Legislator Case Law & Legislation
2134/2014 AI generated

2134/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2134/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2134/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage surname parental authority descendant paternity action statutory heir
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2134 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2134/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. χας Δ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Μαργαρίτη και 2) Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Γ. Κ., το γένος Δ. Γ., 2) Σ. θυγ. Δ. Γ. και 3) Α. συζ. Γ. Λ., το γένος Δ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Σακκά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2001 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2537/2002 μη οριστική και 1566/ 2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7268/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-3-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 7268/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προκλήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ. Γ. του Π., πατέρας των καθ' ων - εφεσιβλήτων από τον πρώτο αυτού γάμο καθώς και του δευτέρου εκ των αιτούντων - εκκαλούντων από το γάμο του με την πρώτη από τους αιτούντες - εκκαλούντες, απεβίωσε αδιάθετος στις 27/2/1984.

Ύστερα δε από αίτηση της πρώτης των αιτούντων, και ήδη εκκαλούντων, που ενεργούσε ατομικά άλλα και για λογαριασμό του τότε ανηλίκου δευτέρου εκ των αιτούντων - εκκαλούντων, εκδόθηκε η 2611/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την οποία εκδόθηκε το 1368/1984 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει των διατάξεων του τουρκικού κληρονομικού δικαίου, καθόσον ο ανωτέρω κληρονομούμενος είχε κατά τον θάνατό του την τουρκική ιθαγένεια, ως ομογενής από την Κωνσταντινούπολη και πιστοποιήθηκε ότι μόνον εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του εν λόγω κληρονομουμένου ήταν η πρώτη των αιτούντων - εκκαλούντων σε ποσοστό 4/16 της κληρονομίας και τα τέσσερα αυτού τέκνα σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς.

Λίγο πριν το θάνατό του εξάλλου ο μνησθείς κληρονομούμενος είχε ασκήσει την από 7/3/1983 αγωγή περί διαζυγίου σε βάρος της συζύγου του, πρώτης των αιτούντων - εκκαλούντων, επί της οποίας είχε εκδοθεί η 12196/1983 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του τουρκικού κληρονομικού δικαίου δεν προέβλεπαν αφενός μεν τον αποκλεισμό του επιζώντος συζύγου από την κληρονομία του κληρονομουμένου, όταν ο τελευταίος έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει σε βάρος του επιζώντος αγωγή διαζυγίου και αφετέρου τη συνεισφορά μεταξύ των κατιόντων, όπως ορίζεται σχετικά στο ελληνικό δίκαιο.

Στη συνέχεια οι καθ' ων - εφεσίβλητες, θυγατέρες του κληρονομουμένου, αμφισβητώντας το γεγονός ότι ο πατέρας τους ήταν Τούρκος υπήκοος, προχώρησαν σε σειρά ενεργειών προς το Υπουργείο Εσωτερικών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την έκδοση του 86633/1986, εγγράφου του αμέσως προηγουμένου Υπουργείου, σύμφωνα με τον οποίο ο θανών είχε αποκτήσει την Ελληνική ιθαγένεια από 9/10/1958 και δίδετο εντολή προς εγγραφή αυτού στα μητρώα του δήμου Νικαίας Πειραιά, πράγμα το οποίο έγινε με βάση σχετικές αποφάσεις της Νομαρχίας.

Εν συνεχεία οι καθ' ων - εφεσίβλητες ήγειραν την από 15/4/1987 αγωγή τους σε βάρος της πρώτης των αιτούντων - εκκαλούντων ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα του τότε ανηλίκου δευτέρου εκ των αιτούντων - εκκαλούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επικαλούμενες την εφαρμογή του ελληνικού δικαίου, αφού ο πατέρας τους είχε ελληνική ιθαγένεια, επεδίωξαν να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη των αντιδίκων τους (Ά.

Γ.) αποκλείεται του κληρονομικού δικαιώματος εξαιτίας της ασκηθείσης σε βάρος της αγωγής διαζυγίου, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι ο δεύτερος των αιτούντων - εκκαλούντων υποχρεούτο, λόγω άτυπης δωρεάς του θανόντος πατρός του προς αυτόν, σε συνεισενεκτέα παροχή, η οποία υπερβαίνει κατ' αξία την ανήκουσα σε αυτόν κληρονομική μερίδα από την περιουσία του κληρονομουμένου και ως εκ τούτου αυτός δεν συμμετέχει στη διανομή της.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 7328/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε: Ι) ότι η πρώτη των αιτούντων - εκκαλούντων αποκλείεται του κληρονομικού δικαιώματος της περιουσίας του Δ. Γ., ΙΙ) ότι ο δεύτερος των αιτούντων - εκκαλούντων υποχρεούται σε συνεισενεκτέα παροχή, η οποία υπερβαίνει κατ' αξία την κληρονομική του μερίδα και κατά συνέπεια αυτός δεν συμμετείχε στη διανομή της και γ) ότι το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας του μνησθέντος (κληρονομουμένου) περιήρχετο αποκλειστικά στις καθ' ων - εφεσίβλητες σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Με βάση την 3203/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες μετέπειτα από τους διαδίκους εφέσεις και επικυρώθηκε η προεκτεθείσα πρωτόδικη απόφαση, ενώ επί ασκηθείσης αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της ειρημένης απόφασης του Εφετείου, εκδόθηκε η 1452/1998 απόφαση του αμέσως προηγουμένου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και ως εκ τούτου κατέστη αμετάκλητη η 3203/1997 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Εξάλλου η πρώτη των αιτούντων - εκκαλούντων άσκησε κατά της πιο πάνω εφετειακής απόφασης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 16/1/1998 αίτηση αναψηλάφησης, η οποία απορρίφθηκε με την 1093/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ενώ κατόπιν με βάση την 231/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης κατά της αμέσως προηγουμένης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Περαιτέρω οι καθ' ων - εφεσίβλητες με την από 2/1/1999 αίτησή τους ζήτησαν την ανάκληση της 2611/1984 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που είχε διατάξει την χορήγηση κληρονομητηρίου κατά τα προεκτεθέντα), επί της οποίας (ως άνω αίτησης) εκδόθηκε η 2611/1999 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία δεσμευόμενη από τα κριθέντα κατά τη δικαστική διαδρομή της αντιδικίας των διαδίκων (μέχρι και την έκδοση της 1093/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επί της αίτησης αναψηλάφησης), δέχθηκε την αίτηση, ανακάλεσε την 2611/1984 απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου και διέταξε το γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να χορηγήσει κληρονομητήριο, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι οι μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος είναι οι τρεις θυγατέρες του, ήτοι οι καθ' ων - εφεσίβλητες.

Περαιτέρω, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατόπιν αίτησης του δευτέρου από τους αιτούντες - εκκαλούντες στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εκδόθηκε η με αριθμό Φ/7367/19201/2001 απόφαση του Υπουργού του ως άνω Υπουργείου. Με βάση την απόφαση αυτή ο Δημήτριος Γ. ή Γ.

ουδέποτε απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι καθ' ων - εφεσίβλητες με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο δυνάμει της 1982/2010 απόφασής του απέρριψε την αίτηση για τυπικούς λόγους, δηλαδή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους των αμέσως προηγουμένων διαδίκων. Όμως το γεγονός ότι ο θανών Δ.

Γ. ουδέποτε απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια, δεν επηρεάζει την ήδη κριθείσα με δύναμη δεδικασμένου έννομη σχέση της ύπαρξης κληρονομικού δικαιώματος μόνο στο πρόσωπο των καθ' ων - εφεσιβλήτων, ακόμη και αν η σχέση αυτή κρίθηκε με βάση το γεγονός ότι ο προεκτεθείς θανών είχε αποκτήσει κατά το χρόνο του θανάτου του την ελληνική ιθαγένεια και εφαρμόστηκε εκ του λόγου αυτού το ελληνικό δίκαιο.

Και τούτο διότι η έννομη αυτή σχέση κρίθηκε στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, διήλθε όλα τα στάδια δικαιοδοτικής κρίσης και μάλιστα και εκείνο της αίτησης αναψηλαφήσεως με τα ως άνω αναφερόμενα αποτελέσματα. Δεν δύναται δε το Δικαστήριο εκείνο που δικάζει με την εκούσια δικαιοδοσία να αποστεί της πιο πάνω κρίσης, αλλ' αντίθετα δεσμεύεται από αυτήν, καθόσον η ειρημένη σχέση συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δίκης, που κάταρξή της έγινε με την ένδικη αίτηση, στην οποία κρίνεται η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα, το οποίο κρίθηκε αμετακλήτως με την προηγούμενη απόφαση, κατά τα προλεχθέντα.

Τα ίδια εξ ετέρου διέλαβε και στο αιτιολογικό της υπ' αριθμ. 1982/2010 απόφασής του το ΣτΕ, το οποίο απέρριψε για τυπικό λόγο την αίτηση ακύρωσης των καθ' ων - εφεσιβλήτων, δηλαδή για έλλειψη έννομου συμφέροντος, παραχθέντος επομένως από την απόφαση αυτή δεδικασμένου μόνο επί του δικονομικού ζητήματος του παραδεκτού της αίτησης".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού πράγματι το ζήτημα σχετικά με το κληρονομικό δικαίωμα των διαδίκων επί της περιουσίας του Δ. Γ., το οποίο κρίθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 7328/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στη δίκη επί της κρινόμενης από 2-10-2001 αιτήσεως των αναιρεσειόντων για ανάκληση του υπ' αριθμ. 787/1999 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και αναβίωση του αρχικού 1368/1984 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του ίδιου Γραμματέα, άλλως για χορήγηση σ' αυτούς νέου πιστοποιητικού, και άρα από την ανωτέρω απόφαση παράγεται δεδικασμένο, ότι οι αναιρεσίβλητες τυγχάνουν αποκλειστικά κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαθέτου η καθεμία επί της περιουσίας του ως άνω Δ.

Γ. και ότι οι αναιρεσείοντες στερούνται κληρονομικού δικαιώματος επί της περιουσίας αυτού.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1956 επ., 28 ΑΚ, 439 και 444 του τουρκικού Αστικού Κώδικα, 17 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ παραβίασε, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε, ούτε όφειλε να ασχοληθεί με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενόψει της παραδοχής της υπάρξεως του ως άνω δεδικασμένου. Άρα ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 7268/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και

Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπου 1338130, 2859157 σειρά Α' Δημοσίου και 074393, 074394, 074395 σειρά Α ΤΑΧΔΙΚ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ