2131/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2131/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ. (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2131 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2131/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδαμάντιο Αρετάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευφροσύνη Μπερνικόλα Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, όπως κατά το άρθρο 2 ν.2971/2001 "Αιγιαλός και παραλία και άλλες διατάξεις" είναι και ο αιγιαλός και η παραλία, βεβαιώνεται με πρωτόκολλο αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Η αποζημίωση ορίζεται, κατά κρίση αγαθού ανδρός, με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εκείνος εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το πρωτόκολλο αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ΄αυτόν του πρωτοκόλλου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Όπως ήδη έχει κριθεί από το ΑΕΔ (ΑΕΔ 6/1989), η διαφορά η οποία δημιουργείται από την επιβολή της αποζημίωσης βάσει των ανωτέρω διατάξεων, με πρωτόκολλο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 1 εδάφ. γ' του β.δ. 619/1965 εκδίδεται από τον αρμόδιο Οικονομικό ΄Εφορο και ήδη, μετά την ισχύ του π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, φέρει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς και έτσι η εκδίκαση της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Αρμοδιότητα, εξάλλου, για την εκδίκαση της κατά του πρωτοκόλλου ανακοπής έχει, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, αντί του Προέδρου Πρωτοδικών, το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά, σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της, και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.
Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ. (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝ.
ΚΠολΔ (ολ.ΑΠ 21-22/2002 και 38/2002).Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο, συνίσταται στην ωφέλεια που αυτός αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 ν.1539/38, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ.2 ΑΝ 263/68 με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών" προκύπτει ότι η καθοριζομένη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου του αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, γενεσιουργό αιτία έχει την αδικοπραξία, υπό την έννοια των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου Επομένως αν περισσότεροι, με κοινή πράξη ή με σύγχρονη ή διαδοχική ενέργειά τους χρησιμοποιούν κατά τον αυτό χρόνο, χωρίς συμβατική σχέση, την ίδια έκταση αιγιαλού ή παραλίας, είτε ως συναυτουργοί, είτε όταν περισσότεροι ενήργησαν συγχρόνως χωρίς να είναι δυνατό να εξακριβωθεί ειδικότερα ποίου εξ αυτών η πράξη επέφερε τη ζημία του Δημοσίου με αντίστοιχη ωφέλεια του αυθαιρέτως χρησιμοποιούντος το δημόσιο κτήμα, αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρο ο καθένας έναντι του Δημοσίου, για την καταβολή της καθοριζομένης, σύμφωνα με το άρθρο 115 του από 11/12.11.29 διατάγματος αποζημίωσης, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι το σχετικό πρωτόκολλο αποζημίωσης εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο του Δημοσίου εις βάρος όλων αυτών ως αυθαιρέτως χρησιμοποιούντων από κοινού κτήμα του Δημοσίου χωρίς συμβατική σχέση.
Εξ άλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ανακοπής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 παρ. 1,566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αν η αγωγή, ένσταση κλπ κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με την εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτούν για την εφαρμογή τους οι ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998) Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, που δίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείο, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας κατά εκδοθέντος εις βάρος της πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την αντίθετη έφεση του αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας), αφού δε εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε την ανακοπή, απέρριψε αυτή και επικύρωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, δεχόμενο το Εφετείο, ότι αποδείχτηκαν τα εξής:
΄Ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου του έτους 2002, αυθαιρέτως και χωρίς δικαίωμα, κατέλαβε τμήμα του αιγιαλού και παραλίας στην περιοχή ........ του Δήμου Φοίνικα Ρεθύμνου, που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού εμβαδού 1.908,68 τ.μ. καθώς και παρακείμενο εδαφικό τμήμα κατά μήκος του ποταμού εμβαδού 508,68 τ.μ.
και έκανε αυθαίρετη χρήση αυτών, αναπτύσσοντας ομπρέλες και καθίσματα και λειτουργώντας επιχείρηση μισθώσεως θαλασσίων ποδηλάτων, για την εξυπηρέτηση των λουομένων στην περιοχή αυτή. Ότι την καταληφθείσα έκταση της παραλίας των 1.908,68 τ.μ., συνεκμεταλλεύονταν η αναιρεσείουσα από κοινού με τον Β1, την δε έκταση των 508,68 τ.μ. (στον ποταμό) συνεκμεταλλεύονταν η αναιρεσείουσα από κοινού με τους Β1, Β2 και Β3, ενιαία με τους λοιπούς και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ των προαναφερομένων συνεκμεταλλευτών, αυτοί ρύθμιζαν τον τρόπο χρήσεως της όλης έκτασης που είχε καταληφθεί.
΄Ότι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας) περί μη συνδρομής εις ολόκληρο ευθύνης της με τους λοιπούς ως άνω συνεκεταλλευτές της καταληφθείσας έκτασης, διότι καθένας εξ αυτών εκμεταλλεύονταν χωριστό τμήμα, δεν επιδρά στην εγκυρότητα του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου και δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ανακοπής, αλλά αφορά αποκλειστικά τις μεταξύ των ανωτέρω σχέσεις, εφόσον δε η αξίωση του Δημοσίου έχει βάση τόσο τον αδικαιολόγητο πλουτισμό όσο και την αδικοπραξία ο καθένας από τους ιδιώτες που έκαναν αυθαίρετη χρήση της έκτασης, είναι υπόχρεως αποζημίωσης έναντι του Δημοσίου κατ' άρθρον 926 ΑΚ αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τους λοιπούς.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926,480 και 481 ΑΚ, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της από κοινού χρήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα, με τους άνω αναφερομένους της παραπάνω εκτάσεως του αιγιαλού.
Ειδικότερα το Εφετείο επικύρωσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, δεχόμενο ότι η ήδη αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε αυθαίρετα, χωρίς οποιαδήποτε συμβατική σχέση από κοινού μεν με Β1 την έκταση των 1.908,68 τ.μ. από κοινού δε με τους Β1, Β2 και Β3 την έκταση των 508,68 τ.μ. και με ιδιαίτερες μεταξύ τους συμφωνίες καθόριζαν τον τρόπο χρήσεως των εκτάσεων αυτών.
Επομένως ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του , με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβάσεων από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις, α) ότι με το να απορρίψει την ανακοπή της παραβίασε ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926,480 και 481 ΑΚ, αρκούμενο για την κατάφαση της εις ολόκληρο υποχρεώσεως της προς καταβολή της καθορισθείσης με το πρωτόκολλο αποζημίωσης, σε στοιχεία λιγότερα εκείνων που απαιτούνται για την εφαρμογή τους και ειδικότερα της από κοινού με τους λοιπούς χρήση και κάρπωση, χωρίς οποιαδήποτε συμβατική σχέση, των άνω εκτάσεων και β)ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της από κοινού χρήσης των εκτάσεων αυτών, απέρριψε την ανακοπή της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο σαφώς δέχεται ότι αποδείχτηκε η από κοινού χρήση και κάρπωση των άνω εκτάσεων του αιγιαλού από την ήδη αναιρεσείουσα και τους προαναφερόμενους, δεν συνιστά δε αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι από κοινού καταλαβόντες και χρησιμοποιούντες τις καταληφθείσες εκτάσεις, με ιδιαίτερες μεταξύ τους συμφωνίες ρύθμιζαν κατά τη κρίση τους τον τρόπο χρήσεως αυτών.
Ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι αυτό δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι αυτή χρησιμοποιούσε μόνη της τμήμα του αιγιαλού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατέλαβε και χρησιμοποιούσε από κοινού, κατά τις άνω διακρίσεις τις δύο εκτάσεις των 1.908,68 και 508.68 τ.μ.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης αποδεικτικού εγγράφου με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση αυτού είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου του, και έτσι αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει, ακολούθως δεν στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απλώς εξετίμησε το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως ακριβώς έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση του(ολ.ΑΠ 1/1999) Δεν αποτελούν δε έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εκείνα στα ποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, τα πρακτικά και οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κλπ(ΑΠ 796/06) Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο α)το φερόμενο ως παραμορφωθέν αποδεικτικό έγγραφο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα αυτού β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, όπως αποτυπώνεται σ' αυτό γ) το γενόμενο δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση μετά παραμόρφωση περιεχόμενο του που είναι διαφορετικό του αληθινού δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο ε) ο νόμιμος τρόπος που το έγγραφο τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας, είτε δηλαδή με την επίκληση του και την προσκόμιση με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με την αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεων προγενέστερης συζήτησης, στις οποίες γίνεται επίκληση του εγγράφου Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ......
έκθεσης ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ρεθύμνης (2ος λόγος) καθώς και το περιεχόμενο του με αριθμό ........ σήματος του Λ/Σ Αγίας Γαλήνης (3ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι για τους εξής λόγους α)το περιεχόμενο του πρώτου των προαναφερομένων εγγράφων η αναιρεσείουσα εκθέτει στο αναιρετήριο αποσπασματικά, από ορισμένα δε σημεία του περιεχομένου του, και δη εκ του ότι αναφέρεται σ'αυτή ότι ένας έκαστος εκμεταλλεύονταν 5 θαλάσσια ποδήλατα, συνάγεται κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ότι ένας έκαστος των φερομένων ως χρησιμοποιούντες από κοινού τον αιγιαλό, εκμεταλλεύονταν χωριστή έκταση αυτού β) το δεύτερο έγγραφο δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, διότι όπως από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει, το οποίο εκτίθεται στο αναιρετήριο, αυτό αποτελεί σηματική αναφορά του Λ/Σ Αγίας Γαλήνης προς την Κτηματική Υπηρεσία Ρεθύμνης με την οποία ενημερώνεται η τελευταία για το σχηματισμό δικογραφίας (καταθέσεις μαρτύρων και απολογίες κατηγορουμένων) που διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου, προκειμένου να διαπιστωθεί η τέλεση ποινικών αδικημάτων από τους χρησιμοποιούντες τον αιγιαλό με την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων και θαλασσίων ποδηλάτων προς ενοικίαση και να ασκηθεί κατ'αυτών ποινική δίωξη.
ΙΙΙ. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη παρά το νόμο από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν κατά νόμο αγωγή, ανταγωγή, ανακοπή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και αρνητικοί ισχυρισμοί ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα Στην προκειμένη περίπτωση με τους 5° και 6° λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του α)την από ......
ένορκη εξέταση του ..........., β) το υπ' αριθμ.......... έγγραφο της ........ προς τον διευθυντή της 13ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων γ) τα υπ' αριθμ. 86/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης που δίκασε ανακοπή των Β1, Β2 και Β3, και στα οποία πρακτικά περιέχεται η κατάθεση του τότε εξετασθέντος μάρτυρα ........ (4ος λόγος), ούτε επίσης έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. ......
και ...... πρωτόκολλα αποζημίωσης που εκδόθηκαν εις βάρος του συζύγου της για αυθαίρετη χρήση αιγιαλού στην ίδια θέση ........(5ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.
Οι ίδιοι αυτοί λόγοι ως λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στην αίτηση της προς απόδειξη ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της προσεκόμισε τα παραπάνω έγγραφα, ούτε επίσης εκθέτει τον τρόπο νόμιμης επαναφοράς του ισχυρισμού της στο εφετείο.
IV. Από το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται για όλους του λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα και με το οποίο ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1334/05).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ή επαναφέρθηκε στο εφετείο, διότι δεν αρκεί μόνο η προβολή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά απαιτείται και νόμιμη επαναφορά του στο δευτεροβάθμιο, εφόσον η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 539/03).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 6° λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι με το να μη εφαρμόσει την από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος θεσπιζόμενη αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει και στα δικαιοδοτικά όργανα, όπως κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, λαμβάνουν υπόψη τους την εκατέρωθεν αντιστοιχία μεταξύ χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε ούτε επίσης να εφαρμόσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 πλημμέλειες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στην αίτηση της ποίο ισχυρισμό προέβαλε και τον νόμιμο τρόπο επαναφοράς του στο εφετείο, επί του οποίου αυτό δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το Εφετείο τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν 3693/57 και την Υ.Α. 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26. 052006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 550/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ διακόσια ενενήντα τρία (293).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ