Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding future uncertain interests and lack of legal standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's auction decision. The appellant argued that the court erred in setting the first bid price, claiming a future tax authority decision and potential higher bid would constitute a legal interest. The court rejected this because the interest was uncertain and future-oriented, and the appeal would only modify the price without changing the sale outcome. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573 § 1 and 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the alleged legal interest concerns a future and uncertain event, or when the appeal would not alter the substantive result of the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2130 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2130/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαμαρτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ως πρώτου εκτελεστή της από 21-7-2009 ιδιόγραφης διαθήκης της Π. Μ., 2) Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., ως δεύτερης εκτελεστού της ως άνω διαθήκης, 3) M. D. του Z., κατοίκου ... και 4) Υπουργού Οικονομικών, ως νομίμου εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου και υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπόμενων περιουσιών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Ο 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2012 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-1-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9-5-2013 (διά των προτάσεών του) πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 7200/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 7-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 25-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 140/2014 αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 7200/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντα, υπ' αριθμ. 11262/14.4.2014, 11688/4.7.2014 και 11676/2.7.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Ι. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο (άρθρ. 573 § 1 ίδιου Κώδικα), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ.- H έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, ήτοι του αναφερομένου στο δικόγραφο της αγωγής και όχι αυτού στον οποίο απλώς επιδόθηκε το δικόγραφό της, δεν προσαρμόζεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή, κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρ. 748 § 3 Κ.Πολ.Δ.), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρ. 752 Κ.Πολ.Δ.) και δ) με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 753 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 41/2003).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.
παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Θ. Ρ. και Ν. Γ., αντίστοιχα, ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους ως εκτελεστών της από 21.7.2009 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας στις 17.8.2009 Π. Μ., είχαν υποβάλλει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 9.10.2012 και με αριθμό Β.Α.Β. 670/2012 αίτηση, με την οποία ιστορούσαν ότι με την προαναφερόμενη διαθήκη η ανωτέρω διαθέτης εξέφρασε την βούληση να πωληθεί το ευρισκόμενο στο Περιστέρι Αττικής και επί των οδών … και …, αριθμ. 2, ευρισκόμενο ακίνητό της και το τίμημα να διατεθεί για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Ότι, ειδικότερα, με την ως άνω διαθήκη οριζόταν να πωληθεί το εν λόγω ακίνητο στον ήδη αναιρεσείοντα Π. Π., που ήταν μισθωτής του ακινήτου, και από το τίμημα πώλησης να δοθεί ποσό 30.000 ευρώ στην ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων Μ. D. του Z. και το υπόλοιπο ποσό να διατεθεί ελεύθερα από τους εκτελεστές για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Ότι η βούληση της διαθέτιδος στα πλαίσια του ταχθέντος από αυτήν κοινωφελούς σκοπού δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί και τούτο διότι ο αναιρεσείων Π. Π. δεν μπορούσε, για οικονομικούς λόγους, να προβεί στην αγορά του ακινήτου με τίμημα ίσο με αυτό της εμπορικής του αξίας, που ανερχόταν στο ποσό των 550.000 ευρώ, και ότι ο σκοπός της διαθέτιδος μπορούσε να ικανοποιηθεί καθ' ολοκληρία με την δια δημοσίου πλειστηριασμού εκποίηση του εν λόγω ακινήτου.
Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν, κατά τα ενδιαφέροντα στην προκειμένη περίπτωση αιτήματά της, κυρίως μεν να βεβαιωθεί ότι για τον προαναφερόμενο λόγο η κατά τα άνω θέληση της διαθέτιδος δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί καθ' όλο το περιεχόμενό της και ότι μπορούσε να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την δια δημοσίου πλειστηριασμού εκποίηση του ακινήτου, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 550.000 ευρώ, επικουρικά δε και για την περίπτωση έλλειψης πλειοδότη (ζήτησαν) να επιτραπεί η εκμίσθωση του ακινήτου στον ήδη μισθωτή - αναιρεσείοντα Π.
Π. και σε περίπτωση που αυτός δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της μίσθωσης, σε άλλο μισθωτή, με τιμή εκκίνησης της μίσθωσης το ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, στην ανοιγείσα με την ανωτέρω αίτηση δίκη, παρενέβη κυρίως ο ήδη αναιρεσείων, ο οποίος, επικαλούμενος με την από 30.1.2013 παρέμβασή του, έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι στην κατά τα άνω διαθήκη περιέχεται όρος να πωληθεί το επίμαχο ακίνητο στον ίδιο και το τίμημα από την πώληση να διατεθεί για φιλανθρωπικούς σκοπούς, και ισχυριζόμενος κυρίως ότι η εμπορική αξία του επιμάχου ακινήτου ανέρχεται σε 400.000 ευρώ και ότι δύναται ο ίδιος να το αγοράσει με τμηματική εξόφληση του τιμήματος, καταβάλλοντας ποσό 40.000 ευρώ ετησίως, και επικουρικώς ότι δύναται να το μισθώσει με μηνιαίο μίσθωμα 1.800 ευρώ, ζήτησε κυρίως μεν την απόρριψη της αίτησης, με την βεβαίωση εκ μέρους του δικαστηρίου ότι η θέληση της διαθέτιδος μπορεί να εκπληρωθεί με την κατά τα άνω πώληση σ' αυτόν του επιμάχου ακινήτου και επικουρικώς την εκμίσθωση του ακινήτου στον ίδιο με μηνιαίο μίσθωμα 1.800 ευρώ.
Τέλος, στην κατά τα άνω ανοιγείσα δίκη, η οποία αφορά περιουσία καταληφθείσα και υπέρ κοινωφελούς σκοπού, παρενέβη, κατ' άρθρο 126 § 1 του Α.Ν. 2039/1939, ο Υπουργός Οικονομικών, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος, με την περιεχόμενη στις από 9.5.2013 προτάσεις του αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 1485/ 2006, ΑΠ 545/2003), επικαλούμενος ότι για την εκποίηση ή την εκμίσθωση του κληρονομιαίου ακινήτου απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τα άρθρα 71 και 72 του Α.Ν. 2039/1939, σε συνδυασμό με το Β.Δ.
της 30.11/4.12.1939 και το άρθρο 3 του Ν. 455/1976, ζήτησε κυρίως μεν την απόρριψη της αίτησης και της κύριας παρέμβασης, περί εκποίησης ή εκμίσθωσης του ακινήτου χωρίς τις διατυπώσεις των προαναφερομένων νόμων, επικουρικά δε όπως γίνουν δεκτές αυτές με την τήρηση των προβλεπομένων από τις ως άνω διατάξεις διατυπώσεων.
Επί των ως άνω αίτησης και παρεμβάσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθμ. 7200/2013 απόφαση με την οποία α) έγινε δεκτή η αίτηση κατά την κύρια βάση της, ήτοι κρίθηκε ότι ο προαναφερόμενος σκοπός της διαθέτιδος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με την πώληση του ακινήτου στον Π.
Π. και ότι μπορεί αυτός να πραγματοποιηθεί πληρέστερα με την εκποίηση του ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939 και του Β.Δ. 30.11/4.12.1939, και επετράπη στους εκτελεστές της διαθήκης να προβούν στην κατά τα άνω εκποίηση του ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερομένων Α.Ν.
και Β.Δ/τος, β) έγινε δεκτή η (αυτοτελής) πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών και γ) απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του Π. Π.. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς κυρίως παρεμβάς με την ένδικη αίτηση, την οποία στρέφει τόσο κατά των προαναφερομένων αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων όσο και κατά της ως άνω Μ.
D. του Z. - νυν τρίτης των αναιρεσιβλήτων και του παρεμβάντος και ήδη τετάρτου εξ αυτών Ελληνικού Δημοσίου. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκείται κατά των ως άνω πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν καταστεί διάδικοι στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, όχι όμως και καθόσον στρέφεται κατά της άνω τετιμημένης στη διαθήκη Μ.
D. του Z. και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων και τούτο διότι αυτή δεν είχε καταστεί διάδικος κατά την δίκη εκείνη, καθ' οιονδήποτε των προαναφερομένων νομίμων τρόπων.
Συνεπώς ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατόπιν τούτων ο διατυπούμενος με αυτή μοναδικός λόγος της πρέπει να ερευνηθεί κατά τα παρακάτω γι' αυτόν ειδικότερον εκτιθέμενα, έναντι των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους κρίθηκε ότι παραδεκτά ασκείται.-
ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 70 και 71 του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", η πρώτη των οποίων αναφέρεται στην εκποίηση κινητών και η δεύτερη ακινήτων, προς εκείνες του άρθρου 29 του κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερόμενου Α.Ν.
εκδοθέντος Β.Δ. της 30.11/4.12.1939 "περί του τρόπου εκποιήσεως κινητών και ακινήτων και εκμισθώσεως ακινήτων καταλειπομένων κατά κληρονομίαν, κληροδοσίαν ή δωρεάν εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών ως και των ανηκόντων εις κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίας", οι οποίες ως ειδικότερες των περί διανομής διατάξεων του ΑΚ και Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση εκποίησης ακινήτου, το οποίο αποτελεί κοινωφελή περιουσία ή ανήκει σε κοινωφελές ίδρυμα (ΑΠ 446/1998), και προς εκείνες των άρθρων 1, 2 και 3 του κατ' επιταγή του άρθρου 109 του Συντάγματος εκδοθέντος Ν. 455/1976 "περί επωφελεστέρας αξιοποιήσεως ή διαθέσεως των υπέρ κοινωφελούς σκοπού καταλειφθέντων ή δωρηθέντων περιουσιακών στοιχείων, κατά το άρθρον 109 § 2 του Συντάγματος", συνάγεται ότι προκειμένου περί εκποίησης ακινήτου, που έχει καταλειφθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού, εφαρμογή έχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939 και του κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος Β.Δ/τος της 30.11/4.12.1939 και τούτο διότι με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται διαδικασία διασφάλισης μεγαλυτέρων εγγυήσεων και επίτευξης υψηλότερου τιμήματος, αφού, από αυτές προκύπτει ότι ως τιμή εκκίνησης τίθεται η αγοραία αξία του ακινήτου, που καθορίζεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., τα δε πρακτικά της δημοπρασίας εγκρίνονται από τον Υπουργό των Οικονομικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, κατά τα άρθρα 68, 73 και 556 § 1 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη αυτή από τα στοιχεία της δικογραφίας. Το έννομο συμφέρον του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε για την άσκηση αναίρεσης πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης.
Πρέπει ακόμη το έννομο συμφέρον να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 85/2010).- Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικά με την ένδικη αίτηση και την κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, σχετικά με τον τρόπο εκποίησης του καταλειφθέντος υπέρ κοινωφελούς σκοπού ακινήτου: "Με την από 21.7.2009 ιδιόγραφη διαθήκη της Π.
Μ. που απεβίωσε στις 17.8.2009, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 25.11.2009 με το με αριθμ. 623/25.11. 2009 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η διαθέτης όρισε εκτελεστές της διαθήκης αυτής τους αιτούντες Θ. Ρ. και Ν. Γ.. Περαιτέρω όρισε ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας της που βρίσκεται επί των οδών ... 2 στο Περιστέρι Αττικής, να πουληθεί μετά τον θάνατό της στον Π.
Π. του Κ. ο οποίος είναι ήδη μισθωτής του εν λόγω ακινήτου και από το τίμημα της πώλησης να δοθεί το ποσό των 30.000 ευρώ στην Μ.Α D. και τα υπόλοιπα χρήματα να διατεθούν για φιλανθρωπικούς σκοπούς και ανέθεσε τον προσδιορισμό των φιλανθρωπικών σκοπών ελεύθερα στους εκτελεστές της διαθήκης. Ο κυρίως παρεμβαίνων Π.
Π. γνωρίστηκε με την διαθέτιδα στο πλαίσιο συνεργασίας του με τον αρχικό μισθωτή του ακινήτου που μνημονεύεται στη παραπάνω διαθήκη και από το έτος 2008 δυνάμει του από 1-6-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, μισθώνει ο ίδιος το ακίνητο ως επαγγελματική στέγη και το χρησιμοποιεί ως αναψυκτήριο-μεζεδοπωλείο.
Από την άνοιξη του 2009 και μέχρι το θάνατο της Π. Μ. διαπραγματευόταν με την τελευταία την αγορά του ακινήτου. Η Π. Μ. συμπεριέλαβε στην παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκης της τον όρο να πωληθεί τούτο στον Π. Π. και το τίμημα να διατεθεί για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Στη συνέχεια και μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω διαθήκης της Π.
Μ., οι εκτελεστές αυτής - αιτούντες άρχισαν να διαπραγματεύονται την πώληση του ακινήτου προς τον κυρίως παρεμβαίνοντα, προς εκτέλεση της διάταξης της διαθήκης. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν κατέληξαν σε σύναψη σύμβασης πώλησης διότι ο Π. Π. (κυρίως παρεμβαίνων) αδυνατούσε να καταβάλλει εφάπαξ το συνολικό ποσό του τιμήματος της πώλησης ενόψει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που ανέρχεται σε 750.000 ευρώ όπως ομολογεί και ο ίδιος ο κυρίως παρεμβαίνων.
Ο Π. Π. με την κύρια παρέμβασή του ισχυρίζεται ότι η εμπορική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 400.000 ευρώ και ότι ο ίδιος έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό αυτό όχι εφάπαξ αλλά σε ετήσιες δόσεις των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελείται από ένα οικόπεδο έκτασης 374,13 τ.μ. με το επ' αυτού ευρισκόμενο ισόγειο κτίσμα συνολικού εμβαδού 300 τ.μ.
από τα οποία τα 159,45 τ.μ. είναι νόμιμα δομημένα ενώ το υπόλοιπο κτίσμα είναι αυθαίρετο. Το κτίσμα αυτό κατασκευάστηκε το έτος 1955 με τοιχοποιία και λιθοδομή και το αυθαίρετο τμήμα του αποτελείται από πρόχειρες κατασκευές από ξύλο, τζαμαρίες και γυψοσανίδες που κατασκευάστηκαν σε διαφορετικούς χρόνους από τους εκάστοτε μισθωτές του.
Αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα της διαθέτιδος με το με αρ. .../30-12-1985 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Δημόπουλου και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Περιστερίου στον τόμο … και με αρ. 68. Βρίσκεται δε αυτό στη Μπουρνάζι στο Περιστέρι Αττικής εντός του … οικοδομικού τετραγώνου επί της συμβολής των οδών ...
αρ. 2. Η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 750.000 ευρώ και η εμπορική του αξία ανέρχεται περίπου σε 550.000 ευρώ. Περαιτέρω οι εκτελεστές της διαθήκης, αποφασίζοντας ελεύθερα κατά τον ανωτέρω ρητό όρο της διαθήκης, περί του τρόπου διάθεσης του τιμήματος της πώλησης του ακινήτου, πρόκειται να διαθέσουν (μετά την αφαίρεση των 30.000 ευρώ που θα καταβληθούν στην ΜΑΙΑ DZNELADZE ) ισομερώς α) στην οργάνωση με την επωνυμία "ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ" για την ενίσχυση του προγράμματος "ΙΑΤΡΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΜΗΤΕΡΑΣ - ΠΑΙΔΙΟΥ", β) στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) που εδρεύει στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών και γ) στο Γραφείο Κληροδοτημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικότερα στο Τμήμα Ιατρικής Σχολής, με στόχο την διετή οικονομική ενίσχυση ενός απόρου μεταπτυχιακού φοιτητή (υποτροφία) στο Διετές Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών με τίτλο "Διεθνής Ιατρική και Διαχείριση Κρίσεων Υγείας", όπως ρητά δηλώνουν στην υπό κρίση αίτησή τους.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι δεν είναι δυνατή η εκποίηση του ακινήτου με πώληση στον Π. Π., διότι το τίμημα που προτείνει ο ίδιος (400.000 ευρώ) να καταβάλλει είναι μικρότερο της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ο προτεινόμενος δε από αυτόν τρόπος καταβολής του τιμήματος ήτοι 40.000 ευρώ ετησίως και εξόφληση σε δέκα έτη, καθιστά επισφαλή την αποπληρωμή του τιμήματος και δυσχερή την πραγματοποίηση του φιλανθρωπικού σκοπού για τον οποίο η διαθέτης κατέλειπε το εν λόγω ακίνητο.
Με κανένα δε τρόπο δεν καθίσταται βεβαία και ασφαλής η κατ' έτος καταβολή των 40.000 ευρώ ούτε τελικώς η ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος. Εξάλλου για να πραγματοποιηθούν οι προπεριγραφόμενοι φιλανθρωπικοί σκοποί πρέπει να έχει συγκεντρωθεί εξ αρχής το χρηματικό ποσό το οποίο θα διατεθεί, προκειμένου να λάβει χώρα ανάλογη διάθεση σε κάθε φιλανθρωπική δραστηριότητα και να υπάρχει η βεβαιότητα της καταβολής του χρηματικού ποσού χωρίς να εξαρτάται αυτή από την οικονομική κατάσταση του αγοραστή (σε περίπτωση τμηματικής καταβολής).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η θέληση της διαθέτιδος να χρησιμοποιηθεί το τίμημα της πώλησης του ακινήτου για φιλανθρωπικούς σκοπούς με τη πώληση αυτού στον Π. Π. είναι ανέφικτη. Ο ανωτέρω σκοπός της διαθέτιδος, να διατεθούν δηλαδή τα χρήματα από τη πώληση του ακινήτου για φιλανθρωπικούς σκοπούς, είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή του τρόπου της πώλησης δηλαδή με την εκποίηση αυτού με δημόσιο πλειστηριασμό κατά τις διατάξεις του ν. 2039/1939 και του β.δ. 30.11/4-12-1939, με αρχική τιμή πρώτης προσφοράς αυτής των πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων (550.000) ευρώ που αντιστοιχεί στην εμπορική του αξία.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν το τρίτο και το τέταρτο αίτημα αυτής και κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή κατά την κύρια βάση αυτής ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών και να απορριφθεί η κύρια παρέμβαση του Π.
Π. ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ανελέγκτως δέχθηκε ότι ο σκοπός της διαθέτιδος είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί πληρέστερα με την εκποίηση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού, ο οποίος πρέπει να διεξαχθεί κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939 και του Β.Δ/τος της 30.11/4.12.1939 και το οποίο όρισε τιμή πρώτης προσφοράς εκείνη των 550.000 ευρώ, που έκρινε ότι αντιστοιχεί στην εμπορική του αξία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των ως άνω Α.Ν.
και Β.Δ/τος, ο δε εκ περισσού υπ' αυτού (Εφετείου), ή έστω και άνευ δικαιώματος, καθορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς στο παραπάνω ποσό των 550.000 ευρώ, που κρίθηκε ότι αντιστοιχεί στην εμπορική του αξία, δεν παρέχει στον κυρίως παρεμβάντα και ήδη αναιρεσείοντα δικαίωμα άσκησης αναίρεσης, τείνουσας να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), υπό την επίκληση εννόμου συμφέροντος συνισταμένου στο ότι "η υπό της αρμοδίας Δ.Ο.Υ.
προσδιοριζομένη εμπορική αξία του ακινήτου θα ήταν (κατά την άποψη του αναιρεσείοντα) σαφώς πολύ κατώτερη της υπό του Δικαστηρίου προσδιορισθείσας (εξωπραγματικής, υπό τα σημερινά δραματικά δεδομένα της αγοράς ακινήτων στη Χώρα), ώστε να μπορούσε να επιτευχθεί η υπ' εμού αγορά στην τιμή εκείνη και η, κατά τον τρόπο αυτόν, πληρέστερη εξυπηρέτηση της εκπεφρασθείσας θέλησης της διαθέτιδος".
Τούτο δε διότι το επικαλούμενο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος αναφέρεται σε γεγονός μέλλον και αβέβαιο (καθορισμός από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. τιμής εκκίνησης του πλειστηριασμού κατώτερης της ως άνω ορισθείσας από το Εφετείο και δυνατότητα πλειοδοσίας εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος) και δεν υφίσταται ούτε κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης ούτε κατά το χρόνο συζήτησης αυτής.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του προαναφερόμενου εννόμου συμφέροντος, προσάπτεται στο Εφετείο η τείνουσα να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη σε άνευ δικαιώματος εκ μέρους του Εφετείου καθορισμό τιμής πρώτης προσφοράς, κατά παράβαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Α.Ν. 2039/1939 και του Β.Δ/τος της 30.11/4.12.1939, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και τούτο διότι τυχόν αποδοχή του και αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν θα οδηγούσε σε αποδοχή της κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος και πώλησης του ακινήτου σε αυτόν, αλλά μόνον σε τροποποίηση της απόφασης του Εφετείου, η οποία θα ελάμβανε χώρα με την απάλειψη και μόνο της διάταξης της απόφασης για τον καθορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς για την εκποίηση του ακινήτου.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει:
α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και για το οποίο κατατέθηκαν τα με αριθμούς 1332480 και 2855337, σειρά Α, παράβολα του Δημοσίου, ποσού 100 και 20 ευρώ, αντίστοιχα, και τα με αριθμούς 074164, 074165 και 074166, σειρά Α', παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., ποσού 60 ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις μοναδικού παρισταμένου εκ των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένων κατ' άρθρο 22 § 1 του έχοντος αμφιμερή ισχύ Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, κατά τις εις το σκεπτικό διακρίσεις, την από 25.2.2014 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. 7200/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1332480 και 2855337, σειρά Α, παράβολα του Δημοσίου, ποσού 100 και 20 ευρώ, αντίστοιχα, και τα με αριθμούς 074164, 074165 και 074166, σειρά Α', παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ., ποσού 60 ευρώ έκαστο.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ