Legislator Case Law & Legislation
2133/2018 AI generated

2133/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2133/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γεώργιο Κόκκορη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2133/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): "...1. ΔΙΟΤΙ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη χραρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 375 Π.Κ η 3ποία απαιτεί "ιδιοποίηση" αλλότριας περιουσίας (άρθρο 510 παρ ε Κ.Ποιν. Δικ) αλλά και με αντιφατικές άλλως πλημμελείς αιτιολογίες (άρθρο 510 παρ. δ ΚΠοινΔ) έκρινε ότι αφ' ενός ήμουν αθώα όσον αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη και αφ' ετέρου κηρύχθηκα ένοχη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2133 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2133/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γεώργιο Κόκκορη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαπουντζάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΖΤ616/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Κ. του Χ., κάτοικο ... ο οποίος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου και θεωρείται απών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Μαΐου στην υπ'αριθ.πρωτ. 39/2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 693/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.

Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Ποιν.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθ. 513 Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.

Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, οι αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ..

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 616ΖΤ/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό), με την οποία (εκτός των απαλλακτικών της διατάξεων) καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία για υπεξαίρεση(άρθρο 375 παρ.1α ΠΚ).Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα κατ' άρθρα 473 παρ.1 & 3εδ.α', 474 παρ.1 εδ.α'ΚΠΔ (καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο στις 11.5.2018 και άσκηση αναιρέσεως από την αναιρεσείουσα, ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή, την 18.5.2018, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 39/18 σχετική έκθεση).

Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτής, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στο ενσωματωμένο στην έκθεση δικόγραφο, το οποίο υπογράφεται από τον ίδια την αναιρεσείουσα και από την Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίοι είναι, επί λέξει, κατά το ενδιαφέρον καταδικαστικό της μέρος, οι εξής:

"...1. ΔΙΟΤΙ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη χραρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 375 Π.Κ η 3ποία απαιτεί "ιδιοποίηση" αλλότριας περιουσίας (άρθρο 510 παρ ε Κ.Ποιν. Δικ) αλλά και με αντιφατικές άλλως πλημμελείς αιτιολογίες (άρθρο 510 παρ. δ ΚΠοινΔ) έκρινε ότι αφ' ενός ήμουν αθώα όσον αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη και αφ' ετέρου κηρύχθηκα ένοχη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης.

Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται από την κατάθεση του μηνυτή-Μ. Κ. ότι (σελ. 4): "Πωλήθηκε (εννοεί το αμάξι) στις 15.12.2010.." Επίσης στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης αναφέρεται (σελ. 9) ότι "Ειδικότερα αν και στις αρχές Αυγούστου έλαβε (εννοεί εμένα) στην κατοχή της από τον εγκαλούντα Μ. Κ..... του Χ., το υπ' αρ.

Κυκλοφορίας ...95 ΙΧΕ αυτ/το, ιδιοκτησιας του, μάρκας SΕΑΤ, μοντέλου ΙΒΙΖΑ, προκειμένου να το κυκλοφορήσει προσωρινά μέχρις ότου ο τελευταίος τακτοποιήσειεκκρεμείς οφειλές του προς το ΤΕΒΕ, δεν το επέστρεψε στον εγκαλούντα στις 15-12-2010, ημερομηνία κατά την οποία της το ζήτησε πίσω, αλλά τουναντίον το κατακράτησε χωρίς σχετικό δικαίωμα, ενσωματώνοντας το στην ατομική της περιουσία και ιδιοποιηθείσα αυτό παρανόμως".

Πλην όμως η πραγματική ημερομηνία μεταβίβασης ήταν άνευ αμφιβολίας η 14η Δεκεμβρίου 2010 και τούτο βεβαιώνεται από: α) το αναγνωστέο υπ' αρ. 1 του πρωτόδικου δικαστηρίου, ήτοι το από 14-12-2010 αντίγραφο της νέας άδειας κυκλοφορίας του πωληθέντος οχήματος, β) το αναγνωστέο υπ' αρ. 5 της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι η ένορκη κατάθεση του υπαλλήλου του ΚΕΠ Π.

Γ., όπου πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση και γ) την από 19-12-2013 ένορκη κατάθεση της αγοράστριας Μ. Π., όπου ρητώς αναφέρει ότι αγόρασε το ένδικο όχημα στις 14 Δεκεμβρίου. Εφόσον λοιπόν αποδεδειγμένα η μεταβίβαση του ένδικου οχήματος πραγματοποιήθηκε στις 14-12-2010 θα ήταν αδύνατον να ιδιοποιηθώ και να ενσωματώσω στην ατομική μου περιουσία το εν λόγω αυτοκίνητο στις 15-12-2010, ΗΤΟΙ ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ!!!! Ακόμα όμως και εάν δεχθούμε ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου (το αρνούμαι) τότε ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ ΣΕ ΤΡΙΤΟΝ ΝΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΩ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ! Κατ' ακολουθίαν η αναιρεσιβαλομένη Απόφαση εσφαλμένως εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 575 Π.Κ αλλά και πάσχει από έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ως εκ τούτου πρέπει να αιρεθεί κατ αρθρ 510 περ Δ και Ε Κ.Ποιν.

Δικ.

2. ΔΙΟΤΙ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη άλλως πλημμελή αλλά και αντιφατική αιτιολογία κατ' Άρθρο 510 παρ. δ ΚΠοινΔ άλλως με εσφαλμένη εφαρμογή της ποινικής διάταξης του άρθρου 375 Π.Κ (άρθρο 510 παρ. ε ΚΠοινΔ) έκρινε ότι αφ' ενός ήμουν αθώα όσον αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της ηθικής αυτουργίας σε απάτη και αφ' ετέρου κηρύχθηκα ένοχη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης..." Όμως, όλες οι ως άνω αιτιάσεις, που περιέχονται στο ενσωματωμένο στην έκθεση αναιρέσεως δικόγραφο λόγων αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, αφού με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνουν κάποιο παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.

Ειδικότερα, με το αναιρετήριο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και περιέχονται σ'αυτό, σκέψεις και συλλογισμοί της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ως και εκτιμήσεις της ιδίας, ότι από τα ερευνηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει η ενοχή της για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της ανοορεσείουσας και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ., πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, δεν απαιτείται να διευκρινίζει στο σκεπτικό του από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του ούτε χρειάζεται να μνημονεύει τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή να προσδιορίζει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, μη ελεγχόμενο αναιρετικώς αναφορικά με την εκτίμησή τους και την εσφαλμένη ή ορθή αξιολόγηση αυτών, που ανάγεται στην κυριαρχική του κρίση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα αφορώντα στην ένδικη αίτηση αναίρεσης το αθωωτικό, για την αναιρεσείουσα, σκέλος της προσβαλλομένης για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε απάτη, απαραδέκτως προβάλλονται ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρο 463 εδ.β'ΚΠΔ).

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 476 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 513 Κ.Ποιν.Δ.), ενώ οι δια του από 16-11-2018 υπομνήματος της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προβαλλόμενες λοιπές αναιρετικές αιτιάσεις, δεν μπορούν να συμπληρώσουν και να θεραπεύσουν την αοριστία του κύριου δικογράφου της υπό κρίση αίτησης, αφού δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι δεν υποβλήθηκαν, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 474 και 509 Κ.Ποιν.Δ.

Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2018 αίτηση της Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 616ΖΤ/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 39/2018 έκθεση αναιρέσεως ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ