Legislator Case Law & Legislation
2137/2013 AI generated

2137/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2137/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2137/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει, η συζήτηση, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (αρθρ.576 παρ.3 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
splitting of pensions for spouses extraordinary marital contribution disinheritance of an insolvent heir deficit of the marital property changed financial circumstances partial debt remission
AI generated
1736/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
951/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
1049/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1542/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
373/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2137 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2137/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ματσιώτα.

Του αναιρεσιβλήτου: U. B., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7763/2000 και 5606/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 529/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από 7-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αρχική δικάσιμος της κρινόμενης υπόθεσης είχε προσδιοριστεί για τις 17.10.2011, ενώ ο ήδη αναιρεσίβλητος είναι κάτοικος …Συναφώς κλητεύτηκε νόμιμα για την πιο πάνω δικάσιμο, διότι: α)προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση το από 22.6.2011 πιστοποιητικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή …σύμφωνα με το οποίο, αυτός προσπάθησε να παραδώσει στον αναιρεσίβλητο κλειστό φάκελο τοποθετώντας τον στο γραμματοκιβώτιο του πιο πάνω διαδίκου, β)η ταυτότητα του παραδοθέντος εγγράφου συνάγεται από το επισυναπτόμενο κείμενο, που αναφέρεται στην επίδοση του δικογράφου της αναίρεσης και την εκδίκασή της, τη συγκεκριμένη ημερομηνία γ)στις 17.10.2011 (βλ.149/2011 πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου), η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Στην αρχική δικάσιμο είχε προσέλθει αυτοπροσώπως ο αναιρεσίβλητος, χωρίς, όμως, να συνοδεύεται από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει, η συζήτηση, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (αρθρ.576 παρ.3 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Εισάγεται προς κρίση αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για υπόθεση εξόφληση δανείου και καταδίκης της ήδη αναιρεσείουσας σε δήλωση βούλησης, για μεταβίβαση στον ήδη αναιρεσίβλητο ποσοστού συγκυριότητας 50% επί ακινήτου το οποίο αυτή αγόρασε στο όνομά της, κατά παράβαση της δοθείσας σ'αυτήν εντολής από μέρους του αντιδίκου της.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αριθμ.11α και 12 ΚΠολΔ ιδρύονται αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζει δεσμευτικά για το δικαστήριο, ο νόμος (ΑΠ 540/2006).

Δεν ιδρύεται, όμως ο δεύτερος εκ των ανωτέρω λόγων αν το δικαστήριο της ουσίας εκτιμώνται ελεύθερα αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 30/2005). Ο λόγος αυτός, επίσης, δεν υφίσταται, όταν το δικαστήριο, επιτρέπεται να λάβει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, και κατά συνέπεια, τα κρίνει ελεύθερα (ΑΠ 1225/2002).

Στην παρούσα περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας την ουσία της υπόθεσης δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από Από όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων...καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα:

Με την από 5/5/l987 σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ της γερμανικής τράπεζας BAYERISCHE VEREI ΒΑΝΚ και του ενάγοντος και της εναγομένης στο Μόναχο Γερμανίας η πρώτη χορήγησε στους τελευταίους δάνειο ποσού 65.000 γερμανικών μάρκων, προκειμένου αυτοί να χρησιμοποιήσουν αυτό για την αγορά ιδιοκτήτου κατοικίας στην ….

Οι διάδικοι συμφώνησαν την αγορά διαμερίσματος στην …κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας με το ποσό του δανείου. Προς εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, το προϊόν του δανείου αυτού και συγκεκριμένα το ποσό των 64.675 γερμανικών μάρκων (4.872.93 8 δραχμές) μεταφέρθηκε από την παραπάνω δανείστρια Τράπεζα στον υπ.

αρ. ... λογαριασμό της εναγομένης στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, στη Νυρεμβέργη, την 25/5/1987. Ο ενάγων ανέθεσε ατύπως στην εναγομένη πριν το γάμο του με αυτήν που τελέσθηκε την 9/7/87 στο Μόναχο Γερμανίας να αγοράσει διαμέρισμα στην …, στο οποίο θα ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με το πιο πάνω ποσό του δανείου.

Η εναγομένη όμως μετέβη στην …και κατά παράβαση της πιο πάνω εντολής την 18/6/87 αγόρασε αποκλειστικά στο όνομά της... ένα διαμέρισμα... δυνάμει του υπ'αρ..../18-6-1987 συμβολαίου... αντί συνολικού τιμήματος 6.496.000 δραχμών, με ολόκληρο το πιο πάνω ποσό του δανείου. Ο αντίθετος ισχυρισμός της εναγομένης ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε με δικά της χρήματα εξ ολοκλήρου, ενώ το ποσό του δανείου χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα για κάλυψη προσωπικών του αναγκών έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Επίσης ο αντίθετος ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων ουδέποτε της έδωσε την πιο πάνω εντολή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Ο ενάγων εξόφλησε ολοσχερώς το πιο πάνω ποσό του δανείου των 65.000 γερμανικών μάρκων, ήτοι και κατά το ήμισυ ποσό αυτών, των 32.000 γερμανικών μάρκων, του η εναγομένη ως εξ ολοκλήρου συνοφειλέτης προς τη δανείστρια γερμανική τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει, αλλά δεν κατέβαλε.

Ο αντίθετος ισχυρισμός της εναγομένης, ότι το δάνειο το εξόφλησε αυτή αποκλειστικά, με δικά της χρήματα προερχόμενα από την εργασία της ως υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου από 1977 έως 1994 (δασκάλα) και στη συνέχεια έως σήμερον ως υπαλλήλου του Γερμανικού Δημοσίου και κατά ένα μέρος προερχόμενα από δωρεά του αδελφού της Α.

Κ., τα οποία έδιδε στον ενάγοντα και με τα οποία εγένετο οι καταβολές των δόσεων του δανείου, έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμος στην ουσία του. Η ένσταση της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρο 281 του ΑΚ) καθόσον από την αγορά από αυτή του επιδίκου διαμερίσματος έως την έγερση της αγωγής παρήλθαν δώδεκα (12) έτη από δε της διαστάσεώς τους (1995) έως την έγερση της αγωγής παρήλθαν τέσσερα έτη, ήδη δε, ο ενάγων της οφείλει υπό την ιδιότητά της ασκούσης την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους τεράστια ποσά, ως διατροφή αυτού επιδικασθέντα από τα γερμανικά δικαστήρια, τα οποία έχουν απαγορεύσει και την επικοινωνία με τον ανήλικο , έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, διότι μόνη η πάροδος μακρού χρόνου χωρίς τη συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών δεν αρκεί, ο ενάγων συνέζησε αρμονικώς με την εναγομένη μέχρι το έτος 1995 που επήλθε η διάσταση, την 14/8/1988 γεννήθηκε στο Μόναχο το τέκνο της Μ.

και έτσι λόγω αποφυγής κλονισμού της καλής συζυγικής και οικογενειακής σχέσεως δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί στην άσκηση του δικαιώματος με την αγωγή μέχρι τη διάσταση (1995), η επικαλούμενη δε, από την εναγομένη αδράνεια του ενάγοντος κατά τη διάρκεια του γάμου κατά την οποία αναστέλλεται και η παραγραφή των αξιώσεων μεταξύ των συζύγων δεν είναι νοητή.

Η εναγομένη εντολοδόχος που αγόρασε το πιο πάνω διαμέρισμα στο δικό της όνομα αποκλειστικά κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να μεταβιβάσει στον ενάγοντα εντολέα το 50% εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος αυτού με ιδιαίτερη δικαιοπραξία κατά τους κανόνες του εμπράγματου δικαίου. Όμως αυτή αρνείται να πράξει τούτο, καθώς και να καταβάλει στον ενάγοντα το ισάξιο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής πιο πάνω ποσό των 32.000,5 γερμανικών μάρκων.

Κατά συνέπεια, η αγωγή έπρεπε να γίνει, εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ισάξιο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής των 32.000,5 γερμανικών μάρκων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως στον ενάγοντα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας αιτία εντολής του πιο πάνω διαμερίσματος.

Το αίτημα της εκκαλούσας να υποχρεωθεί ο ενάγων εφεσίβλητος να προσκομίσει τα πρωτότυπα των από 19/5/92, 19/6/92, 19/2/93, 15/8/97 και 2/6/92 εγγράφων των τραπεζών DRESDNER BANK και BAYERISHEVE REINS BANK, άλλως να μην ληφθούν υπόψη ως μη πληρούντα τις προϋποθέσεις του νόμου πρέπει να απορριφθεί διότι λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου έγγραφα".

Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι σαφές ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας (συνεκτιμώντας) όλα τα σχετικά στοιχεία χωρίς να προσδώσει σε κάποιο εξ αυτών πλήρη αποδεικτική ισχύ, ήτοι χωρίς να θεώρησε κάποιον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου άμεσα αποδεικνυόμενο, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Η αναιρεσείουσα προβάλλει επίσης πως δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα από 19.5.1992, 19.6.1992, 19.2.1993, 15.8.1997 και 2.6.1992 έγγραφα των δανειστριών τραπεζών που προσκομίστηκαν για την απόδειξη της εξόφλησης του επίδικου δανείου, διότι α)ήταν αντίγραφα ανεπικύρωτα και "πεποιημένα FAX" β)δεν έχουν επισήμως μεταφραστεί γ)έχουν εμφανείς αλλοιώσεις σε σχέση με τα πρωτότυπα.

Όμως ενώ γίνεται λόγος για "πεποιημένα FAX" δεν διευκρινίζεται τι δι'αυτού νοείται ούτε υπάρχει οιαδήποτε αναφορά σε επέμβαση επ'αυτών (πλαστογραφία). Ουδόλως δε διευκρινίζεται στο αναιρετήριο που διέφεραν τα προσκομισθέντα "FAX" από τα πρωτότυπα, και πως η τυχόν διαφορά επηρέασε την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης.

Δεν αναφέρεται περαιτέρω ότι τα ξενόγλωσσα έγγραφα δεν είχαν μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα αλλά αρνείται την επίσημη μετάφραση, χωρίς, ταυτόχρονα να μνημονεύει κατά ποίο τρόπο είχαν αυτά εν τέλει μεταφρασθεί και ποια επιρροή είχε το ζήτημα της μεταφράσεως στην υπόθεση. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ.11α και 12 πλημμέλειες είναι αβάσιμος.

IV. Με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πάνω διάταξη (ΑΠ 381/2006, 1792/2007, ΑΠ 1816/2008).

Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή ή ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 118/1994, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001).

Περαιτέρω, αναγκαία στοιχεία πως από το άρθρο 719 ΑΚ αγωγής είναι να αναφέρεται σ'αυτή η σύναψη της σχετικής σύμβασης εντολής και η απόκτηση από τον εντολοδόχο του ληφθέντος κατά την εκτέλεσή της, το οποίο και ζητείται με την αγωγή (ΑΠ 750/1995 ΑΠ 240/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων, διαλαμβάνει στην αγωγή του ότι: 1)με την αναιρεσείουσα - εναγόμενη, πρώην σύζυγό του, σύνηψε στις 26.5.1987 δάνειο 65.000 D.M.

από Γερμανική Τράπεζα, προκειμένου, από κοινού, να αγοράσουν ακίνητο στην Ελλάδα, του οποίου, συμφώνησαν, να είναι συγκύριοι κατά 50% (εξ αδιαιρέτου προφανώς). 2)η εναγόμενη αγόρασε, όντως, ακίνητο στην Ελλάδα, παραβαίνουσα, όμως, την εντολή του, το αγόρασε στο όνομά της. 3)επιπλέον δε, δεν συνέβαλε, στην εξόφληση του παραπάνω δανείου, κατά το ήμισυ, με αποτέλεσμα να το εξοφλήσει, ολοσχερώς, ο ίδιος.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή, σύμφωνα με τις περί εντολής διατάξεις να του αποδώσει το 1/2 εξ αδιαιρέτου της οικίας αυτής, και το ποσό των 32.000 D.M., δηλαδή το ήμισυ του παραπάνω δανείου. Με τέτοιο περιεχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνουσα όλα, τα, κατά νόμο, στοιχεία. Δεν αποτελούν δε στοιχεία του ορισμένου της αγωγής αυτής:

α)ο χρόνος καταβολής του δανείου στην Τράπεζα και β)ο χρόνος διαπίστωσης από μέρους του της παρέκκλισης από την δοθείσα εντολή. Κατά ταύτα ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια επικαλούμενη αοριστία της αγωγής, είναι αβάσιμος.

V. Με το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, εφ' όσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 1297/2006).

Πρέπει, δηλαδή, η άσκηση του δικαιώματος να υπερβαίνει, προφανώς, έκδηλα, τα όρια που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1287/2007) και να προκαλείται έντονη αντίθεση αδικίας (ΑΠ 1499/2000). Μόνη, όμως, η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική (ΑΠ 1399/2007, ΑΠ 41/2008 βλ. και Ολ. ΑΠ 8/2001), αλλά είναι ανάγκη να συντρέχουν και άλλα περιστατικά, τα οποία ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 196/2001, ΑΠ 1399/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση: Σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την, στο άρθρο 281 ΑΚ ερειδόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας με πλήρη, σαφή και πλήρως στηρίζουσα την απόρριψή της αιτιολογία: 1)ε φ'οσον διαλαμβάνει ότι μόνη η πάροδος του συγκεκριμένου χρόνου, δεν αρκεί, για την θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης. 2)αναφέρει για την θεμελίωση της απόρριψής της και άλλα πραγματικά περιστατικά που, ήδη προαναφέρθηκαν.

Συνακόλουθα, ορθά ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη. Άρα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος, VI. Τέλος, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος σύμφωνα με τον οποίο "η...απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, αφού παραβίασε το άρθρο 5 παρ.1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της υπόθεσης και ταυτόχρονα δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω κατά τόπο αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου" προβάλλεται αβασίμως, προεχόντως διότι ερείδεται στην εσφαλμένη (με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου) προϋπόθεση, η οποία, κατά λέξιν, έχει ως εξής: "...το δάνειο πληρώθηκε από εμένα καίτοι το ποσό χρησιμοποιήθηκε από τον αντίδικό μου για προσωπικές του ανάγκες και ουδεμία σχέση έχει με την αγορά του ακινήτου στην Ελλάδα, όπου αυτό αγοράσθηκε με δικά μου χρήματα, χωρίς καμία συμμετοχή του αναιρεσίβλητου...".

Μετά ταύτα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση. Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, διότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της απουσίας του, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2009 αίτηση της Ε. Κ., για αναίρεση της 529/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ