Legislator Case Law & Legislation
2138/2007 AI generated

2138/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2138/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2138/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ' επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2138 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2138/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας "...... - ....... - ....." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χασάπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο (ΔΕΗ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καλλιγέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-19888 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7152/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3414/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2005 αίτησή της και τους από 4-9-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α)την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, καθώς και του μοναδικού πρόσθετου λόγου αυτής και β)την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και του προσθέτου λόγου καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Κατά το άρθρο δε 64 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς αυτήν του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων), γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ., που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους.

Εφόσον δε απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ' επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.

Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσεως είναι τα κατ' ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσεως της δίκης ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 και 216 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι σε περίπτωση ενώσεως προσώπων ή εταιρείας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται και να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν, ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (Ολ.ΑΠ 14/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία με την επωνυμία "........ -....... - ...." με την από 6-12-1988 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης (ΔΕΗ) επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της τελευταίας καταρτισθείσα την 27-9-1980 σύμβαση μισθώσεως έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε και εξετέλεσε έναντι της εις αυτήν εργολαβικής αμοιβής τις εργασίες κατασκευής του κτιριακού συγκροτήματος Ρίου στο 20ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Πατρών-Αθηνών επί ακινήτου της εναγόμενης, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη (ΔΕΗ) να της καταβάλει με τους νόμιμους τόκους το ποσό των 35.536.440 δραχμών, που σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής της όφειλε, για τόκους από την καθυστέρηση πληρωμής των εκάστοτε πιστοποιήσεων και την καθυστέρηση έγκρισης των επιμετρήσεων, για υπόλοιπα αμοιβής, για πρόσθετη επιβάρυνση από έκδοση τιμολογίων, για υπόλοιπο αναπροσαρμογής προκαταβολής και για συμφωνημένη προσαύξησης κατά 5% της εργολαβικής της αμοιβής.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε ως απαράδεκτη την εν λόγω αγωγή, διότι έκρινε ότι η ενάγουσα ως κοινοπραξία θεωρείται, εφ' όσον δεν είχε τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 του Ε.Ν. και επιδίδεται σε εμπορική δραστηριότητα, ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία "εν τοις πράγμασι" και ως τέτοια δεν έχει νομική προσωπικότητα, κατ' επέκταση δε δεν μπορεί η ίδια να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει την ένδικη αγωγή, έστω και αν κατά το άρθρο 62 εδ. 2 ΑΚ έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, αλλά στην άσκηση της νομιμοποιούνται μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μέλη της, που είναι και τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διότι κατά τα προαναφερθέντα η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να ασκήσει την ένδικη αγωγή χωρίς επιπλέον να είναι αναγκαίο για το κύρος του δικογράφου αυτής (αγωγής) να μνημονεύονται τα ονόματα των μελών που την αποτελούν.

Η επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 4 εδ. 1 του Π.Δ. 609/1985 δεν μεταβάλλει τα προαναφερθέντα σε σχέση με την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας προς άσκηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, μοναδικός πρόσθετος λόγος αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3414/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων σαράντα (1.640) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ