Legislator Case Law & Legislation
2138/2009 AI generated

2138/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2138/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2138/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν...

Keywords

AI generated
statutory retirement age revocation of pension termination of benefits dismissal of civil servant resignation of the government expired residence permit
AI generated
1692/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2066/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3280/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2012 αίτησή της.
1657/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
533/2023
Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to age limit reached after retroactive promotion reversal.
723/2013
Supreme Court dismisses bank's appeal, ruling employee entitled to 50% severance as he met full pension conditions.
197/2011
Αποχώρηση υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνατξιοδότησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2138 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2138/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη - Χρηστίδη.

Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1032/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3613/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν...

έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες....οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.

Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. της 16.18 Ιουλίου 1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδ. β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για τη διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο τη μείωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από το μισθωτό όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος.

Η εν λόγω διάταξη, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας.

Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή το μισθωτό, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, με την πλήρωση δε της αιρέσεως αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 30/2009). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα στις 2-10-1972, εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη. Η εργασιακή σχέση του με την εναγομένη, η υπηρεσιακή εξέλιξή του, οι αποδοχές, οι παροχές, τα θεσμικά και εργασιακά δικαιώματά του καθορίζονται και ρυθμίζονται από τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξης των υπαλλήλων και το γενικό Κανονισμό Καταστάσεως των υπαλλήλων της Τράπεζας που αμφότεροι έχουν συμβατική ισχύ και καταρτίστηκαν σε εκτέλεση των διατάξεων του καταστατικού της Τράπεζας που κυρώθηκε με το ν. 3424/7-12-77, όπως τροποποιηθέν μεταγενεστέρως ισχύει σήμερα, καθώς και από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ, τις κλαδικές ΣΣΕ και τις επιχειρησιακές ΣΣΕ.

Με αίτησή του γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την υπηρεσία. Η αίτησή του, παρότι στο τέλος του ίδιου έτους επρόκειτο να αποχωρήσει αναγκαστικά λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, έγινε δεκτή από τη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος με την υπ' αριθμ. 939/18-10-2005 πράξη του Διοικητή.

Μετά την παραίτησή του αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης και διαγράφηκε από τη δύναμη του προσωπικού της από 25-10-2005. Όταν παραιτήθηκε είχε το βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου και είχε υπηρεσία 33 ετών και 24 ημερών. Οι τακτικές αποδοχές του κατά τον τελευταίο εργασιακό μήνα της απασχόλησης του ήταν 4.124,87 ευρώ (βασ.

μισθός 1.054, επιδ. γάμου 105,40, επίδ. παιδιών 52,70, επιδ. πολυετίας 719,36, επιδ. επιστ. 263,50, επιδ. βαθμού 591,14, επίδ. ευθύνης 609,96, επιδ. ξένων γλωσσών 73,78, έξοδα παράστασης 51,02, επιδ. Κεντρικής Τράπεζας 604,01 Σύνολο 4.124,87 ευρώ). Τώρα αυτός είναι συνταξιούχος του Ταμείου συντάξεως προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και μερισματούχος του Μετοχικού Ταμείου των Υπαλλήλων της ίδιας Τράπεζας.

Στην περίπτωση του ενάγοντος συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 και του ν. 2112/1920 και δικαιούται αυτός την προβλεπόμενη από αυτούς αποζημίωση (40% σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής). Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα αντίθετα έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες διατάξεις νόμων και τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 670, 672 και 673 του ΑΚ, αφού στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφαση δεν εκτίθενται οι συγκεκριμένες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που διέπουν το εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων της (ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου),το είδος της εργασιακής σχέσης και το καθεστώς της λύσης της, με βάση τις οποίες ορίζεται ή όχι η δυνατότητα λύσης της εργασιακής σύμβασης πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της και τίθεται διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας, η εργασιακή αυτή σύμβαση μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου, αν τους όρους των διατάξεων αυτών έχει αποδεχθεί ο αναιρεσίβλητος και έχουν αυτοί καταστεί όροι της ατομικής του συμβάσεως, ώστε να δικαιούται ο αναιρεσίβλητος την αξιούμενη αποζημίωση, λόγω δε της παραλείψεως αυτής των ανωτέρω περιστατικών, που αποτελούν ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να διαγνωστεί αν ορθά εφαρμόστηκαν οι νομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Επομένως, ο σχετικός με τα ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3613/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ