2138/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών στοιχείων και τελικώς η ουσιαστική του κρίση, είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 4-4-2006 αγωγής (αριθ. κατ. 67524/ 2372/06) των αναιρεσειόντων για την αναπροσαρμογή του μισθώματος της αναφερόμενης σ' αυτή εμπορικής μίσθωσης ακινήτων, προέβη σε αναπροσαρμογή του οφειλομένου από την αναιρεσίβλητη μισθώματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ποσό των 4.200 ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έπο την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε το άρθρο 288 ΑΚ, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ έπρεπε να τη δεχτεί καθ' ολοκληρία, ήτοι για όλο το αιτούμενο ποσό των 6.106,50 ευρώ και όχι για μέρος ύψους 4.200 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και πρέπει να απορριφθεί.
Legislator headnote
AI generated2138/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2138 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2138/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημητρούλα Υφαντή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου - Χριστοφίλου), Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Κ., 2) Ε. συζ. Α. Κ., 3) Κ. Κ. του Α. και 4) Ε. Κ. του Α., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητρολόπουλο και οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2688/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5577/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 893/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1650/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-3-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-3-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 1650/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήσσεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών στοιχείων και τελικώς η ουσιαστική του κρίση, είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 4-4-2006 αγωγής (αριθ. κατ. 67524/ 2372/06) των αναιρεσειόντων για την αναπροσαρμογή του μισθώματος της αναφερόμενης σ' αυτή εμπορικής μίσθωσης ακινήτων, προέβη σε αναπροσαρμογή του οφειλομένου από την αναιρεσίβλητη μισθώματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ποσό των 4.200 ευρώ μηνιαίως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έπο την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε το άρθρο 288 ΑΚ, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ έπρεπε να τη δεχτεί καθ' ολοκληρία, ήτοι για όλο το αιτούμενο ποσό των 6.106,50 ευρώ και όχι για μέρος ύψους 4.200 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και πρέπει να απορριφθεί.
2. Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω της συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσει της συναλλακτικής καλής πίστης (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ανωτέρω αγωγή, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 8-10-1997 συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στην εναγομένη τα παρακάτω γραφεία που βρίσκονται σε πολυώροφη οικοδομή κείμενη στην Αθήνα επί της οδού … αρ. 27:
α) ο πρώτος εξ αυτών το 1/3 του 50% του ισογείου, του ημιώροφου και του δώματος συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 4,8157 τ.μ., β) ο τρίτος εξ αυτών τα γραφεία υπ' αριθμ. 6 και 7 του Α' ορόφου και τα υπ' αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 γραφεία του Ε' ορόφου συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 240,986 τ.μ. και γ) η τέταρτη εξ αυτών τα γραφεία υπ' αριθμούς 4 και 5 του Α' ορόφου και τα γραφεία υπ' αριθμ. 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 του Ε' ορόφου συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 215,5707 τ.μ., ήτοι συνολική ωφέλιμη επιφάνεια 461,372 τ.μ.
Οι πρώτος και δεύτερη έχουν υπεισέλθει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μισθώσεως ως επικαρπωτές για χρονικό διάστημα τριών ετών, από 12-5-2005 έως 12-5-2008 κατόπιν των υπ' αριθμ. ... και .../2005 πράξεων δωρεάς εν ζωή του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας για το ως άνω διάστημα, της συμβολαιογράφου Σύρου Ευαγγελίας Σοφικίτου -Βεκρή νομίμως μεταγραφέντων, με τα οποία οι τρίτος και τέταρτη των εναγόντων συστήσανε υπέρ του πρώτου και δεύτερης τούτων δωρεά εν ζωή κατά ποσοστό 50% σε καθένα του δικαιώματος επικαρπίας επί των άνω περιγραφομένων μισθίων ιδιοκτησίας τους.
Η χρονική διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε για εννέα έτη ήτοι από 1-9-1996 έως την 31-8-2005 με δικαίωμα της εναγομένης μισθώτριας να ζητήσει μονομερώς την παράταση της μισθώσεως για μία ακόμη τριετία. Μετά την παρέλευση του συμβατικού χρόνου η ένδικη μίσθωση ως εμπορική υπήχθη στις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995 και παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι συμπληρώσεως δωδεκαετίας και εξακολουθεί να ισχύει.
Τα μίσθια γραφεία συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση των υπηρεσιών της εναγομένης ή για οποιαδήποτε άλλη, κατά την κρίση της συναφή χρήση. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε αρχικά στο ποσό των 945.813 δραχμών (2.775,68 ευρώ) πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος επί του εκάστοτε καταβαλλομένου ποσού, κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής του τελευταίου δωδεκαμήνου, όπως αυτό θα προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Σε περίπτωση δε παρατάσεως της μισθώσεως πέραν του ενάτου έτους το μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά τις διατάξεις του ν. 813/1978 όπως τροποποιηθείσες θα ισχύουν κάθε φορά (όρος 3 του μισθωτηρίου). Το μίσθωμα που καταβαλλόταν μηνιαίως από την εναγομένη μετά τις κατά τα άνω αναπροσαρμογές ανήλθε το τελευταίο έτος της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως ήτοι από 1-9-2004 έως 31-8-2005 στο ποσό των 3.721,17 ευρώ πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, το ίδιο δε ποσό εξακολούθησε η εναγομένη να καταβάλει και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (4-4-2006).
Σύμφωνα με τον συμβατικό όρο αρ. 3 που παραπάνω αναφέρθηκε και αφορά στην συμφωνία για αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, από 1-9-2005 η αναπροσαρμογή έπρεπε να γίνει με βάση τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 στην οποία παραπέμπει ο ως άνω συμβατικός όρος.
Δηλαδή μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου έπρεπε να αναπροσαρμοσθεί κατ' έτος το μηνιαίο μίσθωμα επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος ανερχομένης της αναπροσαρμογής σε ποσοστό ίσο με το 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.
Οι ενάγοντες θεώρησαν ότι ο υπολογισμός του μισθώματος με τον τρόπο αυτό δεν ανταποκρίνεται στις διαμορφωθείσες κατά το χρόνο εκείνο της συμβατικής λήξεως της μισθώσεως συνθήκες της αγοράς και ζήτησαν με την από 12-1-2006 εξώδικη δήλωσή τους που κοινοποίησαν στην εναγομένη σης 17-1-2006 αφ' ενός νέα συμβατική αναπροσαρμογή και αφ' ετέρου επ' αυτής το μηνιαίο μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται στο μέλλον επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος, κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, (δηλαδή όπως ίσχυε η αναπροσαρμογή μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου), πρόταση στην οποία η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε.
Η πολυκατοικία επί της οποίας ευρίσκονται τα μίσθια γραφεία, κείται σε κεντρική εμπορική οδό της … και πλησίον της πλατείας Ομονοίας, θέση η οποία εξυπηρετεί συγκοινωνιακά τις μετακινήσεις των υπαλλήλων της εναγομένης από και προς την εργασία τους, ιδιαίτερα μετά και την λειτουργία του Μετρό, το δε κτίριο είναι πολυτελούς μαρμαροκατασκευής ανεγερθέν το έτος 1969.
Επί πλέον, από της συνάψεως της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως επήλθε ουσιώδης μεταβολή της μισθωτικής αξίας των μισθίων οφειλόμενη στην σημαντική αύξηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων και ειδικότερα της ως άνω περιοχής, λόγω των πλεονεκτημάτων που προαναφέρθηκαν, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την σύναψη της συμβάσεως.
Στην εν λόγω μεταβολή της μισθωτικής αξίας των ακινήτων συνετέλεσε και η στενότητα που παρατηρείται τα τελευταία έτη στην εξεύρεση τέτοιου είδους μισθωτικής στέγης, λόγω της μεγάλης ζήτησης χώρων προς μίσθωση στη συγκεκριμένη περιοχή και η έλλειψη προσφοράς ακινήτων προς εκμίσθωση. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν συγκριτικά στοιχεία σχετικά με μισθωτήρια άλλων ομοίων χώρων της περιοχής ομόρων ακινήτων με τα δικά τους, αλλά το υπ' αριθμ.
πρωτοκ. 2583/ 2-3-2006 έγγραφο της Δ.Ο.Υ Σύρου σχετικά με τη σημαντική μεταβολή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της περιοχής του μισθίου από το 1995 που η τιμή ζώνης ήταν 245.000 δραχμές έως το έτος 2006 που με συνεχή ανοδική πορεία ανήλθε σε 1.450 ευρώ. Η εναγομένη για την απόδειξη της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής προσκομίζει και επικαλείται το από Σεπτεμβρίου 2006 συμφωνητικό μισθώσεως ενός γραφείου 32,58 τ.μ.
επί των οδών … 30 και … 31, που μίσθωσε από τον Γ. Σ. έναντι μηνιαίου μισθώματος 246,30 €, το οποίο όμως δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού πρόκειται για διαφορετικό χώρο, πολύ μεταγενέστερη χρονικά μίσθωση και σε σημείο διαφορετικό. Ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε αόριστα ότι η τελευταία έχει μισθώσει ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο και καταβάλλει μισθώματα από 5 έως 8 ευρώ το τ.μ., η δε κατάθεση του δεν ενισχύεται και από την προσκόμιση εγγράφων αποδεικτικών μέσων.
Εν όψει λοιπόν όλων των ανωτέρω περιστατικών λαμβανομένης υπόψη και της μεγάλης ανόδου της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που παρατηρείται κατά τα τελευταία έτη προέκυψε η μεταβολή των συνθηκών της ενδίκου μισθώσεως στην οποία τα μέρη στηρίχθηκαν κατά τη σύναψή της, καθόσον υπάρχει προφανής αναντιστοιχία μεταξύ του καταβαλλόμενου από τη μισθώτρια μισθώματος και της τρέχουσας μισθωτικής αξίας του μισθίου, η οποία έχει προκαλέσει διαταραχή στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά την εμμονή της εναγομένης στην εκπλήρωση της παροχής, όπως είχε συμφωνηθεί, αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, έτσι ώστε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να δικαιολογείται η αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 Α.Κ., στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.
Τα προαναφερθέντα δε περιστατικά της μεταβολής των συνθηκών της συμβάσεως μισθώσεως δεν αποδείχθηκε ότι έχουν χαρακτήρα έκτακτο, ούτε ότι προκλήθηκαν από ασυνήθιστα γεγονότα φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ., γι' αυτό η αγωγή κατά τη βάση της που στηρίζεται στο άρθρο 388 του Α.Κ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την άλλη βάση της του άρθρου 288 του Α.Κ., αναπροσαρμοζομένου του μισθώματος στο ποσό των 4.200 ευρώ μηνιαίως από της επιδόσεως της αγωγής και εφεξής".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του όλα τα αναγκαία περιστατικά, που επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Κατά το άρθρο 288 ΑΚ το δικαίωμα αναπροσαρμογής είναι διαπλαστικό και άρα τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού ο περί του μισθώματος συμβατικός όρος (ήτοι η συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτήν (δικαστική αναπροσαρμογή και κατάλυση του περί του μισθώματος συμβατικού όρου) το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του ΠΔ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Στο άρθρο 7 παρ. 3 του ανωτέρω ΠΔ/τος ορίζεται ότι περαιτέρω αναπροσαρμογή του μισθώματος γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή το μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος του αναφερομένου μισθίου ακινήτου, με περαιτέρω αναπροσαρμογή κατ' έτος επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής του τελευταίου δωδεκαμήνου, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή, κατ' ορθή εκτίμηση του αιτήματος, όπως ορίζεται στη σύμβαση μισθώσεως.
Το Εφετείο, αφού αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 4.200 ευρώ, δέχτηκε ότι το αίτημα για περαιτέρω αναπροσαρμογή είναι μη νόμιμο. Οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με τις πλημμέλειες από το άρθρο 599 αριθ. 1, 19 και 9 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν αναπροσάρμοσε περαιτέρω το μηνιαίο μίσθωμα, μετά την αναπροσαρμογή κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με τον τρίτο όρο της συμβάσεως μισθώσεως, ως ανωτέρω.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, έστω και με διαφορετική νομική αιτιολογία, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, διότι μετά την αναπροσαρμογή μισθώματος, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, η περαιτέρω αναπροσαρμογή αυτού χωρεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 Π.Δ. 34/1995 και όχι με τη συμβατική ρήτρα που προβλέπει την σταδιακή αναπροσαρμογή.
Επομένως, μετά την αντικατάσταση της αιτιολογίας, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 9 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, χωρίς να τον εξετάσει κατ' ουσίαν.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2014 αίτηση των Α. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 1650/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Και
Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμό διπλοτύπου 6568130 σειρά Η της Δ.Ο.Υ. Σύρου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ