2136/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2136/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 2136 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2136/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Ζ. Ε.Ε.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ ΑΕ), με την οποία συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως της τελευταίας δυνάμει του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ. Εμφανίστηκε ο δικηγόρος Στυλιανός Γκίνης, που δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία συνεχίζει τη δίκη ως εκ του νόμου διάδοχος και έχουσα τη διοίκηση και διαχείριση του δημοσίου κτήματος υπό στοιχ. Α της υπ' αριθμ. 43856/148 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2008 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΕΤΑΔ ΑΕ), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1595/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5572/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της 327/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5572/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 327/30-4-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5572/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Με την από 5-8-2008 αγωγή της απορροφηθείσας από την αναιρεσίβλητη, δυνάμει του άρθρου 1 της Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ, εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" (ΚΕΔ Α.Ε.) κατά της αναιρεσείουσας ζητήθηκε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτήν να της αποδώσει το περιγραφόμενο σ' αυτήν μίσθιο ακίνητο του Δημοσίου, του οποίου είχε τη διοίκηση και διαχείριση, δυνάμει του ν. 973/1979, και το οποίο είχε εκμισθώσει σ' αυτήν, λόγω λήξης της μίσθωσης, άλλως κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του από 1-3-2004 π.δ/τος, λόγω παρόδου πενταετίας από τη δημοσίευση του τελευταίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1595/2009 απόφασή του απέρριψε την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η εν λόγω ενάγουσα ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αγωγής. Επί της ως άνω έφεσης της ΚΕΔ Α.Ε. εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή λόγω μη επίδοσης του δικογράφου της στον Υπουργό Οικονομικών.
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 1663/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της ένδικης αγωγής, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με το να απορρίψει την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, και με την αιτιολογία αυτή έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, διότι δεν επιδόθηκε αντίγραφο αυτής στον Υπουργό των Οικονομικών.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, αν και νικήσασα διάδικος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, προκειμένου να αποτρέψει τις δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες που αναπτύσσει η προσβαλλόμενη απόφαση με την αναγνώριση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, προς άσκηση της αγωγής, την οποία αυτή αμφισβητεί.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4146/ 2013, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση των παρ. 2 περ. α', 3 εδ. α', β' και γ' και την προσθήκη εδαφίου μετά το τέταρτο, με το άρθρο 174 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4261/2014, "1. Συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε." (στο εξής η "Εταιρεία"), με διάρκεια ενενήντα εννέα (99) έτη.
α) Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και εποπτεύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. β) Η Εταιρεία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθώς και από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/ 2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" (Α' 314) όπως ισχύει, και για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ρητά από τους νόμους αυτούς, από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (Α' 144) "Περί Ανωνύμων Εταιρειών", ενώ εξαιρείται από τις διατάξεις του ν. 2190/ 1994 "Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων Διοίκησης" (Α' 28). 2.
Σκοπός της Εταιρείας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση δημοσίων και ιδιωτικών εκτάσεων, κτιρίων και εγκαταστάσεων, καθώς και εκτάσεων, κτιρίων και εγκαταστάσεων ιδιοκτησίας Ν.Π.Δ.Δ., που βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας και του ακρωτηρίου Σουνίου (στο εξής η "Υπό Αξιοποίηση Περιοχή") και που:
α. παραχωρούνται άνευ ανταλλάγματος κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην Εταιρεία, εφόσον μοναδικός μέτοχος παραμένει το Ελληνικό Δημόσιο, με τις κοινές υπουργικές αποφάσεις της επόμενης παραγράφου, β. μεταβιβάζονται σε αυτήν με αγοραπωλησία, δωρεά, κληροδότημα ή άλλου τύπου σύμβαση και λοιπά, εξαιρουμένων ρητώς των εκτάσεων του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού και της Παράκτιας Ζώνης Αγίου Κοσμά Αττικής (πρώην Ολυμπιακό Κέντρο Ιστιοπλοΐας Αγίου Κοσμά και Εθνικό Κέντρο Νεότητας Αγίου Κοσμά), του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ), του Αστέρα Βουλιαγμένης και των Μαρίνων Αλίμου και Γλυφάδας, με σκοπό την αξιοποίηση και εκμετάλλευσή τους ή την εγκατάσταση και λειτουργία των γραφείων της. 3.
Η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση δημόσιων ακινήτων που ευρίσκονται εντός της υπό αξιοποίηση περιοχής, καθώς και κτιρίων και εγκαταστάσεων με τα παραρτήματα και συστατικά τους, περιέρχονται στην Εταιρεία με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών.
Με την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, τα παραπάνω ακίνητα και τα επ' αυτών κτίρια, παραρτήματα και συστατικά τους, καθώς τα επ' αυτών εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα, περιέρχονται από το δικαιούχο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην Εταιρεία, η οποία δικαιούται να ενεργεί κάθε σχετική πράξη διαχείρισης, αξιοποίησης και εκμετάλλευσης, υποχρεούται δε να τα προστατεύει με δικές της ενέργειες και δαπάνες.
Από την ίδια ημερομηνία η Εταιρεία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε τυχόν ισχύουσες συμβάσεις μίσθωσης, παραχώρησης ή άλλες συμβάσεις διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης των ως άνω ακινήτων και κτιρίων, καθώς και των παραρτημάτων και συστατικών τους. Η Εταιρεία δεν δύναται να μεταβιβάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο σε τρίτους την κυριότητα των ακινήτων που παραχωρούνται κατά τα ανωτέρω χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ).
Σε κάθε περίπτωση η Εταιρεία νομιμοποιείται ενεργητικά και δικαιούται να παρίσταται ως διάδικος σε δίκες ή σε λοιπές διαδικαστικές πράξεις που αφορούν στα ακίνητα που της παραχωρούνται κατά τα ανωτέρω". Με την 43856/148/8-9-2014 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών - Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, που δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραχωρήθηκε μεταξύ άλλων, και το ένδικο μίσθιο ακίνητο στην εταιρεία ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται, ότι η εν λόγω εταιρεία, που νομιμοποιείται ενεργητικά να παρίσταται ως διάδικος σε δίκες που αφορούν στα παραχωρηθέντα σ' αυτήν ακίνητα από την έκδοση της Κ.Υ.Α., με την οποία περιήλθε σ' αυτήν η κυριότητά τους, και υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε ισχύουσες συμβάσεις μίσθωσης κ.λπ.
αυτών, υπεισέρχεται αυτοδικαίως και στη δικονομική θέση της Ε.Τ.Α.Δ. Α.Ε., ως διάδοχος αυτής εκ του νόμου, σε δίκες που αφορούν στα ακίνητα αυτά χωρίς καμία ιδιαίτερη διατύπωση.
Συνεπώς, από την έκδοση της προαναφερθείσας Κ.Υ.Α., η εταιρεία ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε., η οποία παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δήλωσε ότι διαδέχθηκε την ΕΤΑΔ Α.Ε., υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα καθώς και τη δικονομική θέση αυτής και νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη που αναφέρεται στο ένδικο παραχωρηθέν σ' αυτήν κατά τα ανωτέρω μίσθιο ακίνητο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας, απορρέουσα κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 112/2008, ΑΠ 106/2014).
Εξάλλου η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος. Εντούτοις υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος επιτρέπει σε τρίτα πρόσωπα να διεξάγουν τη δίκη στο όνομά τους, για δικαιώματα όμως ή υποχρεώσεις άλλου προσώπου.
Πρόκειται για τους ονομαζόμενους μη δικαιούχους ή μη υπόχρεους διαδίκους. Στις περιπτώσεις αυτές το πρόσωπο που διεξάγει τη δίκη στο όνομά του, μολονότι δεν είναι ο δικαιούχος ή ο υπόχρεος στην επίδικη έννομη σχέση, νομιμοποιείται ως διάδικος, ενώ ο δικαιούχος είναι τρίτος. Εξάλλου, με το Ν. 973/1979 "περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου", συστήθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου" (ΚΕΔ) και έδρα την Αθήνα.
Η εταιρία αυτή λειτουργεί υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, από τη σχετική νομοθεσία τής οποίας και κατά κανόνα διέπεται, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το μετοχικό της κεφάλαιο εκφραζόμενο δια μίας μετοχής ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκούμενη δια του Υπουργού των Οικονομικών (άρθρο 1).
Σκοπός της είναι, πλην άλλων, η διοίκηση και αξιοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 2 ακινήτων, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α', β'), τα οποία, για την εκπλήρωση των σκοπών της, δύναται, εκτός άλλων, να εκμισθώνει δια δημοσίου διαγωνισμού (άρθρο 6 παρ. 1 εδ.
β'). Με το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, όλα τα κατά το ανωτέρω άρθρο 2 ακίνητα του Δημοσίου περιέρχονται αυτοδικαίως στη διοίκηση της εταιρίας, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 2 ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, υπό τη διοίκηση και διαχείριση των οποίων τελούν, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, τα ανωτέρω ακίνητα του Δημοσίου, διατηρούν όλες τις αρμοδιότητες για την προστασία των ακινήτων αυτών και για την έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής και αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης ή την άσκηση αγωγής ή ενδίκων μέσων και για την προσβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι, από την έναρξη της ισχύος του, η εταιρία έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα για την επιχείρηση δικαιοπραξιών αναφερομένων στα κατά το άρθρο 2 ακίνητα, τα οποία έχει την υποχρέωση να διοικεί και να διαχειρίζεται επιμελώς, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενώ τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου.
Ακόμη, με το άρθρο 11 ορίστηκε ότι η εταιρία απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών, δασμολογικών και δικαστικών ατελειών και των δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου προνομίων, όπως το ίδιο το Δημόσιο, για την είσπραξη των εσόδων της εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Κώδικα περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ενώ με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2, που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Δ.Σ.
της Εταιρίας, ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αυτό συνάπτει τις συμβάσεις για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρίας και γενικά προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εκπλήρωση των σκοπών της Εταιρίας, και με το άρθρο 15 ορίστηκε ότι την εταιρία εκπροσωπεί ενώπιον κάθε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
αυτής. Ακόμη, με τις διατάξεις του εγκριθέντος, με την Υπουργική Απόφαση (Οικονομικών) 167 της 12/20-6-1980, Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων της ΚΕΔ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 1α' και 3 του Ν. 973/1979, έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (αρ. φύλλου 552 Β'/1980) και έχει ισχύ νόμου, καθορίστηκαν οι διαδικασίες που αφορούν τον τρόπο διενέργειας, κατάρτισης και λύσης των μισθώσεων των ακινήτων που περιέρχονται στη διοίκηση και διαχείριση της ΚΕΔ.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ιδρυτικού της ΚΕΔ νόμου προκύπτει ότι καθιερώνεται διάσπαση του κανόνα, που ισχύει στη νομιμοποίηση, δηλαδή της στο ίδιο πρόσωπο σύμπτωσης των ιδιοτήτων του υποκειμένου της επίδικης έννομης σχέσης και της νομιμοποίησης και δημιουργείται περίπτωση εμφάνισης της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου ως μη δικαιούχου και υπόχρεου διαδίκου, η οποία, παρά το ότι φορέας των εκ της μίσθωσης ακινήτου, που συνάπτει η ΚΕΔ, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι το Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου επέρχονται τα αποτελέσματα της μίσθωσης, εν τούτοις νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικος στη δίκη, εφόσον βέβαια δεν ισχυρίζεται πως είναι και δικαιούχος της επίδικης έννομης σχέσης, ενεργώντας τις διαδικαστικές πράξεις προς το σκοπό άμεσης αντανάκλασης των συνεπειών τους, όχι στο πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά για την ίδια, ανεξάρτητα αν οι συνέπειες της απόφασης και το ουσιαστικό δεδικασμένο καταλαμβάνουν και το Ελληνικό Δημόσιο.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να δεχθεί την ενεργητική νομιμοποίηση της ΚΕΔ Α.Ε., ως μη δικαιούχου διαδίκου, προς άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου, εφόσον αφορούν στη νομιμοποίηση διαδίκων, διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., την οποία προσάπτει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, που πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της, υπεισελθούσας στη δικονομική θέση της αναιρεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε.", που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 6420818, σειρά Η, διπλότυπο της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 327/30-4-2014 αίτηση για αναίρεση της 5572/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της, υπεισελθούσας στη δικονομική θέση της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΚΤΙΟ ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ Α.Ε.", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ