Supreme Court annuls labor contract duration ruling and rejects restitution request under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding the duration of labor contracts and remanded the case for retrial. The appellants argued that the lower court incorrectly classified their employment relationship, while the court found the legal reasoning flawed. Consequently, the court ordered the restitution of the case to a new panel of judges at the Second Instance Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 669 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A labor contract is of fixed term when the duration is explicitly agreed upon or clearly derived from the nature and purpose of the work, terminating automatically upon the occurrence of a certain event or date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2131 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2131/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη και με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., 5) Ψ5, κατοίκου ... και 6) Ψ6, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 922/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1821/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 23-9-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό τής εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, πρωτοποριακές για την εποχή τους, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4 του ν. 2271/1994 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του ν. 2190/1994, καθώς και με τις διατάξεις του άρθρου 27 του . 3185/2003, που αναφέρεται στο "μετασχηματισμό του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας", και η αναιρεσείουσα ( ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ- ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.") αναφορικά με τις προσλήψεις σ' αυτήν προσωπικού.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την πρακτική της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.
γ' της παρ/φου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή "αντισυνταγματικότητα", ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ/φο 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση κατά την οποία αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.
Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.
προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής.
Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου.
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου.
Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων, για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").
Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.
Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".
Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεώς του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων".
Περαιτέρω, στην 94η σκέψη του δέχεται, "ότι όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου".
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση".
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες ,οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός...5.
Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.
α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης ...". Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς, όταν δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια, και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).Περαιτέρω, η απόφαση του ΔΕΚ που εκδόθηκε στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-378, C-379 και C-380 της 23ης Απριλίου 2009, δεν είναι αντίθετη με την προαναφερόμενη από 4-7-2006 απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-212/04.
Τούτο προκύπτει από τις σκέψεις 145 και 196 της πρώτης πιο πάνω απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες αφενός " η συμφωνία- πλαίσιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που διαπιστώνονται καταχρήσεις και, ειδικότερα, δεν επιβάλλει καμιά γενική υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων , αφήνοντας έτσι στα κράτη μέλη ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα αυτό"(145) αφετέρου "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου δεν μπορεί να θεωρηθεί, από άποψη του περιεχομένου της, ως απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής, ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να την επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
Πράγματι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, απόκειται στην εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών να εφαρμόζουν, προς αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στην εν λόγω ρήτρα ή ακόμα και ήδη ισχύοντα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των επιμέρους τομέων και/ή κατηγοριών εργαζομένων.
Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επαρκώς το ελάχιστο όριο προστασίας που θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να διασφαλίζεται δυνάμει της ρήτρας 5 σημείο 1 της συμφωνίας- πλαισίου" (196). Από τη σκέψη 170 της πρώτης πιο πάνω απόφασης προκύπτει, επίσης, ότι η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 θα μπορούσε να χωρήσει μόνο αν ήθελε γίνει σωρευτικά δεκτό από τα εθνικά δικαστήρια ότι α) η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 για το δημόσιο τομέα και δεν είχε ήδη με την, προγενέστερη της κοινοτικής οδηγίας, παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν 2190/94 αποκλειστεί η εφαρμογή της στο δημόσιο τομέα και β) η ως άνω διάταξη επέτρεπε τη μετατροπή των συμβάσεων και ήταν άρα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο".
Αλλά, όπως αναφέρθηκε ήδη, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 2 Ν. 2190/94 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος η πρώτη προϋπόθεση δεν συντρέχει. Ούτε, εξάλλου, η δεύτερη προϋπόθεση είναι βέβαιο ότι συντρέχει, καθόσον η ρύθμιση του π.δ. 164/2004 δεν αντιστρατεύεται στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, αφού σκοπός και του άρθρου αυτού είναι η εξασφάλιση των αποζημιώσεων απολύσεως και όχι η "μονιμότητα".
Όπως αναφέρθηκε η ως άνω κοινοτική οδηγία δεν περιέχει κανόνες απαλλαγμένους αιρέσεων και, συνεπώς, δεν μπορεί να τύχει άμεσης εφαρμογής, ώστε να απαγορεύσει στο νομοθέτη (κοινό και συνταγματικό) τη θέσπιση απόλυτης απαγόρευσης στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και μάλιστα όχι απλώς εκείνων των συμβάσεων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με βάση διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο αεροδρόμιο της Χίου ως εργάτες οι πέντε πρώτοι και ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος ο τελευταίος κατά τα έτη 1988 μέχρι 2004.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες προσεληφθήκαν από την εναγομένη ως έκτακτο προσωπικό με γραπτή σύμβαση ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εποχιακών, πρόσκαιρων και επείγουσας φύσης αναγκών της. Η πρόσληψη διεπόταν από τις διατάξεις του άρθρου 21 ν. 2190/1994, του ν. 2527/1997, του ν. 2602/1998 και συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις του δικαίου.
Με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης αυτή θα λυόταν αυτοδικαίως. Οι μηνιαίες αποδοχές του μισθωτού καθορίζονταν ίσες προς τις ισχύουσες ΣΣΕ, στις οποίες, σύμφωνα με την ειδικότητά του, υπάγεται ο μισθωτός και αναλογικά προς το χρόνο της απασχόλησής του. Η εργοδότρια διατήρησε το διευθυντικό δικαίωμα να καθορίζει τους χρόνο, τρόπο και τόπο, είδος και ωράριο της απασχόλησης του μισθωτού κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό για το έκτακτο προσωπικό και αυτός υποχρεούταν να εκτελεί την εργασία που του ανατίθετο καθώς και τις εντολές της εταιρείας.
Έτσι ο πρώτος ενάγων απασχολήθηκε από 6-5-1994 έως 31-10-1994. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή του έως 31-12-2004. Η δεύτερη ενάγουσα αρχικά απασχολήθηκε από 16-6-1988 έως 31-12-1988. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή της έως 31-12-2004. Η τρίτη ενάγουσα αρχικά απασχολήθηκε από 6-5-1994 έως 31-10-1994. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή της έως 31-12-2004.
Ο τέταρτος ενάγων απασχολήθηκε αρχικά από 6-5-1994 έως 31-10-1994. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή του έως 31-12-2004. Ο πέμπτος ενάγων αρχικά απασχολήθηκε από 10-6-1988 έως 31-10-1988. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή του έως 31-12-2004. Ο έκτος ενάγων αρχικά απασχολήθηκε από 22-5-1989 έως 31-10-1989. Στη συνέχεια ανανεωνόταν συνεχώς η σύμβασή του έως την 1-11-2002.
Η εναγομένη κατάρτιζε για την άσκηση των υπηρεσιών της στο αεροδρόμιο της Χίου τις άνω συμβάσεις εργασίας, το προσλαμβανόμενο δε με τον τρόπο αυτό προσωπικό κάλυπτε τις πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες το αεροδρομίου της ... . Δηλαδή οι ενάγοντες ασκούσανε στις ίδιες συνθήκες απασχόλησης την ίδια εργασία που και οι μόνιμοι υπάλληλοι της εναγομένης ασκούσανε σε άλλο αεροδρόμιο ή τόπο και υπάγονταν στον έλεγχο και τις εντολές των αρμόδιων οργάνων της εναγομένης.
Καθ' όλο το παραπάνω διάστημα των συμβάσεών τους οι ενάγοντες, εργαζόμενοι με τους όρους και τις συνθήκες των μόνιμων υπαλλήλων της εναγομένης, κάλυπταν πλάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες αυτής. Οι ενάγοντες, που απασχολούνταν καθ' όλες τις εποχές του χρόνου, με μικρές διακοπές δυο έως έξι μηνών, εξυπηρετώντας τη λειτουργία του αεροδρομίου της ..., καμία εποχιακή ή πρόσκαιρη ή επείγουσα ανάγκη της αναιρεσείουσας δεν κάλυψαν, ανεξαρτήτως της κίνησης του αεροδρομίου που οπωσδήποτε αυξανόταν κατά την περίοδο του καλοκαιριού και των εορτών.
Όποτε έληξε η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου των εναγόντων, η εναγομένη έπαυσε να δέχεται τις προσήκουσες, όπως και κατά τον προηγούμενο χρόνο, υπηρεσίες τους, λόγω της λήξης του ορισμένου χρόνου των συμβάσεων. Όμως η διαγραφόμενη μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου κατά ορθό νομικό χαρακτηρισμό και προκύπτει από την εκτιθέμενη ως άνω φύση της, πρέπει δε να αναγνωρισθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης αυτής στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης στην Ελλάδα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και την προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2004 διοικητική ενώπιον του ΑΣΕΠ διαδικασία, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους αντιμετωπίζεται βασικά με τη διάταξη 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος ως ισοδύναμο νομοθετικό μέσο.
Από το γεγονός ότι ο κανονισμός προσωπικού της εναγομένης, που έχει ισχύ νόμου, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν μπορούν να μετατραπούν σε αόριστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης που δεν είναι μετατροπή αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία.
Η συμπεριφορά της εναγομένης, ακολούθως, που αρνήθηκε τις υπηρεσίες των εναγόντων, αποτελεί καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, εφόσον έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις της εργατικής νομοθεσίας για έγγραφο τύπο και καταβολή αποζημίωσης, η οποία ( καταγγελία ) είναι άκυρη. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση, με το να δεχθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και ότι η εκ μέρους της εναγομένης παύση της αποδοχής της εργασίας των εναγόντων αποτελεί καταγγελία άκυρη, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και αφού αντικατέστησε την κάπως διαφοροποιημένη σχετική αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας και την έφεση αυτής κατ' ουσία.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 3 το Συντάγματος, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τους, και εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις τους.
Και αυτό γιατί, κατά τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και εργάζονταν δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των τελευταίων προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος, με βάση τις οποίες απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα, μεταγενέστερος και διάδοχος εργοδότης (κατά το π.δ. 178/2002) υπαγόταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αναφορικά με τις προσλήψεις σ' αυτήν προσωπικού ( άρθρα 1 περ.
η' και 4 παρ.4 του ν.2271/1994,18 ν. 2190/1994). Επομένως, και υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εργοδοτών τους ( της αρχικής εργοδότριάς τους και τελικά της ίδιας της αναιρεσείουσας), δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή εδώ οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 3 το Συντάγματος, ακριβώς διότι η μετατροπή των συμβάσεών τους σε τέτοιες αόριστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του ν. 2190/1994 και, περαιτέρω, στις προαναφερόμενες διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς απαγορεύεται η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αόριστου χρόνου, ενώ παρόμοια απαγόρευση ισχύει και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.
Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση.
Εξάλλου, στην περίπτωση που αντικείμενο της διαφοράς είναι η διάπλαση μιας έννομης σχέσης των διαδίκων, όπως τούτο συμβαίνει, όταν επέρχεται ουσιαστική αλλοίωση της νομικής κατάστασης ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ. μεταβολή της μέσω της δικαστικής απόφασης), τότε η προβλεπόμενη από το άνω άρθρο ρύθμιση είναι περιττή, αφού και αν δεν διαταχθεί η επαναφορά, η διάπλαση που είχε γίνει, ανατρέπεται αυτοδικαίως με μόνη την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης διαπλαστικής απόφασης.
Επομένως, η υποβαλλόμενη με τις από 20-10-2008 προτάσεις της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν πριν τη συζήτηση, αίτηση να διαταχθεί με την αναιρετική απόφαση η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή πριν την εκούσια εκτέλεση της πρωτοβάθμιας απόφασης για τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία (απόφαση) αναγνώρισε ότι ο ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλλει σ' αυτούς τις αντίστοιχες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, εφόσον με την παρούσα αναιρετική απόφαση η ως αν μεταβολή στην έννομη σχέση των διαδίκων ανατρέπεται αυτοδικαίως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1821/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ