2133/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤο άρθρο 94 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Το άρθρο 1 περ. α' ΚΠολΔ επίσης ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ το άρθρο 560 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζει, ότι η κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αναίρεση αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή αν το τελευταίο αποφάνθηκε σε υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του.
Legislator headnote
AI generated2133/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά προς θεμελίωση του αιτήματός της, βάσει του πραγματικού των ανωτέρω διατάξεων. Έτσι το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 560 § 1 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, την οποία έκρινε νόμιμη και ορισμένη.
Full text
Απόφαση 2133 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2133/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Χ., 2) Ε. Σ. του Χ., 3) Τ. συζ. Χ. Σ., το γένος Δ. Δ. και 4) Γ. συζ. Ι. Ζ., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Βουκελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-2-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 3/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το άρθρο 94 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Το άρθρο 1 περ. α' ΚΠολΔ επίσης ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, ενώ το άρθρο 560 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζει, ότι η κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αναίρεση αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή αν το τελευταίο αποφάνθηκε σε υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος α) περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης και για το απαλλοτριωθέν τμήμα των ακινήτων τους, που φέρεται ως αυτοαποζημιούμενο λόγω ωφέλειας αυτών, διότι απέκτησαν πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, η οποία ως στηριζόμενη στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια και β) περί της καθ' ύλην αναρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, διότι καθύλη αρμόδιο είναι το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι η αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, καθόσον πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από την ανωτέρω διάταξη, για καθύλη αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 314/2004, ΑΠ 163/2006).
2. Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".
Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007).
Αντίθετα, το άρθρο 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.
Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004).
Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α' του ν. 2971/ 2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδάφ.
α' του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.
Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.
Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.
α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσης του.
Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 7/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε το νόμο με το να δεχθεί την εφαρμογή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και στην προκειμένη επίδικη απαλλοτρίωση, που έχει συντελεσθεί το 1999, ενώ η εφαρμογή του νόμου αρχίζει από 19-1-2002, καθώς και με την απόρριψη ως απαράδεκτης της αγωγής των αναιρεσιβλήτων λόγω μη τηρήσεως της δίμηνης προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 37 του ιδίου ως άνω νόμου για την άσκηση σχετικής αγωγής, με την οποία αμφισβητείται το μαχητό τεκμήριο, που καθιερώνει το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 ως προς την ωφέλεια των παροδίων ιδιοκτητών ακινήτων, που αποκτούν πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό συνεπεία της απαλλοτριώσεως αυτών.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα 33 και 37 εδ. α' του ν. 2971/2001 δεν εφαρμόζεται για απαλλοτριώσεις, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (10-1-2002) είχαν ήδη συντελεστεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, 17 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της σύμβασης αυτής, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/74.
Έτσι κρίνοντας το εν λόγω δικαστήριο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και άρα οι ανωτέρω λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
3. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 34 και 4 του ν. 653/77 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού κειμένων ακινήτων, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της παραπάνω διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Άρα το τεκμήριο αυτό ισχύει ως μαχητό (ήδη ως μαχητό καθιερώθηκε με το άρθρο 33 του ν. 2971/ 2001).
Συνεπώς, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός και το σχετικό αίτημα πρέπει στην αγωγή του να εκθέτει ότι είναι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθώς και τα περιστατικά εξαιτίας των οποίων το απομένον τμήμα δεν ωφελείται αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 3-5-2005 αγωγής (αριθ.
κατ. 266/2008) των αναιρεσιβλήτων, που επισκοπείται παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι συγκύριοι των αναφερομένων απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν τους κατέβαλε αποζημίωση για την όλη απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους, αλλά για μέρος μόνον αυτής, ενώ για το υπόλοιπο μέρος δεν αποζημιώθηκαν, επειδή κρίθηκαν ωφελούμενοι και συνεπώς αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ενώ αυτοί, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση, αλλά ζημιώθηκαν, δι' αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει και για το μέρος αυτός της ιδιοκτησίας τους την αναλογούσα αποζημίωση.
Με βάση το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά προς θεμελίωση του αιτήματός της, βάσει του πραγματικού των ανωτέρω διατάξεων. Έτσι το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 560 § 1 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, την οποία έκρινε νόμιμη και ορισμένη.
Συνεπώς ο αντίθετος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, τα ίδια ως άνω περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή στηρίζουν και την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) και συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχτηκε αυτήν και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Συνακόλουθα, ο αντίθετος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4. Κατά το άρθρο 10 του ν. 797/1971 (ήδη άρθρ. 10 ν. 2882/ 2001), η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά, παραγράφεται σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση 10ετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία πραγματοποιείται και με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση, μαζί με την δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε σχετικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων για την είσπραξη της αποζημίωσης, ότι από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (2-10-2000) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής (6-11-2008) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών και άρα δεν υπέκυψε σε παραγραφή η αξίωση των εναγόντων απορρίπτοντας στη συνέχεια την παραπάνω ένσταση του εναγομένου. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι παραβίασε το νόμο, απορρίπτοντας ένσταση δεδικασμένου σχετικά με την αξίωση των εναγόντων, που απορρέει από τις αποφάσεις 72/2000 και 126/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και την απόφαση 311/2001 του Εφετείου Ιωαννίνων, που καθόρισαν προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αριθμούμενους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. 6. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ισχυρίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας ότι η άσκηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ήταν καταχρηστική, γιατί οι ενάγοντες δεν είχαν διατυπώσει ποτέ καμία επιφύλαξη για το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης και αφού εισέπραξαν την αποζημίωση, που καθορίστηκε για το ακίνητό τους, αξιώνουν, μετά πάροδο 10 ετών από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης και τη συντέλεσή της, αποζημίωση για τα αυτοαποζημιούμενα τμήματα των ακινήτων τους, αν και γνώριζαν τούτο από τα έτη 1998 - 1999.
Τα περιστατικά αυτά, και αν είναι αληθινά, δεν καθιστούν την περί αποζημιώσεως αγωγή των εναγόντων καταχρηστική. Το δικαστήριο της ουσίας που με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω ένσταση ως νόμω αβάσιμη, δεν παραβίασε τον ανωτέρω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ο αντίθετος από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
7. Με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση το αναιρεσείον για το λόγο ότι με αυτή εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημά του για τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η απόρριψη τέτοιου αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
8. Με τον δέκατο λόγο της αναιρέσεως, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και η αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Στην κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/57.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2011 αίτηση για αναίρεση της 3/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ