2131/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2131/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 2131 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2131/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 3) αλληλασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ Ν. ΞΑΝΘΗΣ", που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) αλληλασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Δεύτερος Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Κ. του Π., συζ. Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2012 εν μέρει οριστική και 107/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2013 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 1-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-9-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 257/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 330 εδ. β' Α.Κ. αμέλεια είναι η παράλειψη καταβολής της προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε να επιδείξει. Για τον προσδιορισμό της αμέλειας το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αφηρημένο στηριζόμενο στις δυνατότητες ενός μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου του κύκλου της συγκεκριμένης δραστηριότητας του δράστη δηλαδή του μέσου συνετού οδηγού.
Η απόκλιση της συμπεριφοράς του δράστη από το μέσο αυτό μέτρο συγκροτεί την έννοια της αμέλειας. Κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η αμέλεια είναι ο χρόνος κατά τον οποίον ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει ο δράστης και όχι ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθαν τα αποτελέσματα. Για την συγκρότηση της αμέλειας δεν χρειάζεται η δυνατότητα προβλέψεως από το δράστη στις λεπτομέρειες όλων των επιζημίων συνεπειών του παρανόμου αποτελέσματος.
Απ' αυτό όμως δεν προκύπτει ότι ο δράστης ευθύνεται και για τις πλέον απώτερες συνέπειες της πράξεώς του. Ο περιορισμός γίνεται μέσω της προσφορότητας της συνέπειας αυτής κατά τη θεωρία της πρόσφορης συνάφειας. Με βάση τα προαναφερθέντα, η υποχρέωση προς αποζημίωση δεν εξαρτάται από το εάν η βλαπτική αμελής συμπεριφορά επέφερε τη βλάβη αμέσως ή αυτή επήλθε συνεπεία της συνδρομής και άλλων περιστατικών, εφόσον και τα περιστατικά αυτά κρινόμενα στο πλαίσιο της αιτιώδους συνάφειας οδηγούν αιτιωδώς στο βλαπτικό αποτέλεσμα (Ολ.ΑΠ 23/1988).
Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και σε περίπτωση βλάβης τρίτου προσώπου, το οποίο ζημιώθηκε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον η ζημία επήλθε κατά την προσπάθεια αυτοδιακινδυνεύσεως του τρίτου, για την άρση των συνεπειών από την αδικοπραξία του υπαιτίου, και εφόσον ο προκαλέσας το ατύχημα μπορούσε να προβλέψει κατά την συνήθη και ομαλή πορεία των πραγμάτων την παρεμβολή του τρίτου προσώπου για την σωτηρία κινδυνευόντων, οπότε το πταίσμα του αρχικού προκαλέσαντος το ατύχημα επεκτείνεται και στην προσβολή των εννόμων αγαθών του τρίτου προσώπου (Α.
Κρητικός σχόλια κάτω από την Ολ.ΑΠ 23/1988 Ελλην. Δικ/νη 30, 1151). Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 257/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 11-11-2010 και ώρα 12.50' περίπου ο πρώτος εναγόμενος Π. Κ. του Χ., οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΑΗΜ ... δημόσιας χρήσης επιβατικό λεωφορείο ενταγμένο στο Κ.Τ.Ε.Λ.
Ξάνθης μέσα στον οικισμό Νεοχωρίου Ξάνθης με κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Ο οδηγός του λεωφορείου και ο δεύτερος εναγόμενος, Θ. Γ. του Π., έχουν δικαίωμα συγκυριότητας στο όχημα αυτό κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Οι λοιποί εναγόμενοι, αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί, κάλυπταν με έγκυρες ασφαλιστικές συμβάσεις έως και την 1-1-2011 την αστική ευθύνη του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του λεωφορείου έναντι τρίτων από ζημίες που θα προκαλούνταν σε βάρος τους από τη λειτουργία του οχήματος.
Η ενάγουσα την ίδια χρονική στιγμή ακολουθούσε το λεωφορείο οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΝΕΑ ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο. Η οδός, στην οποία εκινούντο ομόρροπα και τα δύο οχήματα, τέμνεται από σιδηροδρομική γραμμή. Στο σημείο αυτό υπάρχει Αυτόματο Σύστημα Ισόπεδης Διάβασης (Α.Σ.Ι.Δ.), το οποίο, όταν λειτουργεί, αποκλείει το κατάστρωμα της οδού προς τη διάβαση.
Το Α.Σ.Ι.Δ. αποτελείται από ένα μηχανισμό που εκπέμπει φωτεινά και ηχητικά σήματα και δύο ελαφρές κινητές κεραίες (ημιδύφρακτα) με εγκάρσιες λωρίδες ανακλαστικής επιφάνειας και από τις δύο όψεις, ερυθρού χρώματος στην κορυφή και εφεξής εναλλάξ λευκού και ερυθρού ανά 50 εκατοστά. Οι κεραίες σε ηρεμία του συστήματος μανδαλώνονται σε κατακόρυφη θέση και δεν είναι δυνατός ο καταβιβασμός τους.
Αντίθετα, όταν το σύστημα λειτουργεί τα ημιδύφρακτα ασφαλίζονται σε οριζόντια παράλληλα μεταξύ τους θέση. Αν αστοχήσει η απελευθέρωσή τους, είναι δυνατή η χειροκίνητη ανύψωση και στερέωσή τους στην κατακόρυφη θέση με τη χρήση ειδικού μοχλού που βρίσκεται στη βάση τους, έξω από τις τροχιές. Η χρήση του μοχλού είναι εύκολη και απαιτεί την καταβολή ελάχιστης μυϊκής δύναμης.
Το συγκεκριμένο σύστημα ασφαλείας ενεργοποιείται, όταν οι τροχοί αμαξοστοιχίας που κινείται από Ξάνθη έλθουν σε επαφή με μηχανισμό ("νάρκη"), ο οποίος είναι τοποθετημένος στο εσωτερικό της δεξιάς γραμμής κατά τη φορά του συρμού σε απόσταση 735 μέτρων από την ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση (τροχοεπαφή κατάληψης).
Τα ημιδύφρακτα αρχίζουν την κάθοδό τους εννέα (9) δευτερόλεπτα μετά την ενεργοποίηση του Α.Σ.Ι.Δ. και αποκλείουν εντελώς τη διάβαση μετά από δέκα επτά (17) δευτερόλεπτα. Όταν η αμαξοστοιχία περάσει πλέον τη διάβαση και έλθει σε επαφή με τη νάρκη απελευθέρωσης, τα ημιδύφρακτα αρχίζουν να ανεβαίνουν και η διάβαση ελευθερώνεται.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα εκπέμπονται προς τους οδηγούς των οχημάτων που προσεγγίζουν τη διάβαση από ειδικό σύστημα στερεωμένο στην κορυφή ψηλού μεταλλικού ιστού χαρακτηριστικά φωτεινά και ηχητικά σήματα (κωδωνισμοί). Το Α.Σ.Ι.Δ. έχει εγκατασταθεί στο σημείο εκείνο και συντηρείται από τον Ο.Σ.Ε. Οι οδηγοί μάλιστα των αυτοκινήτων προειδοποιούνται για τη διέλευση των αμαξοστοιχιών και με τις εξής πινακίδες:
α) Ρ-2 (STOP), η οποία σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας πριν τη διάβαση, β) Κ-31 που επισημαίνει κίνδυνο από ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση με κινητά φράγματα (δύφρακτα ή ημιδύφρακτα) και γ) Κ-35 και Κ-36 που αναγγέλλουν κίνδυνο από προσέγγιση σε ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις. Ο οδηγός του λεωφορείου, όταν έφθασε στη διάβαση, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος σε 3,5 περίπου χιλιόμετρα την ώρα και εισήλθε σε αυτή, χωρίς άλλο έλεγχο.
Το λεωφορείο βρισκόταν ήδη πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές, όταν ο μηχανισμός που βρίσκεται στη διάβαση άρχισε να εκπέμπει φωτεινά και ηχητικά σήματα, τα οποία προειδοποιούσαν ότι πλησίαζε αμαξοστοιχία. Το δεύτερο μάλιστα κατά την πορεία του ημιδύφρακτο κατέβηκε, άγγιξε τον ουρανό και τα παράθυρα της οροφής του λεωφορείου και ακινητοποιήθηκε εκεί.
Ο οδηγός αντιλήφθηκε το γεγονός και θεώρησε βέβαιο ότι το ημιδύφρακτο θα προκαλέσει φθορά στο όχημα. Για το λόγο αυτό ακινητοποίησε το λεωφορείο και κατέβηκε από αυτό για να ανυψώσει την κεραία με τη χρήση του ειδικού χειροκίνητου μοχλού (βλ. και τις από 12-11-2010 και 22-11-2010 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Κ.
Γ. και Σ. Ζ. ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου του Α.Τ. Σταυρούπολης). Η ενάγουσα όμως, η οποία είχε σταματήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε πίσω από το λεωφορείο, είχε ήδη βγει από το όχημά της και βρισκόταν στο χειροκίνητο μηχανισμό απελευθέρωσης των κεραιών με σκοπό να ανυψώσει η ίδια το δύφρακτο για να απεγκλωβίσει έτσι το λεωφορείο και να προλάβει ενδεχόμενο τραυματισμό των μαθητών και άλλων προσώπων που επέβαιναν σε αυτό.
Όταν ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την πρόθεση της ενάγουσας, επέστρεψε βιαστικά στο λεωφορείο, το έθεσε σε κίνηση και προσπάθησε να συνεχίσει την πορεία του για να βγει από τη σιδηροδρομική διάβαση. Η αμαξοστοιχία όμως είχε ήδη φτάσει και επέπεσε με ο εμπρόσθιο τμήμα της στην πίσω δεξιά ρόδα του λεωφορείου.
Το όχημα ανατράπηκε με την πλάγια αριστερή πλευρά του, καταπλάκωσε και τραυμάτισε πολύ σοβαρά την ενάγουσα, η οποία βρισκόταν σε απόσταση 2,5 περίπου μέτρων από τη σιδηροδρομική γραμμή. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο οδηγός του λεωφορείου, Π. Κ. του Χ. προκάλεσε τον τραυματισμό της ενάγουσας από ασυνείδητη αμέλειά του, επειδή δεν επέδειξε την προσοχή που θα μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός με αποτέλεσμα να μην προβλέψει ότι μπορούσε να προκαλέσει το ατύχημα, επειδή, μολονότι αντιλήφθηκε ότι είχε ενεργοποιηθεί το Α.Σ.Ι.Δ και ότι συνεπώς η αμαξοστοιχία πλησίαζε, ακινητοποίησε πλήρως το όχημά του πάνω στις γραμμές και βγήκε από αυτό για να σηκώσει χειροκίνητα το ημιδύφρακτο και να αποτρέψει έτσι φθορά στον ουρανό του λεωφορείου του.
Αν όμως ο πρώτος εναγόμενος έσπευδε να συνεχίσει την πορεία του και δεν έχανε με την ενέργειά του αυτή πολύτιμο χρόνο (30) περίπου δευτερολέπτων, θα είχε περάσει εγκαίρως τις σιδηροδρομικές γραμμές με αποτέλεσμα να μη συμβεί το ατύχημα (βλ. και την από 25-7-2011 τεχνική έκθεση του Μ. Κ.). Ο οδηγός του λεωφορείου μάλιστα μπορούσε ευχερώς να προβλέψει ότι η πράξη του ήταν ικανή να προκαλέσει όχι μόνο τον τραυματισμό της ενάγουσας που βρισκόταν δίπλα στο λεωφορείο, αλλά και σωματικές βλάβες σε όσους επέβαιναν ή βρίσκονταν σε μικρή απόσταση έξω από αυτό, είτε οδηγούς, είτε πεζούς.
Με το δεδομένο αυτό η παράνομη και υπαίτια ενέργειά του αυτή βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον τραυματισμό της ενάγουσας. Ο αντίθετος συνεπώς ισχυρισμός που προβάλλει ο τέταρτος εναγόμενος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρο 914 ΑΚ, ΑΠ 828/2007 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών "NOMOS"). Είναι βέβαια αληθές ότι το σύστημα ασφαλείας της σιδηροδρομικής διάβασης για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν λειτουργούσε επαρκώς, επειδή παρουσίαζε βλάβη.
Άλλες φορές ενεργοποιείτο, χωρίς να συντρέχει λόγος και άλλες ετίθετο καθυστερημένα σε λειτουργία. Ο επαγγελματίας οδηγός μάλιστα του λεωφορείου γνώριζε την κατάσταση αυτή, επειδή εκτελούσε μεταφορές μαθητών από σχολείο της περιοχής στα σπίτια τους στο Νεοχώρι και περνούσε από εκεί καθημερινά. Στην προκειμένη επομένως περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος είχε πρόσθετο, σοβαρό, λόγο να μην ενεργήσει απερίσκεπτα, να συνεχίσει οπωσδήποτε την πορεία του, να περάσει τις γραμμές και να μη λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να υποστεί το αυτοκίνητό του υλική ζημία, η οποία μάλιστα δεν θα ήταν σημαντική.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι άλλοι οδηγοί που είχαν σταματήσει τα αυτοκίνητά τους στη διάβαση, μόλις τον είδαν να βγαίνει από το λεωφορείο, τον ειδοποίησαν απεγνωσμένα με φωνές και κινήσεις των χεριών τους ότι η αμαξοστοιχία πλησίαζε. Με το δεδομένο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η ένσταση που προβάλλουν οι εναγόμενοι ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι η Ο.Σ.Ε.
Α.Ε., επειδή δεν είχε επισκευάσει και συντηρήσει σωστά το Α.Σ.Ι.Δ., το οποίο για το λόγο αυτό δεν λειτουργούσε κανονικά (άρθρο 5 Ν. ΓΠΝ/1911 και 262 ΚΠολΔ). Η παθούσα εξάλλου δεν συντέλεσε στον τραυματισμό της. Όταν αντιλήφθηκε ότι το ημιδύφρακτο είχε ακινητοποιηθεί στην οροφή του λεωφορείου και ότι υπήρχε κίνδυνος για τους επιβάτες του, βγήκε από το αυτοκίνητό της, πέρασε κάθετα και γρήγορα τις γραμμές και, όταν έφθασε απέναντι στο χειροκίνητο μηχανισμό, προσπάθησε να ανεβάσει την κεραία για να μπορέσει το λεωφορείο να απομακρυνθεί αμέσως και να αποφευχθεί πιθανό ατύχημα.
Η ενάγουσα δηλαδή ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1στ' Κ.Ο.Κ. και το γενικό καθήκον επιμέλειας στις συναλλαγές, επειδή προσπάθησε να συμβάλει στη μετακίνηση του οχήματος που είχε ακινητοποιηθεί πάνω στις σιδηροτροχιές. Η παθούσα εξάλλου είχε σταθεί σε ασφαλή απόσταση 2,5 περίπου μέτρων από τις γραμμές και επομένως δεν κινδύνευε από τη διέλευση της αμαξοστοιχίας.
Η ενάγουσα τέλος δεν είχε επαρκή χρόνο να απομακρυνθεί από το σημείο, ακόμη και αν δεν εμποδιζόταν σε μια τέτοια κίνηση από το λεωφορείο που είχε μπροστά της. Η ένσταση επομένως συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στον τραυματισμό της (άρθρα 300 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), την οποία προβάλλουν οι εναγόμενοι για να αντικρούσουν την αγωγή εναντίον τους, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο πρώτος αναιρεσείων υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού της αναιρεσίβλητης ως τρίτης παθούσας στο πλαίσιο της αυτοδιακινδύνευσής της κατά την αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού ο οποίος αντί να συνεχίσει την πορεία του λεωφορείου που οδηγούσε ώστε να μετακινηθεί αυτό από τις γραμμές προσπάθησε να ανυψώσει τα δύφρακτα που είχαν κατέβει επάνω στην οροφή του λεωφορείου, παράλληλα δε απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα των οργάνων του ΟΣΕ και για συντρέχουσα συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης παθούσας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η προκύπτουσα υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, και η ανυπαρξία οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης παθούσας στον ένδικο τραυματισμό της.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο και κατά τα δύο μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ειδικότερα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο ανέλεγκτα επί της ουσίας, η υπαίτια πράξη του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού, ο οποίος μολονότι αντιλήφθηκε ότι είχε ενεργοποιηθεί το αυτόματο σύστημα ισόπεδης διάβασης και συνεπώς πλησίαζε αμαξοστοιχία, ακινητοποίησε πλήρως το όχημά του πάνω στις γραμμές και βγήκε απ' αυτό για να σηκώσει χειροκίνητα το ημιδύφρακτο και ν' αποτρέψει έτσι φθορά στον ουρανό του λεωφορείου του, αντί να συνεχίσει οπωσδήποτε την πορεία του για να περάσει τις γραμμές και να μη λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο να υποστεί το αυτοκίνητό του υλική ζημία, η οποία μάλιστα δεν θα ήταν και σημαντική, τελεί (η υπαίτια πράξη) σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της αναιρεσίβλητης από την πρόσκρουση της επερχόμενης αμαξοστοιχίας στο λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός και την εν συνεχεία πτώση του ίδιου λεωφορείου επάνω στην αναιρεσίβλητη, γιατί η προσωρινή στάθμευση του λεωφορείου μέσα στις γραμμές και η μη άμεση μετακίνησή του που ήταν δυνατή χρονικά πριν την έλευση της αμαξοστοιχίας είναι γεγονός καθευατό ικανό και μπορούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή τον τραυματισμό όχι μόνον όσων επέβαιναν στο λεωφορείο, αλλά και όσων βρίσκονταν σε μικρή απόσταση έξω απ' αυτό, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη η οποία κινούμενη από ηθική υποχρέωση, αλλά και νόμιμη από το άρθρο 27 παρ. 1 του ΚΟΚ και εκδήλωση κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους κινδυνεύοντες συνανθρώπους της που επέβαιναν στο λεωφορείο προσπάθησε στο μέτρο των δυνατοτήτων της να συμβάλλει στη μετακίνηση του λεωφορείου πάνω από τις σιδηροτροχιές πριν την έλευση της αμαξοστοιχίας.
Το γεγονός δε ότι από τις παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτει εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός κατά τη χρονική στιγμή που μεσολάβησε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά του της μη έγκαιρης μετακίνησης του λεωφορείου από τις γραμμές πριν την έλευση της αμαξοστοιχίας είχε αντιληφθεί την παρουσία της αναιρεσίβλητης παθούσας πεζής κοντά στο λεωφορείο δεν αναιρεί τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ίδιας αμελούς συμπεριφοράς και του τραυματισμού της αναιρεσίβλητης κατά την προσπάθειά της τής αυτοδιακινδύνευσης, αφού ο πρώτος αναιρεσείων με τις ίδιες παραδοχές ευχερώς μπορούσε να προβλέψει κατά τη συνήθη και ομαλή πορεία των πραγμάτων την πιθανότητα τραυματισμού όχι μόνο όσων επέβαιναν στο λεωφορείο αλλά και οποιονδήποτε τρίτον που θα παρεμβάλλονταν για τη σωτηρία των επιβατών του λεωφορείου που κινδύνευαν.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και του τραυματισμού της αναιρεσίβλητης ως τρίτης αυτοδιακινδυνεύσασας και της ανυπαρξίας οποιουδήποτε βαθμού συνυπαιτιότητας της τελευταίας και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:
α) με το ότι ο αναιρεσείων οδηγός κατά την αμελή συμπεριφορά του δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία της αναιρεσίβλητης και δεν μπορούσε να προβλέψει τον τραυματισμό της, β) με το ότι δεν διευκρινίζεται εάν η παθούσα μπορούσε να προβλέψει την πτώση του λεωφορείου πάνω της και πόσο μέρος του λεωφορείου βρισκόταν πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές, γ) με το ότι δεν διευκρινίζεται η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας και αν η αναιρεσίβλητη ανύψωσε χειροκίνητα το ημιδύφρακτο και δ) εάν τραυματίσθηκε επιβάτης του λεωφορείου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της και την εκτίμηση κατά τον αναιρετικό έλεγχο της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς παραλείψεως του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και του τραυματισμού της αναιρεσίβλητης με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά τα άρθρα 926 εδ. α' και 927 Α.Κ., αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία, ή αν για την ίδια ζημία, ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Επί της εις ολόκληρον ευθύνης περισσοτέρων προσώπων οι παθόντες δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη την ζημία τους, από καθένα εξ αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεσθεί, έναντι των παθόντων, το πταίσμα του τρίτου, όχι ως λόγο άρσεως της δικής του ευθύνης με την έννοια της αποκλειστικής υπαιτιότητας εκείνου αλλά ως λόγο μειώσεως της αποζημιώσεως (ΑΠ 1376/2005).
Οι αναιρεσείοντες, με την έφεσή τους, επανέφεραν στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του Νόμου, απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό τους ότι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι και τρίτο πρόσωπο (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.). Στην προκειμένη όμως περίπτωση η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, μολονότι πράγματι αναφέρει διηγηματικά στην αγωγή της ότι για την αδικοπραξία σε βάρος της ευθύνεται και η Ο.Σ.Ε. Α.Ε., άσκησε την αγωγή της, όπως είχε δικαίωμα, μόνο κατά των συγκεκριμένων συνοφειλετών της (άρθρα 926 εδ. α', 927 και 481 επ. ΑΚ). Με το δεδομένο αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή αν ενέχεται έναντί της σε αποζημίωση και τρίτο πρόσωπο ώστε ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα των οργάνων του Ο.Σ.Ε. δεν ήταν νόμιμος στο πλαίσιο της ένδικης αντιδικίας, το δε Εφετείο που απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (Κ.Πολ.Δ. 495 παρ. 4 εδ. 4) και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), που κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 257/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου με αριθ. 4182808 διπλ. εισπράξεως, τύπου Β στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ