Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds, rejecting claim of legal violation regarding pension promotion suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting his pension promotion lawsuit. The court found the appellant's subsequent suit for promotion, after accepting a lump-sum compensation and resigning from the promotion right, constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) KPolD; Art. 281 AC: An appeal based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly identified that the plaintiff's exercise of a right, following a settlement and resignation from the right, contradicts good faith and constitutes an abuse of right for double benefit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2137 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2137/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1039/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2329/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 2-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί, μολονότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά την έννοια του αρθ. 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και .
εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005). Ειδικότερα, καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγής αυτού κατά της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη προαγωγής του (α) από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή ήταν καταχρηστική και άκυρη και ότι κατείχε τον βαθμό αυτόν από 1/1 ή 1/7/1998 ή 1/1 ή 1/7/1999 (β) στην συνέχεια από τον προηγούμενο αυτόν βαθμό στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' ήταν καταχρηστική και άκυρη και ότι κατείχε τον βαθμό αυτόν από 1/1 ή 1/7/2001 ή 1/1 ή 1/7/2002, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τ' αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθολογική διαφορά μεταξύ των ως άνω βαθμών κλπ., δέχθηκε με την προσβαλλομένη 2329/2006 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα την 29-9-1965 ως προσωρινός υπάλληλος και στην συνέχεια εντάχθηκε ως μόνιμος υπάλληλος της στον λογιστικό κλάδο με τον βαθμό του Δοκίμου, συναφθείσης έκτοτε σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εξελίχθηκε δε έκτοτε κανονικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατείχε από 1-1-1990, ότι τον Μάιο του 2002 η εναγομένη Τράπεζα θέλοντας να θεσπίσει κίνητρα αποχώρησης για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, κατάρτισε με την αντιπροσωπευτικότερη συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού της την από 28-5-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, στην οποία προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι (1) ειδικά, εξαιρετικά και συγκεκριμένα για τον παρόντα χρόνο και μόνο (δηλ.
εφάπαξ) η Τράπεζα, με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν τα κατωτέρω οριζόμενα, σε όσους από τους υπαλλήλους της θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι την 14-8-2002 και με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα παραιτηθούν από την Τράπεζα και η παραίτησή τους θα γίνει αποδεκτή απ' αυτήν, θα χορηγήσει κατ' επιλογή τους διαζευκτικά μία από τις παρακάτω παροχές (α) προαγωγή στον επόμενο βαθμό του Κλάδου, στον οποίο ανήκουν, με τις εκεί προϋποθέσεις και (β) αποζημίωση ισόποση με την διαφορά μεταξύ του ποσού που θα λάβουν αποχωρώντας "ως εφάπαξ αποζημίωση" από το Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα ελάμβαναν, αν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο εφάπαξ αποζημίωσης (2) οι εκ των υπαλλήλων δικαιούμενοι και επιθυμούντες να υπαχθούν στις ρυθμίσεις της ΕΣΣΕ αυτής θα πρέπει να υποβάλουν, το αργότερο μέχρι 28-6-2002, στην Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας, σχετικό έγγραφο, στο οποίο θα περιλαμβάνεται δήλωση υπαγωγής τους στην παρούσα, δήλωση παραίτησης και δήλωση επιλογής μίας από τις προβλεπόμενες ως άνω παροχές, αποκλειομένης μετά την 28-6-2002 οποιασδήποτε ανάκλησης ή τροποποίησης των ως άνω δηλώσεων (3) η σύμβαση εργασίας όλων των υπαλλήλων που θα υπαχθούν στις ρυθμίσεις της ΕΣΣΕ θα λύεται την 14-8-2002, οπότε είτε θα χορηγηθεί η ως άνω προαγωγή, είτε θα χορηγηθεί το προβλεπόμενο παραπάνω ποσό, οι δε αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της σύμβασης αυτής δεν θα δικαιούνται καμμιάς άλλης, εκτός της επιλεγείσης μίας και μόνο εκ των προβλεπομένων ως άνω παροχών, ότι την 28-6-2002 ο ενάγων, τελώντας σε γνώση της ως άνω ΕΣΣΕ, συμπλήρωσε και κατέθεσε στην εναγομένη το συνημμένο στην 106/4-6-2002 εγκύκλιο αυτής έντυπο, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι επιλέγει να λάβει το προβλεπόμενο από την ως άνω ΕΣΣΕ ποσό αποζημίωσης αναγνωρίζοντας ως "δίκαιη και δικαιολογημένη" την μέχρι τότε εξέλιξή του, εκ της οποίας δεν διατηρεί άλλη αξίωση, και ότι παραιτείται, από την υπηρεσία του, ότι μετά την υποβολή της δήλωσης αυτής ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του, ενώ έλαβε την προβλεπομένη αποζημίωση υπό μορφή ατόκου δανείου, ότι ενόψει των προεκτεθέντων ο ενάγων με την δήλωση αυτή προς την εναγομένη Τράπεζα, και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα της παραίτησής του από το δικαίωμα προαγωγής, εξέφρασε ρητά και ανεπιφύλακτα την βούλησή του να υπαχθεί στους όρους της πιο πάνω ΕΣΣΕ, των οποίων τελούσε σε πλήρη γνώση και να μην ασκήσει το σχετικό δικαίωμα προς προαγωγή, λαμβάνοντας την συμφωνηθείσα (προβλεπομένη) αποζημίωση, ότι η δήλωση αυτή αποτέλεσε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός σε σύντομο χρόνο μετά την κατάρτιση της επίμαχης ΕΣΣΕ μπορούσε ν' αποχωρήσει από την υπηρεσία της εναγομένης λόγω συνταξιοδότησης και να διεκδικήσει την επίδικη προαγωγή του, είτε πριν είτε μετά την αποχώρησή του, χωρίς προηγουμένως να υπαχθεί στο επίμαχο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, αλλά ακόμη και υπαγόμενος σ' αυτό είχε την ευχέρεια να επιλέξει την βαθμολογική του εξέλιξη, και ότι κατά συνέπεια η επιλογή λήψης της αποζημίωσης και η μετά την είσπραξη αυτής και την σχετική δήλωση ότι αναγνωρίζει ως δίκαιη και δικαιολογημένη την μέχρι τότε εξέλιξή του άσκηση απ' αυτόν της κρινόμενης αγωγής με αίτημα την προαγωγή του στους δύο επόμενους βαθμούς και την καταβολή των προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών αντιφάσκει με την προγενέστερη συμπεριφορά του, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, και αποτελεί απαράδεκτο τέχνασμα σε βάρος της εναγομένης Τράπεζας με σκοπό την διπλή ωφέλειά του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση του ενάγοντος για προαγωγή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης από το άρθρο 281 ΑΚ απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, αφού τα γενόμενα ως άνω ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά καθιστούν πραγματικά καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, ούτε και τις μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις των αρθ. 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 νδ 4020/1959, 3, 174, 180 και 679 ΑΚ και δη ως προς την ακυρότητα ή μη της παραίτησης του ενάγοντος από το δικαίωμα προαγωγής, αφού το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, ούτε κατά μείζονα λόγο έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η σχετική παραίτηση του ενάγοντος ήταν έγκυρη, αλλ' απλώς αυτή αποτέλεσε ένα από τα πραγματικά περιστατικά της κριθείσης ως καταχρηστικής συμπεριφοράς του ενάγοντος. 'Αλλωστε, εάν το Εφετείο είχε κρίνει έγκυρη την παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα προαγωγής, δεν θα ετίθετο θέμα καταχρηστικής άσκησης αλλά ανυπαρξίας του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 2329/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ