Legislator Case Law & Legislation
2133/2009 AI generated

2133/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2133/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2133/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων απασχολούνταν σε σταθερά δρομολόγια κάθε ημέρα κατά το οποία εκτελούσε μεταφορικό έργο εργαζομένων και μαθητών κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος είχε συμβληθεί αφενός μεν με τη ..., αφετέρου δε με την εμπορική επιχείρηση "Συλβεστρίδης Α.Ε. Βιομηχανικές και Εμπορικές Επιχειρήσεις" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και έχει ως αντικείμενο την κατασκευή επίπλων.

Keywords

AI generated
Sunday work authorization overtime exceeding statutory hours weekly commuter allowance unpaid work wage portage commuting expenses
AI generated
953/2018
Από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη ειδικότερα η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας με την επίκληση σχετικών εγγράφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλωνα των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).
667/2019
Με την από 8-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 153/2018) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, πλήττεται η 364/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 7-12-2015(αριθ. κατ.7374/2015) εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2480/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-9-2014 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση της εναγομένης και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα καταψηφιστικά το ποσό των 16.434,27 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 42.404,80 ευρώ και τα δύο δε ποσά νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
132/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
1417/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2148/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2005 αίτησή του.
811/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2133 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2133/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 703/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2363/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 της 51266/1975 Α.Υ.Α. (που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.Δ.4020/1959, τροποποιήθηκε δε με την ΑΥΕ 1907/1987), η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (ΠΟΥΛΜΑΝ), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.

Η πέρα των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του 48ώρου εβδομαδιαίως απασχόληση των μισθωτών λογίζεται ως υπερεργασία (άρθρ. 659 Α.Κ.), διαφυλαττομένης της ισχύος των διατάξεων της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, περί καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας. Από πλευράς δε αμοιβής οι ώρες αυτές (πέραν των 45 και μέχρι 48) έχουν την ίδια μεταχείριση με τις νόμιμες υπερωρίες, υπολογίζονται δηλαδή σ` αυτές προκειμένου να εξευρεθεί η οφειλόμενη προσαύξηση (άρθρ. 1 Ν. 435/1976).

Ενώ η απασχόληση πέρα των 48 ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία για την οποία οφείλεται αμοιβή, ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης (παρ. 1 ή 2 του ιδίου αρθρ. 1 Ν.435/1976). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ΣΣΕ 19/1998, 75/1999, 19/2000, 51/2001,33/2002 και το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 η εργασία του οδηγού Τουριστικού λεωφορείου μέχρι την 31-3-2001 άνω των 40 ωρών και μέχρι την 45η ώρα εργασίας εβδομαδιαίως αμοίβεται με προσαύξηση 25% του ωρομισθίου (υπερεργασία) από δε την 1-4-2001 και εντεύθεν η εργασία από 40 ώρες μέχρι και την 43η αμοίβεται με προσαύξηση 25% (υπερεργασία) από δε την 44η μέχρι και την 48η με προσαύξηση 50% εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν τις 120 ώρες ετησίως (ιδιόρρυθμη υπερωρία) και άνω των 120 ωρών ετησίως με προσαύξηση 250% ανά ώρα (παράνομη υπερωριακή απασχόληση).

Εξάλλου, Από τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 10 παρ.1 του ΒΔ 748/1946 προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης, η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της στο οποίο η απόφαση στήριξε το νομικό συμπέρασμα της.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον χρόνο απασχόλησης του αναιρεσείοντος, ως οδηγού αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα εξής:

Στις 10-3-1995, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο αναιρεσίβλητος ο οποίος διατηρεί γραφείο γενικού τουρισμού στο ... προσέλαβε τον αναιρεσείοντα για να τον απασχολήσει με την ιδιότητα του οδηγού λεωφορείων, τα οποία αυτός κατέχει και εκμεταλλεύεται στο πλαίσιο της άνω επιχείρησης του....Το ωράριο εργασίας του αναιρεσείοντος διαμορφώθηκε στη βάση των 40 ωρών εβδομαδιαίως από Δευτέρα ως Παρασκευή διότι τα Σαββατοκύριακα δεν εργαζόταν συνήθως εκτός εκτάκτων περιστάσεων που ανέκυπταν, ελάμβανε δε την ετήσια άδεια του κατά τον Ιανουάριο.

Ο αναιρεσείων απασχολούνταν σε σταθερά δρομολόγια κάθε ημέρα κατά το οποία εκτελούσε μεταφορικό έργο εργαζομένων και μαθητών κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος είχε συμβληθεί αφενός μεν με τη ..., αφετέρου δε με την εμπορική επιχείρηση "Συλβεστρίδης Α.Ε. Βιομηχανικές και Εμπορικές Επιχειρήσεις" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και έχει ως αντικείμενο την κατασκευή επίπλων.

Κατά τις συμβάσεις αυτές είχε αναλάβει τη μεταφορά μαθητών, από τις περιοχές της κατοικίας τους στα σχολεία της Εκάλης και του Ψυχικού και την επιστροφή τους, εκτός Σαββάτων, Κυριακών και ημερών αργίας ή μη λειτουργίας των σχολείων. Τα αυτοκίνητα του αναιρεσιβλήτου από τις καθορισμένες αφετηρίες έφθαναν στα σχολεία τις καθορισμένες ώρες και όχι νωρίτερα από τις 7.45' ενώ οι μαθητές του Νηπιαγωγείου έπρεπε να αποβιβαστούν στο χώρο του Νηπιαγωγείου το αργότερο μέχρι τις 8.50'.

Οι ώρες προσέλευσης των αυτοκινήτων για τα δρομολόγια της επιστροφής καθορίστηκαν μέχρι τις 13.25' για τα δρομολόγια του δημοτικού και μέχρι τις 14.15'για τα δρομολόγια των γυμνασίων και λυκείων. Για την εκτέλεση των δρομολογίων της άνω εμπορικής επιχείρησης η αφετηρία του δρομολογίου καθορίστηκε στο Αιγάλεω (γωνία Θηβών και Ιεράς Οδού) την ώρα 6.30' και η επιστροφή από τη Μεταμόρφωση Αττικής στις 16.50.

Έτσι ο αναιρεσείων-ενάγων χρησιμοποιείτο για την εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων καθημερινών δρομολογίων και συγκεκριμένα στις 6.00 μετέφερε το προσωπικό του άνω εργοστασίου επίπλων, στη συνέχεια πραγματοποιούσε το δρομολόγιο του άνω σχολείου μέχρι τις 8.00. Τα δρομολόγια της επιστροφής άρχιζαν στις 12.00 με την εκκίνηση για την παραλαβή των μαθητών, τους οποίους επέστρεφε στις οικίες τους μέχρι τις 15.00 και στη συνέχεια διεκπεραίωνε το δρομολόγιο της επιστροφής των άνω εργαζομένων μέχρι της 18.00 συμπληρώνοντας κατά τον τρόπο αυτό το οκτάωρο ημερησίως.

Ο αναιρεσείων δεν απασχολούνταν σε άλλα δρομολόγια του γραφείου του αναιρεσιβλήτου, ούτε εργαζόταν κατά τα Σαββατοκύριακα, πλην ελαχίστων περιπτώσεων. Ειδικότερα απασχολήθηκε σε κάποιες από τις ημερήσιες (όχι σε Σαββατοκύριακα) εκδρομές των μελών του ΚΑΠΗ Δήμου ..., οι οποίες κατά τη διάρκεια ενός έτους είναι περίπου 18 και εκτελέστηκαν από διάφορους οδηγούς του εναγομένου.

Επίσης, κατά τα έτη 2000 και 2001 απασχολήθηκε σε επαναπροωθήσεις λαθρομεταναστών από το τμήμα μεταγωγών των Δικαστηρίων Πειραιά στην Κακαβιά Ιωαννίνων, ενώ δύο φορές για τον ίδιο λόγο ταξίδεψε στη Βοσνία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο αναιρεσείων πληρώθηκε για την εργασία του αυτή σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε., ενώ δεν εργάστηκε υπερωριακά διότι πάντα ταξίδευε με δεύτερο οδηγό.

Εξάλλου και αν απασχολήθηκε κατά το Σάββατο ή Κυριακή στα ταξίδια προς Κακαβιά ελάμβανε άλλες ημέρες ανάπαυσης, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα βιβλιάρια εργασίας του αναιρεσείοντος των ετών 1999-2004. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για υπερωριακή εργασία και αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά το μέρος που έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν εργάστηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και ως εκ τούτου δεν δικαιούται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή αμοιβή περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς το ως άνω κεφάλαιο αυτής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το μέρος όμως που το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν αμοιβή για την εργασία του κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες, καθώς και αμοιβή για μη χορηγηθείσα άλλη ημέρα ανάπαυσης (ρεπό), περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού αν και δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν εργάστηκε κατά τα Σαββατοκύριακα ούτε κατά την απασχόληση του σε εκδρομές μελών του ΚΑΠΗ Δήμου...

ούτε για τις επαναπροωθήσεις των λαθρομεταναστών, στη συνέχεια αναφέρει ότι και αν ακόμη απασχολήθηκε κατά το Σάββατο ή Κυριακή στα ταξίδια στην Κακαβιά, ελάμβανε άλλες ημέρες ανάπαυσης, με αποτέλεσμα να προκύπτει αμφιβολία αν όντως ο αναιρεσείων εργάστηκε ή όχι κάποιες Κυριακές ή αργίες, καθώς και αν καταβλήθηκαν σ' αυτόν, για την εργασία του αυτή, οι νόμιμες αποδοχές του.

Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς το σχετικό κεφάλαιο αυτής που αφορά την απόρριψη των κονδυλίων της αγωγής για την αμοιβή του αναιρεσείοντος κατά τις εξαιρετέες ημέρες και τα "ρεπό" είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2363/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα άνω κεφάλαια στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ