Legislator Case Law & Legislation
2132/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court ruling on forced hiring of disabled persons under Law 1648/1986.

Case Number 2132/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding forced hiring of disabled persons. The appellants argued that the lower court incorrectly terminated the employer's liability for late acceptance of work after a regional authority decision exempted them from hiring due to financial constraints. The court found the lower court violated substantive law by failing to apply specific provisions of Law 1648/1986 regarding the employer's obligation to hire disabled individuals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 5, 11 of Law 1648/1986; The employer's obligation to hire disabled persons persists despite administrative exemptions based on financial hardship, and failure to apply these mandatory provisions constitutes a violation of substantive law requiring the case to be remitted for further examination.

Keywords

AI generated
forced hiring of disabled persons Law 1648/1986 provisions late acceptance of work administrative exemption validity substantive law violation remittal for further examination labor court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 4 of Law 1648/1986
Article 2 paragraph 1 of Law 1648/1986
Article 2 paragraph 5 of Law 1648/1986
Article 11 paragraph 1 item d of Law 1648/1986
Article 1 of Law 2112/1920
Article 1 of the Constitution of 16/18 July 1920
Article 1 of Law 3198/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2132 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2132/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) .. . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασπρούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1097/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την ...έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πατρών ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 21-10-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, καθώς και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και επομένως, εφόσον αυτή δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία της (άρθρα 226 παρ. 4, 573 παρ. 1, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1648|1986 για την προστασία πολεμιστών, αναπήρων-θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων (ο οποίος καταργηθείς με το άρθ. 15 ν. 2643|1998, που τον αντικατέστησε, ίσχυε μέχρι την 28-9-1998, δηλ. κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο) στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται και τ' αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την ΔΙΠΠΠ|Φ. 1|9390|1988 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 768|1988 τ.

Β', η οποία κυρώθηκε από τότε που εκδόθηκε με το άρθ. 26 ν. 1876|1990), πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τέκνα πολυτέκνων οικογενειών. Κατά το άρθ. 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου οι αναφερόμενες σ' αυτό επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν προσωπικό άνω των 50 ατόμων υποχρεούνται να προσλαμβάνουν, κατά τα' αναφερόμενα εκεί ποσοστά, πρόσωπα που προστατεύονται από το προηγούμενο άρθρο, ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις, η τοποθέτηση δε των προσώπων αυτών γίνεται κατ' άρθ. 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου από την Επιτροπή του άρθ. 8, ισχύει για την περιφέρεια της Νομαρχίας που τους τοποθέτησε και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη.

Κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθ. 4 ο τοποθετούμενος υποχρεούται, μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης για την τοποθέτησή του, να παρουσιασθεί στην επιχείρηση κα ν' αναλάβει υπηρεσία. Εξάλλου, κατ' άρθ. 10 παρ. 4 του αυτού νόμου κατά των αποφάσεων των Επιτροπών του άρθ. 8 αυτού χωρεί προσφυγή στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή, για τη νομιμότητα ή σκοπιμότητα της τοποθέτησης, εκ μέρους του υπόχρεου εργοδότη, του προστατευομένου από το νόμο προσώπου και κάθε τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, στην αρμοδιότητα δε των Επιτροπών αυτών ανήκουν η ανάκληση της τοποθέτησης και οι σχετικές με αυτήν αμφισβητήσεις (άρθ. 9).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση πρόσληψης και του μισθωτού που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν συνάπτεται σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, την δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής, η σύμβαση δε αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη εργασίας.

Ο εργοδότης αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και οφείλει σ' εκείνον μισθούς υπερημερίας κατ' άρθ. 656 ΑΚ, μη δικαιούμενος να ερευνήσει και αυτός την συνδρομή των απαιτουμένων για την πρόσληψη του μισθωτού προϋποθέσεων, αφού η πρόσληψη του μισθωτού έχει τελειωθεί με την εμπρόθεσμη εμφάνισή του στον υπόχρεο εργοδότη σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 1648|1986 που υπερισχύουν από κάθε άλλη διάταξη ή αντίθετη ρύθμιση.

Περαιτέρω, κατ' άρθ. 2 παρ. 5 του ιδίου ως άνω νόμου ο αρμόδιος νομάρχης με απόφασή του, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής του άρθ. 8 και μετά από αίτηση της ενδιαφερομένης επιχείρησης, μπορεί ν' απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους.

Στην περίπτωση αυτή λύεται υποχρεωτικά η σχέση εργασίας όλων ή ορισμένων από εκείνους που έχουν τοποθετηθεί αναγκαστικά, αν δε ο νομάρχης αποφασίσει την μείωση του ποσοστού πρόσληψης, καθορίζει επίσης και τα κριτήρια των προσώπων που θ' απολυθούν. Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 11 παρ. 1 εδ. δ' του ως άνω νόμου η σχέση εκείνων που τοποθετούνται με τις διατάξεις αυτού κλπ.

λύεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, με καταγγελία της σχέσης εργασίας, αν έχει εκδοθεί απόφαση του νομάρχη σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 2 παρ. 5. Από τον συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων, δηλ. των άρθ. 2 παρ. 5 και 11 παρ. 1δ ν. 1648|1986, προκύπτει αναμφίβολα, ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης του νομάρχη περί απαλλαγής από την υποχρέωση πρόσληψης ή περί περιορισμού του ποσοστού υποχρεωτικής πρόσληψης σε σχέση με τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις, η σχέση εργασίας των ατόμων που έχουν προσληφθεί αναγκαστικά (όλων ή ορισμένων εξ αυτών) λύεται υποχρεωτικά μεν όχι όμως και αυτοδικαίως αλλ' απαιτείται καταγγελία της σχέσης εργασίας αυτών, όπως συνάγεται ειδικότερα από την ρητή και σαφή διάταξη του άρθ. 11 παρ. 1 δ' ν. 1648|1986, τηρουμένων, επομένως, των διατάξεων των άρθ. 1 ν. 2112|1920, 1 του ΒΔ της 16|18-7-1920 και 1 ν. 3198|1955.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλομένη 1097|2004 απόφασή του κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, επί αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών, με την οποία ζητούσαν την καταβολή μισθών υπερημερίας, δέχθηκε, ότι οι ενάγουσες( και ήδη αναιρεσείουσες) τοποθετήθηκαν αναγκαστικά, κατά τις διατάξεις και την διαδικασία του ν. 1648|1986 και ειδικότερα με τις 36 και 32|1988 αποφάσεις της Επιτροπής του άρθ. 8 του νόμου αυτού, ως τέκνα πολυτέκνων οικογενειών στην επιχείρηση της εναγομένης (και τώρα αναιρεσίβλητης) "ΕΝΩΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΣΥΝ.

ΠΕ." και συγκεκριμένα οι τρεις πρώτες ως υπάλληλοι και η τετάρτη ως εργατοτεχνίτρια και παρουσιάσθηκαν για ανάληψη εργασίας, η εναγομένη, όμως, δεν αποδέχθηκε την πραγματικώς και προσηκόντως προσφερομένη εργασία τους και έτσι περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της, συνεχισθείσα και μετά το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσαν προηγούμενες παρόμοιες αγωγές τους για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, αμετάκλητα κριθείσες, ότι την 8-8-1996 εκδόθηκε, σύμφωνα με το άρθ. 2 παρ. 5 ν. 1648|1986 και κατά τις εκεί νόμιμες διατυπώσεις, δηλ.

ύστερα από γνώμη της Επιτροπής του άρθ. 8 του ίδιου νόμου και σχετικές αιτήσεις της εναγομένης, η 18675|1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, με την οποία η εναγομένη απηλλάγη από την υποχρέωση πρόσληψης των εναγουσών, επειδή κρίθηκε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και η αναγκαστική πρόσληψη προσωπικού θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την οικονομική κατάστασή της και υπήρχε κίνδυνος αναστολής της λειτουργίας της, και ότι η αναγκαστική σύμβαση εργασίας των εναγουσών λύθηκε από την ημερομηνία έκδοσης της ως άνω απόφασης (8-8-1996) και από τότε έπαυσε και η υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τις σχετικές αξιώσεις των εναγουσών για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την 8-8-1996 και μέχρι την 31-12-1996, ως εζητείτο με την ένδικη αγωγή τους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι από την έκδοση της ως άνω κατ' άρθρο 2 παρ. 5 ν. 1648|1986 απόφασης από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας (και ανεξάρτητ' από την ύπαρξη ή μη σχετικής αρμοδιότητας αυτού για την έκδοση της απόφασης αυτής, η οποία ως διοικητική πράξη και με βάση το τεκμήριο της νομιμότητας παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, εφόσον δεν προβάλλεται ότι έχει ακυρωθεί) λύθηκε άνευ άλλου, δηλ.

χωρίς την απαιτουμένη κατά νόμο καταγγελία, η σύμβαση εργασίας των εναγουσών και έπαυσεν έκτοτε η υπερημερία της εναγομένης, παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 εδ. δ' ν. 1648|1986, 1 ν. 2112|1920, 1του ΒΔ της 16|18-7-1920 και 1 ν. 3198|1955 μη εφαρμόζοντας αυτές, αν και έπρεπε να τις εφαρμόσει (όπως και οι αναιρεσείουσες είχαν προβάλει με την έφεσή τους), όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις τους για αποδοχές υπερημερίας για το μετά την 8-8-1996 χρονικό διάστημα και επομένως σχετικά με αυτές πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά το συναφές Β' σκέλος του, παρελκούσης της έρευνας του Α' σκέλους αυτού.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' αναιρεθεί ως προς αυτές η προσβαλλομένη 1097|2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1097|2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό οριζόμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ