2134/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2134/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη η αναφερόμενη στην συμβολή της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος με την επαγγελματική της ενασχόληση ως κομμώτριας και με την απασχόλησή της στις οικιακές εργασίες κατά το μέτρο που υπερέβαινε την οφειλόμενη συνεισφορά της, πρέπει ν'απορριφθούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.
Full text
Απόφαση 2134 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2134/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Αλευρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-5-2005 αίτησή του και τους από 28-9-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 9-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πλημμέλεια που δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αποτελεί ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή. Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αυτά τα οποία αποτελούν στοιχείο του λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, συμπλήρωση του οποίου με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν επιτρέπεται. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, ιδίως εκείνων που αφορούν την νόμιμη συμβολή της αντιδίκου του στα περιουσιακά αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους", χωρίς καμμία άλλη περαιτέρω εξειδίκευσή τους, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 3/1997), όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, που αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως γεγονότων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και να είναι νόμιμος, γιατί αν δεν είναι νόμιμος και από το λόγο αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του Δικαστηρίου να τον ερευνήσει και να απαντήσει σ'αυτόν δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη (Ολ.
ΑΠ 2/1989, ΑΠ 132/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγους αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση αυτών, προβάλλεται η από το άρθρο 558 αριθ. 8 αιτίαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με τους οποίους αρνήθηκε ότι είναι κύριος όλων των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην αγωγή, την αξία αυτών και την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτηση τούτων ή των επαύξηση της αξίας τους, καθώς και την κατάθεση χρημάτων από την αναιρεσίβλητη στον κοινό τους λογαριασμό.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά συνιστούν ητιολογημένη άρνηση της αγωγής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, που να σώζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής, από κατάθεση χρημάτων της αναιρεσίβλητης σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Αγροτική Τράπεζα και απέρριψε, μετ' εξαφάνιση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, διότι το Εφετείο δέχθηκε τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων είχαν κατατεθεί χρήματα και από την αναιρεσίβλητη χωρίς να διαταχθεί απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Με τον πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγο αναιρέσεως και τον τελευταίο (έβδομο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 558 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ. (και όχι η από το αριθ. 10 του 559 Κ.Πολ.Δικ. όπως αναφέρεται στον πρόσθετο λόγο) αιτίαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης για τον λόγο ότι με αυτήν αξιώνει συμμετοχή σε περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο αναιρεσείων από κληρονομία και η αξιοποίηση των οποίων έγινε χωρίς τη δική της συμβολή, ή δε αύξηση της αξίας τους οφείλεται αποκλειστικά στον πληθωρισμό.
Όμως τα επικαλούμενα και συγκροτούντα τον ισχυρισμό αυτό ως άνω περιστατικά δεν είναι ικανά μόνα τους να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση και επομένως ο άνω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος. Συνακόλουθα η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εν λόγω μη νόμιμου (επουσιώδους) ισχυρισμού δεν ιδρύει τους παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι συνεπώς πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή από το άρθρο 559 αριθ. 10 πλημμέλεια, διότι το Δικαστήριο ουσίας δεν διέταξε αποδείξεις για τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ακριβώς επειδή ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο ουσίας να διατάξει αποδείξεις αφού η συζήτηση της αγωγής στο πρώτο βαθμό έγινε την 18-9-2002 και εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ., στην οποία η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.
Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δικ. όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο Κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Επομένως ο έκτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 9 αιτίαση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε καθ' ολοκληρία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "η τυχόν υπεραξία ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του δεν πρέπει να υπολογίζεται, διότι είναι αποτέλεσμα αστάθμητων στοιχείων και όχι νομισματικής μεταβολής ή συμβολής της συζύγου" πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, παρεκτός του ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δικ., πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.
κρίση του Δικαστηρίου περί των πραγματικών γεγονότων και δη την αναφερόμενη στην συμβολή ή μη της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ'ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, αλλά και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευόμενο ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δικ.). Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με αναφορά σε οποιαδήποτε έγγραφα και δη στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 27/1998, 32/1996). Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ή ανεπάρκεια, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου και ειδικώτερα αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, δηλαδή ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει για την επάρκεια αυτής (Ολ.
ΑΠ 20/2005 Ολ. ΑΠ 32/1996). Δεν συνιστούν δε ανεπαρκή αιτιολογία ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/92, Ολ. ΑΠ 861/1984). Μόνο τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, διότι το Εφετείο, το οποίο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι νομικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης και δη οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, η κατά τον αναιρεσείοντα έννοια των διατάξεων αυτών και η περί αυτών κρίση του δικαστηρίου, ούτε παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην κατ'ουσίαν μερική παραδοχή της αγωγής.
Επίσης οι πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος κατά το δεύτερος μέρος του και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών, πρέπει ν'απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν περιλαμβάνουν τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωση των ισχυρισμών ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ως προς τί υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις για έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι επίσης ως απαράδεκτοι κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. περί πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλομένης απόφασης. Οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ.
πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη η αναφερόμενη στην συμβολή της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος με την επαγγελματική της ενασχόληση ως κομμώτριας και με την απασχόλησή της στις οικιακές εργασίες κατά το μέτρο που υπερέβαινε την οφειλόμενη συνεισφορά της, πρέπει ν'απορριφθούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.
ως απαράδεκτοι.
Επειδή η κατά τη διάταξη του άρθρου 601 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. απαγόρευση της εξετάσεως ως μαρτύρων των τέκνων των διαδίκων στις κατά τη διαδικασία των άρθρων 592 επ. εκδικαζόμενες διαφορές έχει εφαρμογή μόνο στις γαμικές διαφορές που απαριθμούνται στην παραγ. 1 του άρθρου αυτού, στις οποίες ρητώς αναφέρεται η διάταξη και όχι σε άλλες μεταξύ των συζύγων δίκες, όπως η της συμμετοχής στα αποκτήματα, στην οποία δεν αποκλείεται να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των συζύγων ή να ληφθούν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις τούτων (Α.Π. 648/1989). Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος αυτού και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την ένορκη κατάθεση (βεβαίωση) των τέκνων των διαδίκων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πύργου Θεοδώρας Βερβενιώτη - Μπαρακίτη πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2005 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 282/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 28-9-2005 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ