην αναιρεσείουσα του οφειλομένου ποσού αποζημίωσης ύψους 537.827 δρχ. Από τους λόγους αυτούς αναίρεσης : 1) Οι 10ος και 13ος ως λόγοι από την διάταξη του αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι και υπό την εκδοχή ότι δεν ερευνήθηκαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης δεν θεμελιώνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν εχώρησε εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στο Εφετείο να εξετάσει από την αρχή τα σχετικά αγωγικά αιτήματα και 2) οι 10ος λόγος ως τέτοιος από το άρθ. 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, καθώς και ο 11ος από την ίδια διάταξη πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο και όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη τους προαναφερόμενους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι 10ος και 11ος λόγοι της έφεσης αυτής, τους ερεύνησε και τους απέρριψε ως αβάσιμους. Ακόμη με τον δέκατο τρίτο και κατά το α' σκέλος του λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 περ. β' της ως άνω διάταξης προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας για την μη λήψη υπόψη της βάσης, στην οποία επίσης στηριζόταν, κατά τον λόγο αυτόν, το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, κατά την οποία (βάση) η καταγγελία υπαγορεύθηκε και από λόγους εκδίκησης λόγω των διαμαρτυριών της αναιρεσείουσας για την διαφορά των αποδοχών της. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο αντίστοιχος σχετικός 13ος λόγος της έφεσης ήταν απορριπτέος ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η αγωγή κατά το σχετικό αίτημά της στηριζόταν σε ακυρότητα της καταγγελίας και διότι έγινε από λόγους εκδίκησης , όπως, όμως, προκύπτει από την ένδικη αγωγή αυτή κατά το αίτημα αυτό στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της οφειλομένης γι' αυτήν αποζημίωσης.
V. Από τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 ΚΠολΔ (όπως αυτά ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, δηλ. πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθ. 2 ν. 2915/2001), τα οποία όριζαν το πρώτο ότι "σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο συμψηφίζει τα έξοδα ή τα κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός ..." και το δεύτερο ότι "το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους ... όταν υπάρχει εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης", προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων, μπορεί στην περίπτωση του πρώτου να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα ή να τα κατανείμει ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου και στην περίπτωση του δεύτερου να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα ολικά ή κατά ένα μέρος τους, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας συμψήφισε ολικά μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη της κατ' έφεση δίκης με την αιτιολογία ότι η ηττηθείσα κατ' αυτήν αναιρεσείοσα είχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης. Με τον δέκατο τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "με το να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ενώ θα έπρεπε να την επιβάλει εξολοκλήρου στην αντίδικο (αναιρεσίβλητη), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφενός διότι μ' αυτόν και υπό την επίκληση και με το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου και αφετέρου λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας (άρθ. 68 ΚΠολΔ), εφόσον αυτή ηττήθηκε ολικά τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση και ως εκ τούτου και με βάση την αρχή της ήττας (άρθ. 176 ΚΠολΔ) δεν ήταν δυνατόν κατά νόμον να επιβληθούν στην αντίδική της (αναιρεσίβλητη) και υπέρ της ίδιας (αναιρεσείουσας) ολικά ή κατά ένα μέρος τα δικαστικά έξοδα.
Επομένως και σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2004 αίτηση της Χ για αναίρεση της 329/2001 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, καθώς και ότι κρίθηκε ως απορριπτέο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ