Legislator Case Law & Legislation
2133/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of employee's wrongful dismissal claim.

Case Number 2133/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by an employee against a final labor court decision. The lower court had rejected the employee's claim for wrongful dismissal and damages, finding that the employer's conduct did not constitute abuse of authority or create insurmountable working conditions. The court upheld this ruling, stating that the employee's arguments regarding violent dismissal and personal insults were inadmissible as they sought to re-evaluate the evidence already assessed by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 7, 57, 59, 281, 648 of the Civil Code: An appeal against a labor court decision is inadmissible if it attempts to re-evaluate evidence or challenge factual findings already made by the lower court, as such arguments do not constitute grounds for retrial under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal wrongful dismissal claim abuse of authority inadmissible appeal arguments re-evaluation of evidence personal insult damages labor court decision

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 7 of Law 2112/1920
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2133 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2133/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλίκη Γκερλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Πάτρας", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πίγκα - Μπαλανίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης συνδικαλιστικής οργάνωσης και την από 8-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 16-4-2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 18/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί α) της από 27-4-2021 έφεσης της ενάγουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Πάτρας" και β) της από 10-5-2021 έφεσης της εναγομένης- ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 36/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 9-10-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και την από 8-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την πρώτη αγωγή (της ήδη αναιρεσίβλητης), δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, τη δεύτερη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και, αφού απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, το περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης αίτημά της λόγω ηθικής της βλάβης από παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, αναγνώρισε τη λύση της, μεταξύ των διαδίκων, ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με σιωπηρή καταγγελία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας, και επιδίκασε στην ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, και μέρος των αιτούμενων δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας (μετά της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας) λόγω της από 25-6-2018 δήλωσής της για επίσχεση της εργασίας της, νομιμοτόκως.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις που άσκησαν οι διάδικοι κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και, κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας-εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σύνολό της, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 8-11-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 9-10-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε α) την ακυρότητα της από 25-6-2018 δήλωσης της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) για επίσχεση της εργασίας της, ως καταχρηστικής, β) την έλλειψη υπερημερίας της ενάγουσας εργοδότριας (ήδη αναιρεσίβλητης) για την καταβολή των αποδοχών της και γ) τη λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με σιωπηρή καταγγελία της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ.1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ το ορισμένο της αγωγής ελέγχεται από το περιεχόμενο του δικογράφου της. Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 274/2023, 919/2023, ΑΠ 142/2021).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 14 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2014, ΑΠ 1069/2025, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 919/2023).

Ανεξάρτητα, όμως, από το είδος της επικαλούμενης αοριστίας (νομικής, ποσοτικής ή ποιοτικής), για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 474/2024, ΑΠ 715/2024, ΑΠ 308/2020).

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας νόμιμα (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 474/2024, ΑΠ 919/2023), και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ότι επαναφέρθηκε ο, παραδεκτά προβληθείς πρωτοδίκως, σχετικός ισχυρισμός στο Εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου, εις βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του (ΑΠ 1822/2024, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 59/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την κατ' αυτής ασκηθείσα από 9-10-2018 (με αριθμ.

καταθ. 2619/2018) αγωγή της αναιρεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της δήλωσής της για επίσχεση της εργασίας της, ως καταχρηστικής, παρά το νόμο δεν την απέρριψε απαράδεκτη, κατά το μέρος τούτο, λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι στο δικόγραφό της δεν εξειδικεύονταν, όπως απαιτείται για το ορισμένο της, τα περιστατικά καταχρηστικότητας της επίδικης δήλωσης επίσχεσης.

Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, περί ποσοτικής αοριστίας της, κατ' αυτής ασκηθείσας αγωγής της αντιδίκου της, στον οποίο ο λόγος αυτός επιστηρίζεται, είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου και μάλιστα νόμιμα, όπως απαιτείται κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δηλαδή, είτε με λόγο της ασκηθείσας έφεσής της (της από 10-5-2021) κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης που είχε κρίνει ορισμένη την ανωτέρω αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, επαναφέροντας έτσι νομίμως ενώπιον του Εφετείου τον παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως σχετικό ισχυρισμό της (άρθρα 591 παρ.1, 614 παρ.1 και 256 παρ.1 περ.

δ', 237 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ), είτε με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, προς απόκρουση της (από 27-4-2021) έφεσης που άσκησε η αντίδικός της (άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον η από 9-10-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, είναι ορισμένη και ως προς το ανωτέρω αίτημά της, όπως ορθά κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Και τούτο, διότι στο δικόγραφό της, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που, αληθή υποτιθέμενα, καθιστούν την από 25-6-2018 επίδικη δήλωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργαζομένης για επίσχεση της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας της, καταχρηστική και ως τέτοια παράνομη και μη παράγουσα το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα της υπερημερίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας στην καταβολή ληξιπρόθεσμων αποδοχών, και θεμελιώνουν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216, 70 ΚΠολΔ, 648, 325 σε συνδ.

με 329, 353, 656, 174 και 281 ΑΚ, το αγωγικό αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της δήλωσης αυτής, ως καταχρηστικής. Ειδικότερα, εκτίθεται στην αγωγή ότι η καθυστέρηση καταβολής των αναφερόμενων στην επίδικη, από 25-6-2018, δήλωση επίσχεσης εργασίας, ληξιπρόθεσμων αποδοχών της δηλούσας εναγομένης, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, αξιόχρεης, εργοδότριάς της, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις, αντιξοότητες και δυσμενέστατες γι' αυτήν περιστάσεις, που δημιουργήθηκαν λόγω της αντιδικίας, μεταξύ της απερχόμενης και της νέας, προσωρινής, διοίκησής της, και της υπαίτιας άρνησης της εναγομένης για συνεργασία με τη νέα διοίκηση της ενάγουσας εργοδότριάς της και παροχή πληροφοριών και οικονομικών στοιχείων, αναγκαίων για την υλοποίηση του διοικητικού της έργου, την χρηματοδότησή της και την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών της, όπως η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων της, και μετά ταύτα ζητήθηκε (και) η αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω δήλωσης επίσχεσης, ως καταχρηστικής και, συνακόλουθα, της έλλειψης υπερημερίας της ενάγουσας εργοδότριας για την καταβολή των αποδοχών της εναγομένης.

Τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη ακυρότητα της επίδικης δήλωσης επίσχεσης ως καταχρηστικής (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 343/2021, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 145/2019), δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρίνισης για το ορισμένο της αγωγής και συγκεκριμένα δεν απαιτείται προς τούτο και η αναγραφή των ονομάτων των μελών της νέας, προσωρινής, διοίκησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προς τα οποία αρνήθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τη συνεργασία της και οι συγκεκριμένες ενέργειές της προς παρεμπόδιση του διοικητικού έργου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον κρινόμενο τέταρτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (άρθρο 520 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία, κατά νόμο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1484/2024, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 782/2019).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1484/2024, ΑΠ 338/2023).

Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 1484/2024, ΑΠ 1769/2024, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 782/2019).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους έφεσης, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Οι αόριστοι λόγοι της έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 574/2018).

Σε περίπτωση, δε, έλλειψης λόγου έφεσης σαφούς και ορισμένου, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως η έφεση απορρίπτεται. Οι λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, αναφερόμενες είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα. Τούτο διότι, το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ.), επανεκτιμά απαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση αυτής και όχι με βάση τα αποδιδόμενα και συνδεόμενα με αυτήν ειδικότερα παράπονα που προβάλει ο εκκαλών (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 267/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι και από τον αριθμό 9 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το αίτημα της αγωγής της για αναγνώριση της λύσης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 25-6-2018 με δική της σιωπηρή καταγγελία, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 27-4-2021 έφεσης της αναιρεσίβλητης, που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται συνολικά και ενιαία, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την ανωτέρω έφεσή της, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονέθηκε (και) για την ουσιαστική απόρριψη, με την εκκαλούμενη, με αριθμό 36/2021, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), της συνεκδικασθείσας, από 9-10-2018, αναγνωριστικής αγωγής της, αναφέροντας αναλυτικά όλα τα αιτήματά της που είχαν απορριφθεί κατ' ουσία με την ως άνω απόφαση, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναγνώρισης της λύσης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας στις 25-6-2018, άλλως στις 7-9-2018, με σιωπηρή καταγγελία της εναγόμενης της άνω αγωγής, εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας εργαζομένης.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη, στην σελίδα 16 του δικογράφου της έφεσής της αναφέρθηκε ειδικότερα στην απόρριψη του εν λόγω αγωγικού της αιτήματος με την εκκαλουμένη απόφαση, εκθέτοντας, σε συνδυασμό με τις λοιπές επικλήσεις της και παράθεση της σχετικής νομολογίας στις επόμενες δύο σελίδες, ότι η αποχή της αντιδίκου της από την εργασία της, με καταχρηστική δήλωση επίσχεσης εργασίας στις 25-6-2018, συνιστά οικειοθελή αποχώρησή της από την εργασία της (σιωπηρή καταγγελία), όπως και η ίδια είχε αναγγείλει εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ, και ότι την αναγγελία της αυτή, για την οικειοθελή αποχώρηση της εργαζομένης της, προσκόμισε με επίκληση, ως αποδεικτικό μέσο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της.

Μετά ταύτα η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της, και -κατ' εκτίμηση- να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκειμένου να γίνει δεκτή κατ' ουσία η ανωτέρω από 9-10-2018 αγωγή της και να απορριφθεί η, συνεκδικασθείσα, από 8-11-2018 αγωγή της αντιδίκου της. Το ανωτέρω αίτημα της έφεσης της αναιρεσίβλητης δεν διαλαμβάνει αόριστη διατύπωση, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά είναι σαφές και ορισμένο (και) κατά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης περί απόρριψης της από 9-10-2018 αγωγής της αναιρεσίβλητης με το προαναφερόμενο, μεταξύ άλλων, αίτημα που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο.

Στο δικόγραφό της δε, όπως προεκτέθηκε, προβάλλεται παράπονο για την απόρριψη, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της ίδιας αγωγής κατά το μέρος τούτο, με επικαλούμενο σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο του λόγου της αυτού, που στηρίζει το αίτημά της, η περαιτέρω εξειδίκευση των σημειούμενων, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφαλμάτων της εκκαλούμενης απόφασης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω έφεση είναι ορισμένη, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία. Από το αίτημά της και τον προαναφερόμενο λόγο της οριοθετήθηκε η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να ερευνήσει και να κρίνει την ουσιαστική βασιμότητα της από 9-10-2018 αγωγής στο σύνολό της, δηλαδή και του αιτήματός της για αναγνώριση της λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 25-6-2018 με σιωπηρή καταγγελία της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, και, κατά παραδοχή της (της έφεσης), μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα, να δεχθεί την ανωτέρω αγωγή της και ως προς το αίτημά της αυτό, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της αναιρεσίβλητης και έχοντας τη σχετική εξουσία, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και, ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσία την από 9-10-2018 αγωγή της και ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της λύσης της ένδικης σύμβασης εργασίας στις 25-6-2018 με σιωπηρή καταγγελία της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα και, έτσι, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν τούτων οι, ερευνώμενοι ενιαίως, υπό κρίση λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης αποτελεί η εκ μέρους του ανάθεση στο μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του συνέπειες.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648, 281, 288 ΑΚ, 7 εδ. α' ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό των όρων εργασίας και η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος, εκτός των άλλων, να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και επιπρόσθετα να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1322/2020, ΑΠ 258/2019).

Ειδικότερα, από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζόμενου. Ενόψει δε του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσης εργασίας, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχείρησής του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία. Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε καλόπιστα και αντικειμενικά να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζόμενου για παροχή της εργασίας του, με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχείρησης του εργοδότη να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής (ΑΠ 1322/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 173/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 185/2019). Τέλος, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2025, ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 1137/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότριά της δεν προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της, λόγω ηθικής της βλάβης κατόπιν προσβολής της προσωπικότητάς της και ηθικής επαγγελματικής της μείωση, απέρριψε κατ'ουσίαν την δική της έφεση, δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση της αντιδίκου της, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης απέρριψε την από 8-11-2018 αγωγή της κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ'ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 εδ.

α' του ν. 2112/1920, 281, 288, 57, 59, 648 ΑΚ, τις οποίες, εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε (το Εφετείο), θα απέρριπτε κατ'ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης και κατά παραδοχή της δικής της έφεσης θα έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ανωτέρω αγωγή της κατά το μέρος τούτο. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα της υπό στοιχείο α' αγωγής - δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Πάτρας" - ΕΚΠ (ήδη αναιρεσίβλητη), δια των αρμοδίων οργάνων της, λόγω της λήξης της θητείας του διοικητικού της συμβουλίου την 14η-12-2017, όρισε ημερομηνία διεξαγωγής των αρχαιρεσιών, προκειμένου να εκλεγούν τα νέα καταστατικά όργανα της διοίκησής της, την 3η -12-2017.

Ωστόσο, εξαιτίας της έντασης και των έντονων αντεγκλήσεων και διαφωνιών που ανέκυψαν, στο πλαίσιο καταγγελιών, περί της σύνθεσης της Γενικής Συνέλευσης, η ως άνω προγραμματισμένη εκλογική διαδικασία ματαιώθηκε, ενώ διάφορα μέλη της υπέβαλαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 3093/8-12-2017, 3094/8-12-2017 και 75/9-1-2018 αιτήσεις τους, κατά τη συζήτηση των οποίων ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ των αιτούντων της υπ' αριθμ. 3094/8-12-2017 αίτησης, με τις οποίες άπαντες οι αιτούντες, ζητούσαν τον διορισμό προσωρινής διοίκησης της ενάγουσας.

Στο πλαίσιο άσκησης της πρώτης από τις ως άνω αιτήσεις, και μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος, εκδόθηκε η από 8-12-2017 προσωρινή διαταγή, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία ορίστηκαν ως μέλη της προσωρινής διοίκησης της ενάγουσας (της υπό στοιχείο α' αγωγής) τα 17 μέλη της απερχόμενης διοίκησης, που εκλέχθηκαν κατά τις εκλογές της 14ης Δεκεμβρίου 2014 και όπως αυτή απαρτιζόταν κατά το χρόνο εκείνο, με αρμοδιότητα την αντιμετώπιση των άμεσων και κατεπειγουσών υποθέσεων που σχετίζονταν με τη λειτουργία της (βλ.

προσκομιζόμενη προσωρινή διαταγή), με χρονική διάρκεια έως τη συζήτηση της υπόθεσης, που ορίστηκε να λάβει χώρα στις 12-1-2018. Στο μεταξύ στις 8-1-2018 συγκροτήθηκε σε σώμα η ως άνω ορισθείσα προσωρινή διοίκηση, και ορίστηκε ως Πρόεδρος, ο Κ. Σ., ως Αναπληρωτής Πρόεδρος, ο Δ. Α., ως Γεν. Γραμματέας η Π. Π., ως Αναπληρωτής Γεν.

Γραμματέας, η Κ. Ν., ως Οργανωτικός Γραμματέας ο Δ. Μ., και ως Ταμίας ο Σ. Λ. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην ως άνω δικάσιμο, διατηρήθηκε το ίδιο πλαίσιο εκπροσώπησης της ενάγουσας (της υπό στοιχείο α' αγωγής), δυνάμει σχετικής προσωρινής διαταγής του δικάσαντος τις αιτήσεις Δικαστή, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επ' αυτών.

Ακολούθως, στις 30-3-2018 εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 169/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, αφού ορίσθηκαν ως μέλη της προσωρινής διοίκησης της ενάγουσας τα ίδια πρόσωπα, που είχαν ορισθεί και με την προμνησθείσα προσωρινή διαταγή, παρασχέθηκε σε αυτά η εξουσιοδότηση, αφού συγκροτηθούν σε σώμα:

α) να συγκαλέσουν εντός 3 μηνών ΓΣ προκειμένου να αναδειχθεί τακτική αιρετή διοίκησή και β) να διεκπεραιώσουν μέχρι την εκλογή τις επείγουσες και ανεπίδεκτες αναβολής υποθέσεις της, ενώ ορίστηκε προσωρινή ελεγκτική επιτροπή, απαρτιζόμενη από τους Α. Α., Γ. Θ. και Π. Α., προκειμένου να ελέγχουν την οικονομική διαχείριση της ορισθείσας προσωρινής διοίκησης (βλ.

προσκομιζόμενη απόφαση). Σε εκτέλεση της άνω απόφασης και δυνάμει του προσκομιζόμενου από 18-4-2018 πρακτικού συνεδρίασης της ενάγουσας, η κατά τα προεκτεθέντα ορισθείσα προσωρινή διοίκηση, συγκροτήθηκε στις 18-4-2018 σε σώμα, εκλέγοντας ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τους ήδη προαναφερόμενους και δη, ορίστηκε ως Πρόεδρος, ο Κ.

Σ., ως Αναπληρωτής Πρόεδρος, ο Δ. Α., ως Γεν. Γραμματέας η Π. Π., ως Αναπληρωτής Γεν. Γραμματέας, η Κ. Ν., ως Οργανωτικός Γραμματέας ο Δ. Μ., και ως Ταμίας ο Σ. Λ. Αποδείχθηκε ωστόσο, ότι κατά την εν λόγω διαδικασία (συγκρότηση σε σώμα της προσωρινώς ορισθείσας διοίκησης), από το σύνολο των 17 μελών που αποτελούσαν την ορισθείσα προσωρινή διοίκηση, απουσίαζαν τα οχτώ μέλη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι Σ.

Ν., Δ. Κ., Χ. Δ. και Α. Π., όλοι (ήτοι οι τέσσερις απόντες) μέλη της απερχόμενης διοίκησης, οι οποίοι διαφωνούσαν με τον τρόπο που συγκροτήθηκε σε σώμα το "Προεδρείο" της ενάγουσας (της υπό στοιχείο α' αγωγής), τόσο κατά την 8η-1-2018, όσο και κατά την 18η-4-2018, ως ανήκοντα σε αντίπαλες παρατάξεις, και δη παρότι, μετά τις 8-1-2018 κατά την οποία, ως προαναφέρθηκε, εκλέχθηκε το ίδιο ΔΣ, που εκλέχθηκε και κατά την 18η-4-2018, είχε εμφιλοχωρήσει η δοθείσα την 12η-1-2018 προσωρινή διαταγή, που επικύρωνε στην ουσία την εκλογή του εν λόγω ΔΣ, καθώς ουδόλως αποδείχθηκε ότι, κατά την έκδοση αυτής, αμφισβητήθηκε ο τρόπος που είχε συγκροτηθεί σε σώμα το ΔΣ της άνω ενάγουσας, την πρώτη φορά, ήτοι την 8η-1-2018.

Ήδη ωστόσο, τουλάχιστον από την 8η-1-2018, εμμένοντας στην άποψη ότι το άνω Προεδρείο είχε συγκροτηθεί παρατύπως και χωρίς στο μεταξύ να έχουν προβεί σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια, ανατροπής της διατεινόμενης παρατυπίας, οι ανωτέρω διαφωνούντες, διαδίδοντας τη θέση τους αυτή, τόσο στα διάφορα μέλη του σωματείου και στους συνεργαζόμενους με αυτά φορείς, τράπεζες κλπ., όσο και στους υπαλλήλους της ενάγουσας, προκάλεσαν έντονη δυσχέρεια στη λειτουργία της ενάγουσας και στην τήρηση των διατάξεων των προαναφερόμενών αποφάσεων, που αφορούσαν στη διεκπεραίωση των επειγουσών υποθέσεών της.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, τόσο το γεγονός της εκκρεμότητας που υφίστατο λόγω της έντονης δικαστικής διαμάχης, που είχε ανακύψει κατά τα προεκτεθέντα, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο περί πολυπρόσωπων αιτήσεων [....], που ενέτειναν το κλίμα της έντασης και της αμφισβήτησης, όσο και η ισχυρή αντίδραση της προαναφερόμενης μειοψηφίας, που προκαλούσε έντονες αντεγκλήσεις και διαμάχες [.....], καθώς, ναι μεν δεν συμμετείχαν ως μέλη του ΔΣ, αποτελούσαν ωστόσο μέλη της προσωρινής διοίκησης δημιούργησαν μία έκρυθμη κατάσταση που επηρέαζε την εύρυθμη λειτουργία της ενάγουσας, έστω και στο πλαίσιο της άσκησης των απολύτως επειγουσών ενεργειών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και η εξυπηρέτηση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε, ότι προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η εύρυθμη λειτουργία της ενάγουσας, απαιτούνταν, αφενός να νομιμοποιηθεί το νέο ΔΣ έναντι των συνεργαζόμενων φορέων, τραπεζών, ΔΟΥ κλπ., αφετέρου, κατ' αυτονόητη προϋπόθεση να έχει πρόσβαση σε όλα τα οικονομικά στοιχεία της, που είτε φυλάσσονταν σε έγχαρτη μορφή στο λογιστήριο της ενάγουσας, είτε σε ηλεκτρονική μορφή στον ευρισκόμενο εντός του ίδιου γραφείου κεντρικού υπολογιστή.

Ειδικώς δε σε ό,τι αφορούσε στη διαδικασία μισθοδοσίας των υπαλλήλων της, αποδείχθηκε ότι αυτή, λάμβανε χώρα μέσω τακτικής χρηματοδότησης - επιχορήγησης από τον ΟΑΕΔ, υπό την προϋπόθεση μεταξύ άλλων, εκτός της προαναφερόμενης νομιμοποίησης και της σύνταξης από τον αρμόδιο λογιστή της ανάλογων ΑΠΔ. Επιτετραμμένη με καθήκοντα λογίστριας της ενάγουσας τύγχανε, δυνάμει της από 1-1-2004 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία ωστόσο ούσα φιλικά διακείμενη στα μέλη της απερχόμενης διοίκησης, υιοθέτησε τις αιτιάσεις τους περί μη νόμιμης συγκρότησης του ως άνω νέου ΔΣ κι επέλεξε να τηρήσει αρνητική διάθεση συνεργασίας με τα ως άνω προσωρινώς διορισθέντα μέλη αυτού.

Στο πλαίσιο της εν λόγω αρνητικής της διάθεσης, να συνδράμει στο, έστω και προσωρινό έργο της, τη νέα διοίκηση, η εναγόμενη αρνήθηκε να χορηγήσει τα αιτηθέντα από τα μέλη της νέας διοίκησης, οικονομικής φύσης στοιχεία, ενώ αρνούμενη να τους χορηγήσει τους κωδικούς πρόσβασης στα εν γένει ηλεκτρονικώς τηρηθέντα αρχεία του λογιστηρίου, τους στερούσε την πρόσβαση στα τηρούμενα εντός του κεντρικού υπολογιστή των γραφείων της, αναγκαία στοιχεία για τη λειτουργία του ΕΚΠ, αλλά και κάθε περαιτέρω ενημέρωση σχετικά με αυτά, όπως άλλωστε εμμέσως πλην σαφώς, συνομολογείται από την εναγομένη από το περιεχόμενο της από 2-11-2018 εξώδικης δήλωσής της, απευθυνόμενη προς την ενάγουσα [.....].

Αντιθέτως, υπό την εποπτεία και ανοχή των μελών της απερχόμενης διοίκησης [....], κι έχοντας πολυετή πείρα ως λογίστρια της ενάγουσας ήδη από το έτος 2004, ήτοι επί 14 συναπτά έτη, προέβαινε αυτοβούλως και χωρίς συνεννόηση με τα μέλη του νέου ΔΣ, σε διάφορες ενέργειες, στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων της. Το γεγονός ωστόσο αυτό, δεν αναιρούσε την επί της ουσίας άρνηση συνεργασίας της και την αποστέρηση των μελών της νέας διοίκησης της ενάγουσας, που αποτελούσε τον εργοδότη της υπό τις εντολές και υποδείξεις του οποίου όφειλε να δρα, από την πρόσβασή τους στα εν γένει ιδίως οικονομικά στοιχεία της, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί έντονο κλίμα αντιπαραθέσεων.

Απόρροια όλης αυτής της έκρυθμης κατάστασης, ήταν η πρόσκαιρη αδυναμία των μελών του νέου προσωρινού ΔΣ να προβεί εγκαίρως στη νομιμοποίησή του, ενώπιον, μεταξύ άλλων, και του ΟΑΕΔ, καθώς, ιδίως ενόψει της έντονης αμφισβήτησης της νομιμότητας συγκρότησής του από τα ως άνω μέλη, επεκράτησε σκεπτικισμός και αναβλητικότητα στους εμπλεκόμενους φορείς, οι οποίοι, συνεκτιμώντας και τη δυσχέρεια στην έκδοση των αναγκαίων νομιμοποιητικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και οι αναγκαίες ΑΠΔ, ανέβαλαν την επικύρωση της νομιμοποίησης, μέχρις ότου εξομαλυνθεί η κατάσταση με τη διενέργεια εκλογών και την ανάδειξη τακτικών αιρετών καταστατικών οργάνων.

Υπ' αυτό το όλως αρνητικό κλίμα, που προκαλούσε κατά τα προεκτεθέντα, αφενός η συμπεριφορά των μελών της απερχόμενης διοίκησης, αφετέρου η συνεχιζόμενη άρνηση της εναγόμενης να παρέχει την αναγκαία πρόσβαση στα εν γένει αρχεία και στοιχεία της ενάγουσας και την αναγκαία με αυτούς συνεργασία, στις 4-5-2018, ήτοι μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών άκαρπων προσπαθειών των μελών του νέου προσωρινού ΔΣ να αποκτήσουν πρόσβαση στα οικονομικά κι άλλα εν γένει έγγραφα, προκειμένου να καταστεί εφικτό να ασκήσουν τα ανατιθέμενα σε αυτούς καθήκοντα, εισήλθαν στο γραφείο της εναγομένης και πήραν αυτοβούλως φάκελο με οικονομικά στοιχεία.

Επακολούθησε, την ίδια ημέρα λεκτικό επεισόδιο μεταξύ της εναγόμενης και ιδίως του ως άνω Προέδρου του ΔΣ, Κ. Σ., ο οποίος παραδέχθηκε ότι αυτός είχε εισέλθει στο γραφείο, ζητώντας για μία φορά ακόμα από την εναγόμενη να τους παραδώσει τους κωδικούς πρόσβασης του υπολογιστή, καθώς και την ηλεκτρονική διεύθυνση του ΕΚΠ, η δε εναγόμενη αρνούμενη, κατέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου υπέβαλε σχετική καταγγελία.

Ακολούθως, επιστρέφοντας στην εργασία της, διαπίστωσε ότι είχε αλλαχθεί η κλειδαριά του γραφείου της, οπότε απευθύνθηκε εκ νέου στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Ωστόσο, λόγω ζάλης που αισθάνθηκε, μετέβη στο Γ.Ν.Πατρών "ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ", όπου εξετασθείσα, διαπιστώθηκε ότι εμφανίζει κεφαλαλγία σε έδαφος ψυχοπιεστικού γεγονότος και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο ημερών [...], μη προσερχόμενη στην εργασία της μέχρι και τη Δευτέρα 7-5-2018.

Κατά την 7η-5-2018 [.....], λόγω αλλαγής της κλειδαριάς, που είχε λάβει χώρα στις 4-5-2018, παρουσία των ως άνω τεσσάρων μελών της απερχόμενης διοίκησης με τους οποίους προσήλθε στην εργασία της, αλλά και του προαναφερόμενου Προέδρου Κ.Σ. και του Οργανωτικού Γραμματέα, Δ. Μ., κλήθηκε κλειδαράς προκειμένου να ανοίξει, οπότε για πρώτη φορά διαπιστώθηκε, ότι εκτός από τον ως άνω φάκελο, έλλειπε η μονάδα του υπολογιστή και το φωτοτυπικό μηχάνημα, που είχαν ομοίως αφαιρεθεί από τα μέλη του άνω ΔΣ, κατά ρητή συνομολόγησή τους.

Από τη συνεκτίμηση ωστόσο των εισφερόμενων στην παρούσα δίκη στοιχείων, προέκυψε ότι οι εν λόγω ενέργειες του ΔΣ, δεν ενείχαν βούληση, ούτε έλαβαν χώρα με σκοπό και στόχο να αποβάλουν δια παντός την εναγόμενη από την εργασία της, αλλά αποτέλεσαν την έσχατη λύση, στην επίμονη επί τετράμηνο άρνησή τους παράσχει πρόσβαση στα ως άνω αρχεία, σύμφωνα και με όσα περιλαμβάνονται ανωτέρω.

Άλλωστε, εάν πράγματι η εναγόμενη δεν αρνούνταν να συνεργαστεί με τα μέλη του συγκροτηθέντος ΔΣ, και δεν προφασιζόταν δικαιολογίες, προκειμένου να αποφύγει να τους χορηγήσει τα αιτηθέντα στοιχεία, δεν θα παρίστατο ανάγκη για αυτούς να καταφύγουν στις αντίστοιχες ενέργειες, τις οποίες ρητώς εξ' αρχής συνομολόγησαν.

Η κρίση αυτή εδράζεται στο γεγονός, αφενός ότι κατά την επικαλούμενη κλήση του κλειδαρά, βρίσκονταν παρόντες τα μέλη Κ. Σ. και Δ. Μ., χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση από την εναγόμενη, ότι αυτοί αρνήθηκαν να της ανοίξουν κι ότι συνεπεία της άρνησης αυτής η ίδια αναγκάστηκε να καλέσει κλειδαρά, αφετέρου ότι άμεσος στόχος της εν λόγω αφαίρεσης ήταν η προσπάθεια να αποκτήσουν πρόσβαση στα αναγκαία αρχεία, με την επισήμανση ότι τόσο ο υπολογιστής, και το φωτοτυπικό, όσο και οι φάκελοι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία της εναγόμενης, αλλά ανήκαν και αφορούσαν στην ενάγουσα, η όποια δια των εκπροσώπων της είχε το δικαίωμα να έχει απόλυτη πρόσβαση σε αυτά.

Μάλιστα, επειδή δεν κατέστη δυνατό να σπάσουν οι κωδικοί και να εισέλθουν στο σύστημα, ένεκα της άρνησης τόσο της εναγόμενης, όσο και των μελών της απερχόμενης διοίκησης, κατά τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, αντικαταστάθηκαν όλοι οι υπολογιστές κι εγκαταστάθηκε νέο πρόγραμμα, προκειμένου να καταστεί δυνατό να λειτουργήσει η ενάγουσα, εύρυθμα και υπό την καθοδήγηση του ως άνω προσωρινού ΔΣ. [.....].

Μάλιστα, ενώ η εναγόμενη ήταν σε γνώση, τόσο των προσώπων που προέβησαν στις άνω ενέργειες και ιδίως του Κ. Σ., ο οποίος εξ' αρχής τις είχε παραδεχθεί δημοσίως, όσο και του λόγου ένεκα του οποίου αυτές έλαβαν χώρα, προέβη σε αναληθή καταγγελία ενώπιον του Τμήματος Ασφάλειας Πατρών, καθώς όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ.πρωτ. 1020/116724/1-γ7 από 18-9-2018 βεβαίωση του άνω Τμήματος, κατήγγειλε άγνωστο δράστη για κλοπή και δη για παράβαση του άρθρου 372 ΠΚ.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα, ήτοι στις 7-5-2018, εξετασθείσα από τον χειρουργό - ωτορινολαρυγγολόγο Κ. Κ. διαγνώσθηκε, ότι πάσχει από κρίση ιλιγγικής συνδρομής επί εδάφους αγγειοκινητικών διαταραχών, της χορηγήθηκε αγωγή και της συνεστήθη ανάρρωση υπό παρακολούθηση για τέσσερις ημέρες, ήτοι από τις 8-5-2018 μέχρι και την Παρασκευή 11-5-2018 [....].

Επανερχόμενη δε στην εργασία της, τη Δεύτερα, (εννοεί Δευτέρα) 14-5-2018 προσέφυγε εκ νέου στο ΣΕΠΕ, διατεινόμενη ότι εξακολουθούν να λείπουν τα ως άνω αναφερόμενα αντικείμενα, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 15-5-2018 υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αίτηση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης.

Με αφορμή δε την αίτηση αυτή, ζήτησε τη λήψη προσωρινής διαταγής, επικαλούμενη την άμεση ανάγκη να διενεργηθούν λογιστικές διαδικασίες, ώστε η ενάγουσα να είναι συνεπής μεταξύ άλλων και στις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των εργαζόμενων της (ενώ επί τετράμηνο επεδείκνυε αρνητική στάση ως προς την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων κατά τα προεκτεθέντα), προκειμένου να της παραδώσουν τον αφαιρεθέντα υπολογιστή με το εγκατεστημένο λογισμικό και τα αφαιρεθέντα αρχεία, καθώς και να της γνωστοποιήσουν εγγράφως, εάν υφίσταται συγκροτημένο σώμα του ΕΚΠ, αίτημα το οποίο, συζητήθηκε τη Δεύτερα 21η-5-2018 και μετά από συνεκτίμηση των εισφερόμενων ενώπιον του αρμόδιου Δικαστή αποδεικτικών στοιχείων, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο [....], οριζόμενης ημερομηνίας της συζήτησης της αίτησης την 27η-6-2018, αποδεικνυόμενου ούτω ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι δεν δύνατο να εκτελέσει νομίμως και προσηκόντως τα καθήκοντα της, λόγω της επικαλούμενης έλλειψης των προαναφερόμενων μέσων, ενώ, εκτός από το αίτημα περί λήψης προσωρινής διαταγής, απορρίφθηκε και η ως άνω κύρια αίτηση ρύθμισης προσωρινής κατάστασης [....].

Λίγες δε μόνο ημέρες μετά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής την 21η-5-2018 και δη την Παρασκευή 25-5-2018 η εναγόμενη, υπέβαλε το με αριθμό πρωτ. 18/2018 αίτημα χορήγησης άδειας μέχρι και την Παρασκευή 1-6- 2018 για προσωπικούς της λόγους. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ.πρωτ.20/26-5-2018 βεβαίωση, το αίτημα έγινε δεκτό και ζητήθηκε από την εναγόμενη να αφήσει το κλειδί του γραφείου της, για την ανάληψη αναλώσιμων ειδών κλπ.

Κατά την προσκομιζόμενη δε [....] απόδειξη παραλαβής, ο προαναφερόμενος Πρόεδρος του ΔΣ Κ.Σ., παρέλαβε την 1η-6-2018 το εν λόγω κλειδί μέσω του δικηγόρου του, από τη διορισθείσα, δυνάμει σχετικής από 29-5-2018 εξουσιοδότησης από την εναγόμενη, δικηγόρο της. Μάλιστα, μόλις μία εργάσιμη ημέρα μετά τη λήξη της άδειας της για προσωπικούς λόγους και δη την Τρίτη 5-6-2018 μέχρι και την Παρασκευή 8-6-2018 η εναγόμενη δεν προσήλθε εκ νέου στην εργασία της, διότι διαγνώστηκε με δύσπνοια [....], ενώ άμεσα στις 8-6-2018, εξετάστηκε στη νευρολογική κλινική του Π.Γ.Ν.Π., όπου διαγνώσθηκε με επίμονη κεφαλαλγία και αστάθεια στη βάδιση και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δεκαπέντε ημερών, ήτοι μέχρι τις 23-6-2018 [.....].

Στο μεταξύ, στις 3-6-2018 αναδείχθηκε η Εφορευτική Επιτροπή, που θα διενεργούσε την προκηρυχθείσα για τις 17-6-2018 εκλογική διαδικασία, για την ανάδειξη των τακτικών αιρετών καταστατικών οργάνων της ενάγουσας. Μετά δε τη διενέργεια της εν λόγω εκλογικής διαδικασίας, και δη την 21η-6-2018, ημέρα Πέμπτη, δυνάμει του προσκομιζόμενου από 21-6-2018 πρακτικού, συγκροτήθηκε σε σώμα το εκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο, ορίζοντας ως Πρόεδρο τον ως άνω Κ.

Σ., ως Αναπληρωτή Πρόεδρο, την Π. Π., ως Γεν. Γραμματέα τον Σ. Π. και ως Ταμία, τον Β. Β. Όπως δε αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 25-6-2018 εξώδικη καταγγελία, αμέσως μετά την άνω συγκρότηση σε σώμα του νέου ΔΣ και δη τη Δεύτερα 25-6-2018 η εναγόμενη, κι ενώ έως και τις 23-6-2018 τελούσε σε αναρρωτική άδεια, ήδη από τις 5-6-2018, δια του εν λόγω εξωδίκου προέβη σε δήλωση επίσχεσης εργασίας μέχρι πλήρους εξόφλησης των δεδουλευμένων της [....].

Ακολούθως, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 9-10-2018 με αριθμό έκθ.κατ.2619/2018 ένδικη αγωγή αιτούμενη να αναγνωριστεί η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης [.....] Η δε εναγόμενη, μετά την κοινοποίηση της εν λόγω αγωγής στις 10-10-2018, απέστειλε στην ενάγουσα την από 2-11-2018 εξώδικο δήλωσή της, δια της οποίας, διαλαμβάνοντας:

α) ότι, με την από 9-5-2018 εξώδικό της, διαμαρτυρήθηκε για ανάρμοστη και προσβλητική συμπεριφορά, λόγω της αποπομπής και στέρησης δυνατότητας άσκησής των καθηκόντων της, δια της στέρησης των αναγκαίων μέσων εργασίας της, β) ότι με την προμνησθείσα από 15-5-2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επιχείρησε να ιάσει την ανωτέρω κατάσταση, γ) ότι από την 1-6-2018 παρά τις οχλήσεις της δεν της έχει επιστραφεί το κλειδί του γραφείου της, [......], δήλωσε ότι θεωρεί πως με πρωτοβουλία της ενάγουσας έχει καταγγελθεί [....] η σύμβαση εργασίας που τις συνδέει, επικαλούμενη βλαπτική μεταβολή των όρων παροχής των υπηρεσιών της [....] εκλαμβάνοντας την κατάθεση της αγωγής, ως έκφραση απώλειας διάθεσης περαιτέρω συνεργασίας, αιτήθηκε, επιπροσθέτως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Εν συνεχεία δε, επικαλούμενη βλαπτική μεταβολή των όρων παροχής των υπηρεσιών της: [α)....] και β) λόγω ηθικής της παρενόχλησης, ένεκα της ανάρμοστης και προσβλητικής συμπεριφοράς των μελών του ΔΣ της ενάγουσας, λόγω της αποπομπής της από το γραφείο της και στέρησης δυνατότητας άσκησης των καθηκόντων της, δια της στέρησης των αναγκαίων μέσων εργασίας της, κατά τα προεκτεθέντα, άσκησε την από 8-11-2018 με αριθμό έκθ.κατ.2924/2018 ένδικη αγωγή. [.....].

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας της υπό στοιχείο β' με αριθμό έκθ.κατ.2924/2018 ένδικης αγωγής, σύμφωνα τους οποίους η εναγόμενη προέβη σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας [.....] λόγω ηθικής βλάβης, επειδή κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο: α) από τις 4-5-2018 η εναγομένη αρνήθηκε την αποδοχή της εργασίας, εφόσον χωρίς προειδοποίηση αφαίρεσε τα μέσα της εργασίας και την απέβαλε από το γραφείο της β) ότι από 7-5-2018 έως και 1-6-2018 δεν της παρείχε τα μέσα για να εργαστεί και την είχε καθηλωμένη σε άδειο γραφείο, χωρίς αντικείμενο εργασίας, γ) ότι από την 1-6-2018 έως και 25-6-2018 της είχε αφαιρέσει την κατοχή του κλειδιού του γραφείου της, καθιστώντας αδύνατη την είσοδό της σε αυτό και δ) ότι με τα από 24-7-2018 εξώδικά της ζητούσε να την παραδώσει κωδικούς και έγγραφα που η ίδια δεν κατείχε, σύμφωνα με όσα προαποδειχθέντα περιστατικά διαλαμβάνονται ανωτέρω, ελέγχονται ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Τούτο διότι, εκτός των προαποδειχθέντων, ουδόλως αποδείχθηκε πως η ενάγουσα στερήθηκε τα μέσα για να εργαστεί έως και την 1η-6-2018, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι η στέρηση ιδίως του κεντρικού υπολογιστή, που έλαβε χώρα μετά την αφαίρεσή του από το γραφείο της, γεγονός το οποίο οφείλεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά που επέδειξε με την άρνησή της να συνεργαστεί σε οποιοδήποτε επίπεδο με το ως άνω προσωρινό ΔΣ, διήρκησε μόνο για ελάχιστο χρονικό διάστημα, έως την αντικατάστασή του με νέο υπολογιστή και σύστημα που εκ νέου αναγκάστηκε να εγκαταστήσει η εναγόμενη.

Τέλος, σε ό,τι αφορά στην επικαλούμενη σκόπιμη αφαίρεση των κλειδιών του γραφείου της, από την 1η-6-2018 έως και 25-6-2018, επισημαίνεται ότι η επιλογή χρήσης δικηγόρων, προκειμένου να παραληφθεί και να παραδοθεί το κλειδί του γραφείου, λόγω της άδειας που αιτήθηκε και έλαβε η ενάγουσα από 29-5-2018 έως 1-6-2018, καταδεικνύουσα και την έλλειψη διάθεσης συνεργασίας και συνεννόησης, εναπόκειτο αποκλειστικά και μόνο στη βούληση της ιδίας (ενάγουσας), όπως σαφώς προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 29-5-2018 εξουσιοδότησή της προς τη δικηγόρο, Σπ.

Δημητροπούλου, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη αποδείχθηκε μετά την 1η-6-2018 η ενάγουσα, ουδέποτε επέστρεψε στην εργασία της, επί τη βάσει συνεχόμενων αναρρωτικών αδειών και της μετέπειτα επίσχεσης, με αποτέλεσμα, κατά λογική ακολουθία να μην ευσταθεί ο ισχυρισμός περί δόλιας αφαίρεσης και μη επιστροφής των κλειδιών του γραφείου από τον προμνησθέντα Κ.

Σ., καθώς εν τοις πράγμασι δεν υπήρξε αντίστοιχο αίτημα από την ενάγουσα, αλλά και πραγματική αναγκαιότητα, εφόσον ουδέποτε επανήλθε στην εργασία της. Επομένως, στο πλαίσιο των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης δημιούργησε συνθήκες ώστε, κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, η εξακολούθηση της εργασίας της ενάγουσας να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής, εάν μάλιστα ληφθεί επιπροσθέτως υπόψη και το γεγονός, ότι η συγκεκριμένη διοίκηση έχει βραχύ χρόνο παραμονής, ενόψει της ανά τριετία λήξης της θητείας της.

Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι δεν συντρέχει βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας [....] λόγω ηθικής της βλάβης [....].". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την από 8-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην επικαλούμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας της λόγω ηθικής της βλάβης, συνεπεία παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της και επαγγελματικής της μείωσης, με αιτήματα την αναγνώριση της λύσης της σύμβασης αυτής με άτακτη καταγγελία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς της για το λόγο αυτό, και την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης.

Μετά ταύτα (το Εφετείο) α) απέρριψε κατ'ουσίαν την από 10-5-2021 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 27-4-2021 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά παραδοχή της έφεσης αυτής, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα για τα λοιπά αγωγικά αιτήματα, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής της αναιρεσείουσας κατά το προαναφερόμενο μέρος, την απέρριψε κατά τούτο ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 57, 59, 281 και 648 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της από 8-11-2018 αγωγής κατά τα ανωτέρω.

Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η ενάγουσα λογίστρια, κατά παράβαση της, απορρέουσας από την ένδικη σύμβαση εργασίας, συμβατικής της υποχρέωσης, αρνήθηκε την συνεργασία της στα μέλη της νέας, προσωρινής, διοίκησης της εναγόμενης εργοδότριάς της, που εν γνώσει της την εκπροσωπούσαν, και της απέκλεισε την πρόσβαση επί μεγάλο χρονικό διάστημα (τέσσερις συνεχείς μήνες) στα απαιτούμενα για τη λειτουργία της οικονομικά στοιχεία του λογιστηρίου της, έγγραφα και ηλεκτρονικά, εξαναγκάζοντας την εργοδότριά της, μετά την πάροδο άκαρπων προσπαθειών τεσσάρων μηνών, α) αρχικά, στις 4-5-2018, να προβεί, με τη βοήθεια κλειδαρά αυτοβούλως, στην επανάκτηση των στοιχείων της αυτών, ως και των αναγκαίων για την τήρησή τους ηλεκτρονικών και τεχνικών μέσων, που της ανήκαν κατά κυριότητα, αλλά χρησιμοποιούσε μόνο η ίδια (η ενάγουσα) στο γραφείο που της είχε διατεθεί για την παροχή της εργασίας της και β) ακολούθως, να αντικαταστήσει όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της και να εγκαταστήσει νέο λογισμικό πρόγραμμα, λόγω της συνεχιζόμενης δικής της (της ενάγουσας) άρνησης για χορήγηση των κωδικών πρόσβασης στο υφιστάμενο πρόγραμμα των υπολογιστών της, ενέργειες στις οποίες προέβη η εναγόμενη εργοδότρια με αποκλειστικό σκοπό την διασφάλιση της χρηματοδότησής της και την επίτευξη της λειτουργίας της, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος για τον τρόπο λειτουργίας της, αλλά και υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απαγόρευσε στην ενάγουσα την είσοδο στο χώρο της εργασίας της (στις 7-5-2018), ούτε και της στέρησε τα αναγκαία μέσα (υπολογιστές) για την εκτέλεσή της υπαιτίως, αντίθετα εκείνη από υπαιτιότητα δική της, κατά τα ανωτέρω, στερήθηκε τη χρήση τους, και μόνο για το αναγκαίο μικρό διάστημα της αντικατάστασής τους, ούτε και της αφαίρεσε τα κλειδιά του γραφείου παροχής της εργασίας της σκοπίμως (από την 1-6-2018 έως τις 25-6-2018), αλλά η ίδια (η ενάγουσα), την 1-6-2018, επειδή θα απουσίαζε με άδεια, όταν της ζητήθηκε το κλειδί του γραφείου της, που εκείνη τότε κατείχε, για ανάληψη αναγκαίων αναλώσιμων ειδών, παρέδωσε το κλειδί στην εναγόμενη εργοδότριά της, και μάλιστα μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου της, καταδεικνύοντας έτσι εκ νέου την έλλειψη της διάθεσής της για συνεργασία μαζί της, ενώ μέχρι τις 25-6-2018 απουσίαζε με διαδοχικές αναρρωτικές άδειες και έκτοτε δεν επέστρεψε στην εργασία της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσείουσας, λόγω ηθικής της βλάβης από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά της, καθόσον, κατά τα δεκτά γενόμενα, η άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος της τελευταίας δεν ήταν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, και προσβλητική της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, ούτε δημιούργησε εκείνη συνθήκες, που, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, κατέστησαν την εξακολούθηση της εργασίας της αναιρεσείουσας στο χώρο της αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 7 του ν. 2112/1920, 57, 59, 281, 648 ΑΚ και να δικαιολογείται η κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας και η, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απόρριψη της από 8-11-2018 αγωγής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμης κατά το προαναφερόμενο μέρος.

Η αιτίαση δε της αναιρεσείουσας ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ίδια αποβλήθηκε βίαια από την εργασία της από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά της στις 4-5-2018, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, κατά τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια παραδοχή, αλλά την αντίθετη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για προσβλητική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς της σε βάρος της, στις 4-5-2018 και στις 7-5-2018, και για βίαιη αποβολή της από την εργασία της στις 4-5-2018, που δεν αποτελούσε, κατά τη γνώμη της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την "έσχατη λύση" της εργοδότριάς της, είναι απαράδεκτες, καθόσον συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης απόψεών της, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του ανωτέρω, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1607/2022).

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2024 αίτηση της Χ. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 18/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ