2132/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2132/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Full text
Απόφαση 2132 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2132/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αδελφοί Σαρακάκη, Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μουντρίχα.
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος: ......., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2002 του Εφετείου Θράκης. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 343/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Το Εφετείο Θράκης εξέδωσε την 592/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2006 αίτηση της και εκδόθηκε η 1939/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος-καλών με την από 27-2-2007 κλήση του. Η αναιρεσείουσα-καθής η κλήση κατέθεσε τους από 9-8-2007 πρόσθετους λόγους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης και την από 24-9-2007 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων που εισηγήθηκε την απόρριψή τους ως απαράδεκτοι και για την περίπτωση που ήθελε προσκομισθεί νομίμως έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικ.
επιμελητή αποδεικνύουσα την νόμιμη επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων στον αναιρεσίβλητο την παραδοχή της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων και να θεωρηθούν ως παραδεκτώς ασκηθέντες οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου-καλούντος την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη η οποία, κατά το άρθρο 568 πα. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (Ολ.
Α.Π. 143/1984, 654/1984). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο διαμείβεται κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 2-2-2006 αίτηση αναίρεσης κατά της 592/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης, την οποία, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου εκείνου την 8-2-2006.
Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου η 30-10-2006. Κατά τη δικάσιμο εκείνη δεν παραστάθηκε η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε δε ο αναιρεσίβλητος από τον δικηγόρο Στέλιο Σταματόπουλο, ο οποίος δεν απέδειξε την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας και για το λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ.1939/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ματαιώθηκε η συζήτηση της αναίρεσης, η οποία επισπεύδεται ήδη από τον αναιρεσίβλητο με την από 27.2.2007 κλήση, η οποία, όπως εκθέτει η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο προσθέτων λόγων, επιδόθηκε σ' αυτή την 23.7.2007, οπότε η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση το πρώτο της μετά ματαίωση ορισθείσης προς συζήτηση της αναίρεσης δικασίμου.
Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα, η ασκουμένη με το από 09.08.2007 (κατ. 196/13.08.2007) δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, το οποίο επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, την 20.08.2007 (βλ. την υπ' αριθμ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ........
με τις κάτω από αυτή υπό ιδία χρονολογία εκθέσεις εγχειρίσεως θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ) αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ασκήθηκε εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία (ημέρα που έλαβε γνώση της δικασίμου η αναιρεσείουσα) και γι αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί η βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου, εξαιτίας του οποίου η αναιρεσείουσα δεν μπόρεσε να τηρήσει την προθεσμία των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών πριν από την αρχικώς ορισθείσα για συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 30.10.2006.
Η μη κλήτευση του αναιρεσείοντος στην αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται με επίσπευση του αντιδίκου του και η εκ του λόγου αυτού απώλεια της προθεσμίας, προς άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, δεν συνιστά άνευ ετέρου λόγο ανώτερης βίας, αφού θα μπορούσε ο ίδιος, επιδεικνύοντας εξιδιασμένη επιμέλεια, να πληροφορηθεί από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου τυχόν προσδιορισμό δικασίμου για την αίτησή του με επίσπευση του αντιδίκου του.
Ωστόσο κάθε διάδικος, στα πλαίσια της υποχρέωσης του αντιδίκου του να τηρεί τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, κατά τη διεξαγωγή της δίκης (άρθρ. 116 ΚΠολΔ), δικαιούται να αναμένει ότι ο αντίδικός του θα τον καλέσει στη συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) και μάλιστα στην αναιρετική δίκη τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρ. 568 παρ. 4 ΚΠολΔ) ώστε να μπορεί να ασκεί ακώλυτα τα δικονομικά του δικαιώματα (πρόσθετοι λόγοι, προτάσεις κ.τ.λ.), χωρίς ν' απαιτείται να παρακολουθεί συνεχώς τους προσδιορισμούς δικασίμων από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς αποφυγή αιφνιδιασμού του από τον αντίδικό του.(ΑΠ 9/2004) Στην προκειμένη περίπτωση, η μη κλήτευση της αναιρεσείουσας για την αρχική δικάσιμο (30-10-2006) της αίτησής της, παρά το γεγονός ότι στην πράξη προσδιορισμού αυτής από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, διατάχθηκε η κοινοποίησή της εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο, ενόψει και της δυσχέρειας προς παρακολούθηση της δικονομικής πορείας της υπόθεσης και γνώση τυχόν προσδιορισμού δικασίμου με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου, συνιστά απρόβλεπτο γεγονός που δεν μπορούσε να αποτραπεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να θεωρηθούν οι από 9-8-2007 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ότι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα.
ΙΙ. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση με βάση αυτές της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.
Αν η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι κανόνες δικαίου στην εξειδίκευση των οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 1271/05).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου και τον ταυτόσημο πρώτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί, ότι το ελάττωμα του πωληθέντος από αυτή στον αναιρεσίβλητο αυτοκινήτου συνίστατο στο ότι ναι μεν ο άξονας της κρεμαγιέρας είχε σφιχθεί στην οπή του σταυρού, ο κοχλίας όμως δεν ήταν περασμένος στην εγκοπή του άξονα, όπως θα έπρεπε αλλά εφάπτονταν απλώς στην άκρη του σφίγγοντάς τον μέσα στην οπή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δεν εξηγεί με ποίο τρόπο, αφού ήταν σφιγμένος ο κοχλίας εξήλθε ο άξονας της κρεμαγιέρας.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει, ποία συγκεκριμένα είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν από το Εφετείο κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου που εφάρμοσε το Εφετείο και ποίο το περιεχόμενο των διδαγμάτων αυτών, ούτε επίσης αναφέρει ποίος κανόνας δικαίου παραβιάστηκε, κατ'επίφαση δε επίκλησης παραβίασης από την άνω διάταξη πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τον κρίση του ότι το πωληθέν στον αναιρεσίβλητο αυτοκίνητο έφερε εκ κατασκευής ελάττωμα.
ΙΙΙ.'Ελλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις:1) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα εξής ζητήματα α) "ως προς την ύπαρξη γενικά ελαττωμάτων σε οχήματα του τύπου του αντιδίκου μας" β) "ως προς το βάσιμο και παραδεκτό του ισχυρισμού μας της δυνατότητας εξάρμοσης του συστήματος κρεμαγιέρας, όχι τυχαία, αλλά με ανθρώπινη ενέργεια, ως τοιαύτης νοουμένης και της σύγκρουσης" γ) "ως προς τη (πιστοποιούμενη και κατά κοινή πείρα έτι και από την έκταση των φθορών στο εν τη αγωγή περιγραφόμενο όχημα" πραγματική ταχύτητα του οχήματος του αντιδίκου μας κατά τον χρόνο του ατυχήματος" (δεύτερο λόγος του κυρίου δικογράφου κατά το πρώτο σκέλος του) 2) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες "διότι δεν είναι λογικό να υποστηριχθεί η πιθανότητα εξάρμοσης άνευ αφαιρέσεως του κοχλία ασφαλείας, κοχλία τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται αντιφατικά περασμένο στο σταυρό της κρεμαγιέρας" (πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το οικείο μέρος του) Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι δε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφέρονται σε επιχειρήματα κατά την ανάλυση και αξιολόγηση των αποδείξεων, ως προς αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι το πωληθέν σ' αυτόν αυτοκίνητο είχε εκ κατασκευής ελάττωμα στο σύστημα διεύθυνσης Ως αόριστος επίσης είναι απορριπτέος και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, διότι δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, ούτε η φερομένη ως παραβιασθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
IV. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχτηκε ότι το πωληθέν από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο καινουργές αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ..... τύπου .... με αριθμό κυκλοφορίας ........, έφερε κατά την παράδοσή του στον ενάγοντα αγοραστή πραγματικό ελάττωμα στο σύστημα διεύθυνσης. Για την κρίση του αυτή το εφετείο εξετίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονταν στα υπ'αριθμ.86/2000 και 72/2001 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, την υπ'αριθμ.......... έκθεση του διορισθέντος σε αντικατάσταση του αρχικώς διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα ........., τις από .... και ...... εκθέσεις του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από του διαδίκους έγγραφα. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο έφερε κατά το χρόνο της παράδοσής του στον ενάγοντα αγοραστή πραγματικό ελάττωμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106,237 παρ.1 στοιχ. β', 591 παρ.1,453,524 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με τη αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου(Ολ.ΑΠ 14/05 και 9/2000).
Δεν είναι νόμιμη η επίκληση εγγράφων στο εφετείο με την ενσωμάτωση στις προτάσεις του διαδίκου των πρωτοδίκων προτάσεων, στις οποίες και μόνο γίνεται επίκληση των εγγράφων (ΑΠ 935/05) Οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο γι' αυτό και πρέπει να αναφέρονται ρητά στην απόφαση, διαφορετικά ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης (ΑΠ 176/04 και 1453/02).
Στην προκειμένη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη και την επισκόπηση των από 11.2.2005 προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτουν τα εξής: Επί της από 8.11.99 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης που συζητήθηκε την 10.5.2000 εκδόθηκε η υπ' αρθμ. 72/2001 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αντικαταστήσει το πωληθέν και παραδοθέν από αυτή στον ενάγοντα αυτοκίνητο Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα εναγομένη άσκησε στο Εφετείο Θράκης την από 27.6.2001 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε από το εφετείο ατό η υπ'αριθμ. 126/02 τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσβλήτου.
Ο τελευταίος άσκησε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 343/3 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α' Πολιτικό Τμήμα) με την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση για παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ και αφού αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου παραπέμφθηκε η υπόθεση να εκδικασθεί στο ίδιο εφετείο. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο με κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου και συζητηθείσης της έφεσης την 16.1.2004 εκδόθηκε από το εφετείο η υπ' αριθμ. 141/2004 απόφαση με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή έφεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 245 ΚΠολΔ η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενάγοντος αγοραστή και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης πωλήτριας καθώς και των τεχνικών συμβούλων του ενάγοντος και του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα, προκειμένου να υποβληθούν σ' αυτούς ερωτήσεις και να παράσχουν εξηγήσεις σχετικά με το κρίσιμο θέμα του αν το ελάττωμα του πωληθέντος αυτοκινήτου (εκ κατασκευής εσφαλμένη συναρμογή του σταυρού στον κάτω άξονα του συστήματος διεύθυνσης με τον άξονα της κρεμαγέρας) ήταν αποτέλεσμα κατασκευαστικής κακοτεχνίας ή οφείλονταν σε άλλα αίτια και στην εκτροπή του αυτοκινήτου κατά την κίνησή του.
Κατά την επακολουθήσασα συζήτηση της έφεσης την 11.2.2005 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε την ιδία ημέρα και ώρα 09.00 (βλ. την από ..... βεβαίωση της γραμματέα κάτω από τις προτάσεις ) με τις οποίες επικαλέστηκε την υπ'αριθμ. ......... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ....... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Πασχίδου καθώς και την υπ'αριθμ......
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Κομοτηνής ........, από την οποία προέκυπτε ότι ο αντίδικός της είχε κληθεί νόμιμα να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρα ενώπιον της προαναφερομένης συμβολαιογράφου. Από την αναιρεσιβαλλόμενη προκύπτει ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη αυτή βεβαίωση.
Με το να μη λάβει όμως υπόψη του το εφετείο την ένορκη αυτή βεβαίωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου και τον ταυτόσημο δεύτερο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα, διότι η βεβαίωση αυτή κατά παράβαση του άρθρου 591 αρ.1 στοιχ. β και 237 παρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ προσκομίστηκε απαραδέκτως μετά την πρώτη συζήτηση της έφεσης η οποία έγινε την 16 Ιανουαρίου 2004, μετά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω αναβλητική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των τεχνικών συμβούλων για παροχή διευκρινίσεων. Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Εξ άλλου κατά το άρθρο 48 του Δικηγορικού Κώδικα, ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και τις έγγραφες αυτού εκθέσεις, ιδιαίτερα δε στις μετά των συναδέλφων του κατ' αντιδικία συζητήσεις, οφείλει να επιδεικνύει έναντι αυτών αλληλεγγύη και αβρότητα.
Οι διατάξεις αυτές, όπως και εκείνη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποβλέπουν στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και κόσμιας συμπεριφοράς από όλους και έναντι όλων των παραγόντων της δίκης, η οποία επιβάλλει σε κάθε διάδικο και τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, κατά την γραπτή ή προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, να τηρεί την ευπρέπεια του δικανικού λόγου και να μη χρησιμοποιεί εξυβριστικούς, καταφρονητικούς ή ειρωνικούς χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που δεν είναι αναγκαίες για την έκθεση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης και προς θεμελίωση της περιεχόμενης σ' αυτό αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων, προκειμένου οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, να γίνουν παραδεκτοί, ως ασκηθέντες μετά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, εκθέτει, ότι ουδέποτε επιδόθηκε σ' αυτή από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσίβλητο κλήση, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 30.10.2006, κατά την οποία παραστάθηκε ως πληρεξούσιο δικηγόρος του αναιρεσείοντος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και προείσπραξη, ο ήδη παριστάμενος ως πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος Στέλιος Σταματόπουλος, η οποία συζήτηση λόγω του ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν απέδειξε την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ματαιώθηκε με την υπ' αριθμ.1939/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα εκθέτει στο άνω δικόγραφο προσθέτων λόγων, ότι από τη συμπεριφορά αυτή του αναιρεσίβλητου "είναι προφανές ότι όλες οι ενέργειες αυτού (μη κλήτευσή της) απέβλεπαν στο να αποσπάσει μία ευνοϊκή υπέρ αυτού εισήγηση και χωρίς ημείς να ακουσθούμε" και "δολίως και αποσκοπών στην εκ μέρους μας απώλεια της προθεσμίας ταύτης (ασκήσεως προσθέτων λόγων) άλλως (επικουρικότερον) από βαρεία αμέλεια-αλλά πάντα αποδεχόμενος ο αντίδικος (δια του πληρεξουσίου του) το ενδεχόμενο να απωλέσωμεν την ως άνω προθεσμία - παρέλειψε να μας κοινοποιήσει κλήση για τη συζήτηση της αναιρέσεώς μας σε δικάσιμο (αυτήν της 30.10.2006) προσδιορισθείσαν με πρωτοβουλίαν του" Οι παραπάνω εκφράσεις, που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα στο άνω δικόγραφο προσθέτων λόγων προς θεμελίωση της αιτουμένης με αυτό επαναφοράς των πραγμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 152 και 154 ΚΠολΔ, έγιναν εντός των πλαισίων που καθορίζονται από το άρθρο 154 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο στην αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων πρέπει να αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους ο διάδικος δεν κατέστη δυνατό να τηρήσει την προθεσμία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, όπως είναι και ο δόλος του αντιδίκου του, δεν υπερβαίνουν δε το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δεν είναι εξυβριστικές, καταφρονητικές ή ειρωνικές για τον τότε παραστάντα, χωρίς να αποδεικνύει ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, η δε έκφραση ότι ο αναιρεσίβλητος επεδίωξε να έχει ευνοϊκή γι' αυτόν εισήγηση, χωρίς να ακουσθεί η αναιρεσείουσα, αποτελεί μη ανταποκρινομένη στην αναιρετική διαδικασία υποκειμενική εκτίμηση της αναιρεσείουσας και του συντάξαντος το δικόγραφο προσθέτων λόγων πληρεξουσίου της δικηγόρου, ως προς την ενδιάθετη βούληση του αναιρεσιβλήτου, και δεν αντιβαίνει αυτή καθ' εαυτή στην επιβαλλομένη ευπρέπεια έκφρασης.
Επομένως το αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου να διαγραφούν από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων οι άνω εκφράσεις πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΑΡΑΚΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" καθώς και τους από 09.08.2007 προσθέτους λόγος αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 592/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ