2134/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2134/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απορρίπτει την από 19-10-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 237|2003 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου Γεωργίου Αλεξιάδη.
Full text
Απόφαση 2134 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2134/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.) κατ' άρθρο 33 Ν.2937/2001. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... 2) ... και 3) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήρη Παγώνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 237/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 16-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για το παραδεκτό της κρινόμενης από 19-10-2004 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου (ασκηθείσης την 19-10-2004) τηρήθηκε η προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 ν. 2298|1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 42 ν. 2721|1999, προδικασία της προηγουμένης γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (καταργηθείσα ήδη από 7-8-2009 με το άρθ. 13 παρ. 9 ν.3790|2009,ΦΕΚ 143|2009 τ. Α, για τις ασκούμενες έκτοτε από το Ελλ. Δημόσιο αιτήσεις αναίρεσης), αφού προσκομίζεται η εμπροθέσμως εκδοθείσα και κατατεθείσα αρμοδίως 6|2005 θετική γνωμοδότηση αυτού.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ1 ν.1082|1980, 1 παρ. 2 της 19040|1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 539|1945, 3 παρ. 16 ν. 4504|1966 και άρθρου μόνου του ν. 133|1975 που κύρωσε την από 26-2-175 ΕΓΣΣΕ συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών (καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας) δικαιούνται όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις παραπάνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επομένως υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ" (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), στην θέση του οποίου, καταργηθέντος με το άρθ. 13 παρ. 1 ν. 2628|1998, υπεισήλθε στην συνέχεια, κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ως ειδικός διάδοχος αυτού το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζοντας την εκκρεμή δίκη (άρθ. 33 ν. 2937|2001), επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), δέχθηκε με την προσβαλλομένη 237|2003 απόφασή του, ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.
και απασχολήθηκαν στο τοπικό παράρτημά του στην Κοζάνη η 1η από 27-8-1990 ως οικονομική υπεύθυνη, ο 2ος από 19-11-1991 ως υπεύθυνος επιμόρφωσης και ο 3ος από 20-8-1995 ως διοικητικός υπεύθυνος στην υποστήριξη προγραμμάτων κατάρτισης και ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης της προβλεπομένης από το καταστατικό αυτού (που εγκρίθηκε με το ΒΔ 639|1963) διαδικασίας πρόσληψης, απέρριψε δε τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο παρεπονείτο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την απόρριψη της ένστασης περί παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων για την καταβολή επιδομάτων εορτών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1990 έως 31-12-1994, με την αυτή ως και πρωτοδίκως αιτιολογία ότι οι αξιώσεις αυτές ερείδονται στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και παραγράφονται μετά την πάροδο εικοσαετίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως και αφού ληφθεί υπόψη ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επιδόματα εορτών για το επίδικο ως άνω διάστημα, στο οποίο αναφέρεται και η αίτηση αναίρεσης, επιδικάσθηκαν μόνο στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, και μάλιστα στην 1η εξ αυτών για τα έτη 1991-1994 και στον 2ο για τα έτη 1991-1994 ως προς τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και 1992-1994 ως προς τα επιδόματα εορτών Πάσχα, όχι όμως και στον τρίτο αναιρεσίβλητο, αφού οι επιδικασθείσες σ' αυτόν για τις ως άνω αιτίες αξιώσεις αναφέρονται στα έτη 1996-1998, σε χρονικό δηλ.
διάστημα πέραν του επιδίκου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ :(Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τον οποίο κατά τα προεκτεθέντα δεν αφορά η αποδιδομένη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τον οποίο δεν είναι δυνατόν ν' αναιρεθεί η απόφαση (άρθ. 558 και 566 ΚΠολΔ) και (Β) Να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και μόνον ως προς τις αξιώσεις για την καταβολή επιδομάτων εορτών των ως άνω χρονικών διαστημάτων, όχι όμως και ως προς τις αξιώσεις για την καταβολή επιδομάτων αδείας, στα οποία επίσης αναφέρεται η αναίρεση, αφού και όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων τόσον η πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση παραγραφής όσο και ο επ' αυτής σχετικός λόγος έφεσης αφορούσαν μόνο τα επιδόματα εορτών.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί ενμέρει η προσβαλλομένη 237|2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το μεν αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου οι δε δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 237|2003 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου Γεωργίου Αλεξιάδη.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του ως άνω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση ως προς τους 1η (...) και 2ο (...) αναιρεσιβλήτους, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό οριζόμενα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους 1η και 2ο αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ