Legislator Case Law & Legislation
212/2025 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague claim regarding lost future support amount.

Case Number 212/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second-instance court's decision to reject a specific claim for lost future support as inadmissible. The appellants argued they lost the right to receive 380 euros monthly from their deceased daughter's son for 25 years, totaling 114,000 euros. The court ruled the claim inadmissible because the applicants failed to specify the exact calculation method or evidence for the monthly amount, rendering the request vague under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 288, 573(1) and 576(3) of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: A claim for lost future support is inadmissible if the applicant fails to specify the calculation basis and the exact monthly amount required to meet their living expenses.

Keywords

AI generated
inadmissible claim vague request lost future support calculation basis civil procedure law living expenses appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 288, 573(1) and 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1846 of the Civil Code
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 17/1989
Supreme Court Case 906/2020
Supreme Court Case 335/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 212/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. Μ. (R. M.) του Π. (P.), που δεν παραστάθηκε, 2) Ι. Σ. (I. S.) του Ι. (I.), κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. (S. S.) του Ι. (I.), κατοίκου ... και 4) Μ. Σ. Β. (M. S. V.) του Β. (V.) ή V., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 16-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι η Ρ. Μ. (R. M.) του Π. (P.) (1η) απεβίωσε στις 22-7-2022 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Ι. Σ. του Ι. (2ος), Σ. Σ. του Ι. (3η), Μ. Σ. Β. του Β. (4η), εκπροσωπούμενοι από την ίδια, καθώς και ο Ι. Ν. Ρ. (I. N. R.). Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούντος για το ίδιο και ως αντίκλητου και νομίμου εκπροσώπου της ….. εταιρίας με την επωνυμία "I. L. I. I. Co. LTD", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αλεξάνδρα Ταμπαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2020 αγωγή των 2ου, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ρ. Μ. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ και 1846 ΑΚ προκύπτει ότι α) η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι το τέλος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, β) η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο μέχρι το χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντος, γ) η γνωστοποίηση γίνεται δια της επιδόσεως δικογράφου, ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίω ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως και δ) εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των δηλούντων κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί επαναλήψεως της δίκης, η οποία συνεχίζεται κανονικά (Ολ.

ΑΠ 17/1989, ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017), εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, οπότε ο θάνατος ομοδίκου δεν επάγεται τη διακοπή της δίκης ως προς τους άλλους ομοδίκους και η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν (ΑΠ 542/2020). Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. …/…-2022 πιστοποιητικό θανάτου του Ληξιαρχείου …., η πρώτη αναιρεσείουσα Ρ.

Μ. απεβίωσε στις 22-7-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αναιρέσεως, κληρονομήθηκε δε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, τέκνα της, οι οποίοι, με την ιδιότητα αυτή, νομίμως συνεχίζουν την ανοιγείσα δίκη, χωρίς η ιδιότητά τους αυτή να αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 24-1-2024 σημείωμα των αναιρεσειόντων και τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου η δικηγόρος Κλεονίκη Γκουβίτσα δήλωσε ότι τη δίκη συνεχίζει, πλην των προαναφερόμενων τέκνων της, και ο Ι.

Ν. Ρ., εγγονός της ήδη αποβιώσασας (Ρ. Μ.), υιός του προαποβιώσαντος υιού της τελευταίας, P. N. του R., ο οποίος (Ι. Ν. Ρ.), ωστόσο, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας όμως δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω έχει χορηγήσει ρητή πληρεξουσιότητα προς την ως άνω δικηγόρο για την επίσπευση της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 94 παρ. 1 και 96 ΚΠολΔ), ούτε ότι έχει κληθεί στη δίκη.

Επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τον προαναφερόμενο, λόγω δε της υφιστάμενης δικονομικής σχέσεως της απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, ως κληρονόμων της αποβιώσασας Ρ. Μ., πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς αυτόν και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (δεύτερο, τρίτη και τέταρτη), οι οποίοι παρίστανται νομίμως.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του ως άνω, ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως και υπέρ του αναιρεσίβλητου Γραφείου Διεθνούς Ασφαλίσεως, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση ως προς αυτόν δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013).

Η κρινόμενη από 18.3.2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 33/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ. και 614 παρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης, από δε τη δημοσίευση της αποφάσεως στις 20-1-2022 μέχρι την άσκηση της αναιρέσεως, στις 22-3-2022, δεν παρήλθε η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 566 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (και η ήδη αποβιώσασα Ρ. Μ.) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας την από 27.2.2020 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως" με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο S. S. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το υπ' αριθμ… ΙΧΕ αυτοκίνητο με βουλγαρικές πινακίδες, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη βουλγαρική ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "L.

I. I." (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) συγκρούστηκε από υπαιτιότητά του με το με αριθμό κυκλοφορίας …. ΔΧ ρυμουλκό όχημα, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Κ. (ομοίως μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του P. N. του R., υιού της πρώτης ενάγουσας (πρώτης αναιρεσείουσας και ήδη αποβιώσασας Ρ.

Μ.) και ετεροθαλούς αδελφού των λοιπών εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), ο οποίος επέβαινε σε αυτό (ρυμουλκό) ως συνοδηγός. Ότι το εναγόμενο, ευθύνεται ευθέως απέναντι των εναγόντων, καθώς το ζημιογόνο όχημα έχει συνήθη τόπο στάθμευσης τη Βουλγαρία, αλλά και ως νόμιμος αντίκλητος της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησαν, μετά από παραίτησή τους από τμήμα των λεπτομερώς αναφερομένων επιμέρους αγωγικών κονδυλίων και τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, Α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. να καταβάλει: 1) στην πρώτη ενάγουσα μητέρα του θανόντος τα χρηματικά ποσά:

α) των 380 ευρώ μηνιαίως επί ένα έτος ως συμμετοχή του θανόντος στη διατροφή της, β) των 830 ευρώ ως έξοδα κηδείας, γ) των 89,99 ευρώ ως έξοδα μεταφοράς του θανόντος στην αλλοδαπή και δ) των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία του θανάτου του οικείου της και 2) σε έκαστο των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία του θανάτου του οικείου τους και Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Ν.Π.Ι.Δ.

να καταβάλει: 1) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 109.440 ευρώ ως δια βίου συμμετοχή του θανόντος στη διατροφή της και το ποσό των 98.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και σε έκαστο των λοιπών εναγόντων το ποσό των 62.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, άπαντα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 99/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε συνυπαίτιο τον θανόντα οδηγό και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς το κονδύλιο των εξόδων κηδείας και της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι αναιρεσείοντες (και η ήδη αποβιώσασα Ρ.

Μ.) άσκησαν την από 2.12.2021 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ήδη προσβαλλόμενη, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν, κρίνοντας (σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές που δεν πλήττονται με την υπό κρίση αναίρεση) τον θανόντα συνυπαίτιο του θανασίμου τραυματισμού του, κατά ποσοστό 50% (επιμεριζόμενο, κατά ποσοστό 30% λόγω της μη χρήσεως ζώνης ασφαλείας και κατά ποσοστό 20% λόγω της επιβιβάσεώς του σε όχημα του οποίου ο οδηγός τελούσε σε εμφανή κατάσταση πλήρους μέθης), απέρριψε ως αόριστο το αιτούμενο εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας κονδύλιο αποζημιώσεως για στέρηση της διατροφής της και ως αβάσιμο το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει α) στην πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσείουσα) το ποσό των 830 ευρώ ως αποζημίωση (έξοδα κηδείας) και β) το ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν από το θάνατο του αδελφού τους και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει, για την ίδια αιτία, στον δεύτερο ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το ποσό των 4.000 ευρώ και σε εκάστη τρίτη και τέταρτη των εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών), το ποσό των 6.000 ευρώ, όλα δε τα ποσά με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Από 11-1-2009 ισχύει στη χώρα μας (σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού) ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-7-2007 ("Κανονισμός Ρώμη II"), κατά το άρθρο 1 του οποίου - Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής - ορίζεται ότι: "1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. ...".

Κατά δε το άρθρο 4 του ανωτέρω Κανονισμού -Γενικός κανόνας- ορίζεται ότι... "1. Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών, στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό. 2.

Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. 3. Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται, ιδίως, σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία". Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Κανονισμός Ρώμη II (άρθρο 4) εισάγει ως γενικό κανόνα την εφαρμογή του δικαίου της χώρας, στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας, στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα (lex doci damni).

Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό εισάγει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου εισάγει ρήτρα διαφυγής, ορίζοντας, ότι, εάν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη, από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

Η ανάγκη ασφάλειας του δικαίου επιβάλλει η ρήτρα διαφυγής να χρησιμοποιείται σπάνια. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, "ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία".

Ο Κανονισμός αυτός είναι άμεσης εφαρμογής (άρθρο 32 αυτού) για τα δεσμευόμενα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κρίσιμες ρυθμίσεις του καταλαμβάνουν τα πρόσωπα, που ανήκουν σε κράτη-μέλη, που δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις αυτές. Η βιοτική σχέση που φέρεται προς κρίση ενώπιον δικαστηρίου θα διέπεται, εφόσον φέρει στοιχείο αλλοδαπότητας, από τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλ. από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 4/2028, ΑΠ 6/2017). Με το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2019, 27, 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ79/2018, ΑΠ 1333/2018).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναιρέσεως, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει της προσβαλλομένης αποφάσεως και αίτηση για την ουσία της υποθέσεως.

Οι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να είναι λυσιτελείς με την έννοια του να μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ. να επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ 575/2024, ΑΠ 1231/2017), διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, αναφέρεται δηλαδή σε πλημμέλειες κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017, ΑΠ 1547/2017).

Αντίθετα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, που επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1384/2023, ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Επιπροσθέτως, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων σε ατύχημα προσώπων, διότι η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), προβαλλόμενος δε ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1560/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι επί της ένδικης αγωγής, η οποία είχε ως νομική βάση την αδικοπραξία, κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και αίτημα την επιδίκαση περιουσιακής ζημίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, από βιοτική σχέση φέρουσα στοιχεία αλλοδαπότητας, το Εφετείο αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δέχθηκε ότι το ζημιογόνο γεγονός (θανάσιμος τραυματισμός του οικείου αυτών) έλαβε χώρα στην Ελλάδα, όπου συνέβη το τροχαίο ατύχημα, στις 26-6-2015, έκρινε δε, ότι εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του 864/2007 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-7-2007, που άρχισε να εφαρμόζεται στην Ελλάδα από τις 11-1-2009 (άρθρο 32 αυτού).

Έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο σφάλμα ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (άρθρο 26 του ΑΚ και τους κανόνες του Κανονισμού 864/2007 - Ρώμη II), πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα προαναφερθέντα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 768/2020, ΑΠ 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 10/2017, Ολ. 9/2015, ΑΠ 858/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1003/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της, κατ` άρθρο 932 ΑΚ, απαιτήσεως των εναγόντων - αναιρεσειόντων περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα του προαναφερθέντος συγγενούς τους Π.

Ν., ο οποίος ήταν ετεροθαλής αδελφός τους, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 26.6.2015 και περί ώρα 15.20 ο Σ. Σ. του Ν. οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκίνητό του με βουλγαρικές πινακίδες εκινείτο στην Ε.Ο Πατρών - Πύργου με κατεύθυνση προς Πύργο.

Στο ανωτέρω αυτοκίνητο επέβαινε μεταξύ και άλλων ο Π. Ν. του Ρ… (οικείος των αναιρεσειόντων) στη θέση του συνοδηγού. Τη στιγμή που το αυτοκίνητο βρισκόταν στο ύψος του 50ου χ/ο της ... Ε.Ο. ο ως άνω οδηγός που κατά το χρόνο εκείνο οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 2.2 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε με το με αριθ.

κυκλοφορίας …. ΔΧ ρυμουλκό, το οποίο οδηγούσε ο μη διάδικος ... Γ. Κ., με κατεύθυνση από Πύργο προς Πάτρα, με συνέπεια από την ενέργειά του αυτή να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνοδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου Π. Ν., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας, οι οποίες και αποτέλεσαν τη μόνη ενεργό αιτία για το θάνατό του.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος, κατά το μη εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, τυγχάνει ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου Σ. Σ., καθόσον δεν κατέβαλε την απαιτούμενη περί την οδήγηση και την κυκλοφορία του οχήματός του προσοχή, την οποία και όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως οδηγός...".

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "...ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας του οικείου των εναγόντων στην έκταση του τραυματισμού του και στο θανάσιμο αποτέλεσμά του αποδείχθηκε ότι ο θανών, κατά την ώρα του ατυχήματος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, η οποία θα μπορούσε να τον συγκρατήσει στη θέση του, ώστε να μην υποστεί τόσο εκτεταμένες κακώσεις στον θώρακα, στην κοιλία και στην κεφαλή.

Επιπλέον το γεγονός ότι δέχθηκε να επιβιβασθεί σε αυτοκίνητο, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός του βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους μέθης, κατάσταση που ήταν εμφανής, δηλώνει ότι παραμέλησε την προσοχή που καταβάλει κάθε μέσος συνετός άνθρωπος προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο και συνεπώς να αποτρέψει τη ζημία του και η ενέργεια αυτής της οικειοθελούς αυτοδιακινδύνευσης βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τον σοβαρό τραυματισμό του και τον επακόλουθο θάνατό του.

Συνεπώς, κατά παραδοχή των αντίστοιχων νόμιμων ενστάσεων περί οικείου πταίσματος ο θανών ευθύνεται κατά ποσοστό 50% στην πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος του τραυματισμού του συνεπεία του ατυχήματος, συνολικό ποσοστό που επιμερίζεται σε ποσοστό 30% από τη μη χρήση ζώνης ασφαλείας κατά το χρόνο του ατυχήματος και ποσοστό 20% από το γεγονός ότι επιβιβάσθηκε σε όχημα που ο οδηγός του τελούσε σε εμφανή κατάσταση πλήρους μέθης.

Αντίθετα η αιτίαση των εναγόντων η οποία και προβάλλεται ως αυτοτελής λόγος εφέσεως και αφορά στη δεσμευτικότητα του συμφωνηθέντος ποσοστού συνυπαιτιότητας του θανόντος που ορίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη εξωδίκως στη με αριθμ. 673/6.8.2019 συμφωνία τους σε ποσοστό 40% δεν ευσταθεί καθόσον η σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού δεσμεύει το επιληφθέν της διαφοράς Δικαστήριο μόνο ως προς τις αξιώσεις του παθόντος που απορρέουν από το ατύχημα και όχι ως προς το ποσοστό της συνυπαιτιότητας, καθόσον τούτο αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του Δικαστηρίου να το αποδώσει, εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που εισφέρονται...".

Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 38 ετών και τύγχανε ετεροθαλής αδερφός των τριών τελευταίων των εναγόντων. Αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω ενάγοντες συνδέονταν με ψυχικούς δεσμούς με τον θανόντα, που μολονότι δεν διέμεναν σε κοντινούς τόπους και δεν συναντιόντουσαν τακτικά εντούτοις είχαν κάποια επικοινωνία.

Προς άμβλυνση του άλγους και της στενοχώριας που δοκίμασαν από τον αδόκητο θάνατο του οικείου τους δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το παρόν Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος στον θανάσιμο τραυματισμό του, την ηλικία του θανόντος, το συγγενικό δεσμό του με τους ανωτέρω δικαιούχους οικείους του, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων που άπαντες τυγχάνουν ανειδίκευτοι εργάτες χαμηλού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη...

εισοδήματος και διαμένουν ... ο δεύτερος στη Βουλγαρία... και οι λοιπές (τρίτη και τέταρτη) στο Ηνωμένο Βασίλειο...κρίνει και με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, ..., ως εύλογο ποσό αποζημιώσεως για το δεύτερο το ποσό των 7.000 ευρώ και για καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη το ποσό των 9.000 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε άλλως και όρισε το ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο των λοιπών εναγόντων πλην της πρώτης ενάγουσας εσφαλμένα εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας και τα κριτήρια της διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ και εκτίμησε λανθασμένα τις αποδείξεις ως προς αυτά και θα πρέπει αφού γίνει δεκτός και ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως...

να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο αυτής χάριν σαφήνειας και πληρότητας του εκτελεστού τίτλου της αξίωσης των εναγόντων, ασχέτως μη μεταβιβάσεως ή ορθότητας των έτερων αγωγικών κονδυλίων...και αφού κρατηθεί η υπόθεση ...από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να γίνει και μερικά δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των εναγόντων.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία " L. I. I. Co Ltd", που εδρεύει στη Βουλγαρία και έφερε βουλγαρικές πινακίδες κυκλοφορίας, συνεπώς ...η ευθύνη του εναγόμενου ΝΠΙΔ είναι ανεξάρτητη από το εάν το ζημιογόνο όχημα είναι ασφαλισμένο ή ανασφάλιστο, εφοδιασμένο ή μη με πράσινη κάρτα, εφόσον ο τόπος συνήθους στάθμευσής του είναι σε χώρα ΕΕ.

Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές θα πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 830 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα (κονδύλιο που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης), σε έκαστο των λοιπών εναγόντων το ποσό των 3.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στον δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 4.000 ευρώ και σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη το ποσό των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 31-10-2020 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 99/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και αφού κράτησε και ερεύνησε εκ νέου την από 27-2-2020 αγωγή των τελευταίων, ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των ήδη αναιρεσειόντων, υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Γ.

Δ. Α. " να καταβάλει σε έκαστο από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων (ήδη δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων) το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση του ίδιου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. να καταβάλει (επί πλέον) σε έκαστο από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων για την ίδια αιτία στον μεν δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 4.000 ευρώ σε εκάστη δε των λοιπών (τρίτη και τέταρτη) το ποσό των 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, επιδικάζοντας τα προαναφερόμενα συνολικά ποσά σε έκαστο εκ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης την οποία αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, του προαναφερθέντος, ο οποίος ήταν ετεροθαλής αδελφός τους, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την προαναφερθείσα συγγενική σχέση των ήδη αναιρεσειόντων με τον ως άνω αποβιώσαντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Π.

Ν.. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε (καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς) σε έκαστο εκ των αναιρεσειόντων τα άνω ποσά ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του ως άνω οικείου τους, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας σε έκαστο εκ των ήδη αναιρεσειόντων χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα του άνω οικείου τους και συγκεκριμένα σε σχέση με το κατά πόσο το Εφετείο έλαβε ή όχι υπόψη του την συνυπαιτιότητα του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Π.

Ν., στην επέλευση του θανάτου του, αφενός λόγω μη χρήσεως ζώνης ασφαλείας και αφετέρου λόγω επιβιβάσεως στο ζημιογόνο όχημα, ο οδηγός του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος τελούσε σε εμφανή κατάσταση πλήρους μέθης την οποία (συνυπαιτιότητα του θανόντος) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη εκτίμησε σε ποσοστό 50% συνολικώς (30% και 20% αντιστοίχως).

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Η αιτίαση του ιδίου λόγου, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβίασε το Εφετείο, αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν δίδαγμα κοινής πείρας κατά την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ1662/2012), σε κάθε δε περίπτωση, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι, υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 814/2022, ΑΠ 336/2019, ΑΠ121/2018, ΑΠ683/2016).

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. δ', 4 παρ. 3 περ. α' 5 παρ. 3, 10 παρ. 1, 11 παρ.1, 27 παρ. 1 και 31 παρ. 4 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως (Γ.Δ.Α.), σε περίπτωση προκλήσεως στην Ελλάδα ατυχήματος από αυτοκίνητο με πινακίδα κυκλοφορίας άλλης χώρας και υπό τις οριζόμενες από τις διατάξεις του νόμου τούτου προϋποθέσεις, υποχρεούται, παραλλήλως προς τα συνδεόμενα με το αυτοκίνητο πρόσωπα, να καταβάλει στους παθόντες αποζημίωση, εντός των ορίων του νόμου αυτού, για λογαριασμό αλλοδαπών γραφείων διεθνούς ασφαλίσεως.

Για την καταβολή της αποζημιώσεως οι παθόντες έχουν ευθεία αγωγή κατ' αυτού. Δεδομένου δε ότι το Γ.Δ.Α. επιτελεί ουσιαστικώς λειτουργία ασφαλιστή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ισχύουν και γι' αυτό, κατ' ανάλογη εφαρμογή, οι αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις, ως προς την παραγραφή των αξιώσεων των ζημιωθέντων τρίτων και την κατάρτιση σωρευτικής αναδοχής χρέους, κατ' άρθρο 477 ΑΚ, μεταξύ αυτών και του Γ.Δ.Α.

Η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής προϋποθέτει αυτονοήτως ότι το δελτίο διεθνούς ασφαλίσεως έχει εκδοθεί από το ελληνικό Γ.Δ.Α. Έτσι, σε περίπτωση που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου με ξένη πινακίδα κυκλοφορίας κατέχει ένα τέτοιο δελτίο, το οποίο έχει εκδοθεί από αλλοδαπό γραφείο διεθνούς ασφαλίσεως ή από αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους καταρτίζεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, μόνο μεταξύ του αλλοδαπού εκδότη και του ζημιωθέντος τρίτου.

Έναντι του Ελληνικού Γ.Δ.Α. η σύμβαση αυτή δεν αναπτύσσει καμία δεσμευτική ενέργεια, αφού τούτο υπό καμία ιδιότητα δεν μετέχει στη σύμβαση αυτή (ΑΠ 105/2014, ΑΠ 1518/2006). Από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης.

Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνωρίσεως χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά αναλήψεώς του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 1860/2023, ΑΠ127/2018, ΑΠ 230/2014).

Περαιτέρω, τα άρθρα 483 έως 485 ΑΚ καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ' αυτά αναφερόμενων γεγονότων, στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.

Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής, με καταβολή της από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, που γίνεται με σκοπό την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και επομένως αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαιτήσεως του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών, κατ' ίσο με την καταβολή μέρος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του ΑΚ.

Η τελευταία μάλιστα αυτή διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (ΑΠ 1918/2022, ΑΠ 1354/2019, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 1794/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 491/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/ 2014).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 544/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020).

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται... αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις" ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ενώ αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 72/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο σχετικά με το κεφάλαιο της κατ` άρθρο 932 ΑΚ απαιτήσεως της πρώτης ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας, περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτή υπέστη από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα του υιού της Π. Ν., δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα : "...

αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το από 23.07.2019 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της πρώτης ενάγουσας (ήδη θανούσας πρώτης αναιρεσείουσας) προς το βούλγαρο δικηγόρο Μ. Μ., το οποίο και τυπικά δεν έχει ανακληθεί κατά τον προδιαγραφόμενο στη διάταξη του άρθρου 220 ΑΚ τύπο, κατόπιν της από 24.7.2019 αιτήσεως του που υποβλήθηκε στα κεντρικά γραφεία της βουλγαρικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "L.

I. I. Co Ltd" και κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ τους συνήφθη στις 6.8.2019 το με αριθμ. 673 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου η πλήρης αποζημίωση της πρώτης ενάγουσας λόγω μη περιουσιακής ζημίας (ψυχικής οδύνης) για το θάνατο του υιού της ένεκα του επίδικου ατυχήματος συμφωνήθηκε αμοιβαία στο συνολικό ποσό των 50.000 λέβα.

Στη συμφωνία αυτή ορίστηκε ρητά, ότι με την υπογραφή της η πρώτη ενάγουσα δεν έχει και δεν θα έχει και στο μέλλον οιαδήποτε μη περιουσιακή αξίωση σε βάρος της ως άνω αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας σχετική με το αντικείμενο της παρούσας συμφωνίας και σε περίπτωση, μετά την καταβολή του ως άνω ποσού, υποβολής από εκείνη πρόσθετης μη περιουσιακής αξίωσης προς την ως άνω ασφαλιστική δια της δικαστικής οδού, αλλά και εξωδικαστικά, θα οφείλεται αποζημίωση ίση με το συνολικό ποσό της ως άνω συμφωνίας...Η δήλωση της πρώτης ενάγουσας (πρώτης αρχικώς αναιρεσείουσας) έχει την αυτοτέλεια της αναγνωρίσεως ανυπαρξίας χρέους ρυθμιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, ο ανωτέρω δε συμβιβασμός ενεργεί αντικειμενικά και η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς, κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου, και επομένως η παθούσα δεν μπορεί να στραφεί κατά του εναγόμενου και εις ολόκληρον συνοφειλέτη του αντισυμβαλλόμενου ως άνω ασφαλιστή και να αξιώσει μεγαλύτερη μη περιουσιακή ζημία από την ήδη συμφωνηθείσα, και ήδη καταβληθείσα κατά τη δήλωση στο από 20.2.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των λοιπών εναγόντων, με την ως άνω σύμβαση.

Συνεπώς η σχετική ένσταση περί αντικειμενικής ενέργειας της καταβολής (άρθρο 483 ΑΚ) ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη ως ουσιαστικά βάσιμη, απορριπτομένου του σχετικού αυτοτελούς λόγου εφέσεως ως αβασίμου...".Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας περί μερικής αποζημιώσεώς της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα: α) Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Πέραν τούτου ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο συγκεκριμένο έγγραφο δεν ελήφθη υπόψη, β) Ερευνήθηκε ο δεύτερος λόγος εφέσεως, περί μερικής αποζημιώσεως και μη εξοφλήσεως της απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσείουσας, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, τον οποίο προέβαλε αμυνόμενη στην ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, περί πλήρους εξοφλήσεως από την ασφαλίζουσα το ζημιογόνο όχημα βουλγαρική ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "L.

I. I.", ισχυριζόμενη ότι το ποσό των 50.000 λέβα ή 25.565 ευρώ, που της κατέβαλε η εν λόγω ασφαλιστική εταιρία, κάλυψε μέρος μόνο της αποζημιώσεως, την δε απόρριψη του ισχυρισμού αυτού αιτιολόγησε πλήρως η αναιρεσιβαλλομένη, δεχθείσα ότι στη συμφωνία αυτή ορίστηκε ρητά, ότι με την υπογραφή της η πρώτη ενάγουσα δεν έχει και δεν θα έχει και στο μέλλον οιαδήποτε μη περιουσιακή αξίωση σε βάρος της ως άνω αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας σχετική με το αντικείμενο της παρούσας συμφωνίας και σε περίπτωση, μετά την καταβολή του ως άνω ποσού, υποβολής από εκείνη πρόσθετης μη περιουσιακής αξίωσης προς την ως άνω ασφαλιστική δικαστικώς ή εξωδίκως, θα οφείλεται αποζημίωση ίση με το συνολικό ποσό της ως άνω συμφωνίας, έκρινε δε, μετά ταύτα, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου, περί αντικειμενικής ενέργειας της καταβολής (483 ΑΚ), όπως και πρωτοδίκως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω δε, επειδή ο ισχυρισμός περί μερικής εξοφλήσεως δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (αντένσταση) αλλά άρνηση της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, περί πλήρους εξοφλήσεως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως ούτε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δ) Η επίκληση με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλημμέλειας, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της προταθέντα ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως της εξουσίας της άνω εταιρίας, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου.

Επομένως, ενόψει του ότι η αοριστία αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 32/1996) πρέπει, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται συγκεκριμένη αντίφαση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, το τέκνο, εφόσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς, υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματός τους υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις τους και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Από την ανωτέρω, αναγκαστικού δικαίου διάταξη, συνάγεται ότι για να δημιουργηθεί υποχρέωση του τέκνου προς παροχή υπηρεσιών, χωρίς αντίστοιχο δικαίωμα αμοιβής, προς τους γονείς ή τον γονέα, που παρέχουν σ` αυτό διατροφή όταν είναι ενήλικο ή μεριμνούν για την ανατροφή του όταν είναι ανήλικο, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) το τέκνο να έχει συμπληρωμένο τουλάχιστον το 14ο έτος της ηλικίας του, πριν από το οποίο δεν είναι επιτρεπτή, κατά το άρθρο 135 ΑΚ, ούτε η εκμίσθωση της εργασίας του τέκνου σε τρίτους, 2) να συνοικεί με τους γονείς του, έστω και αν είναι έγγαμο ή περιοδικά διαμένει σε διαφορετικό τόπο ή οικία, 3) να διατρέφεται από τους γονείς του, δηλαδή να παρέχονται σ` αυτό σε είδος και χρήμα τα απαραίτητα μέσα για τροφή, ένδυση, στέγαση, ψυχαγωγία, μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως αν η παροχή της διατροφής αυτής είναι εκούσια ή επιβάλλεται κατ` άρθρο 1485 επ.

ΑΚ και 4) οι υπηρεσίες του τέκνου για τη διοίκηση του οίκου των γονέων του ή την άσκηση του επαγγέλματός τους να βρίσκονται σε αναλογία τόσο με τις δυνάμεις του τέκνου όσο και με τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και των γονέων του, που υπαγορεύουν την ανάγκη παροχής των υπηρεσιών του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 928 εδ.

β` ΑΚ, κατ` εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό. Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν, αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.

Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλλει ο θανατωθείς, στο δικαιούχο της διατροφής (ΑΠ 330/2024, ΑΠ 652/2022). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 928 εδ. β` και 1508 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως τέκνου που αποτελούσε μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρεφόταν ή διατρεφόταν από αυτούς, ο υπαίτιος για τη θανάτωσή του έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τους γονείς του οι οποίοι είχαν δικαίωμα, κατά το άρθρο 1508 ΑΚ, να απαιτούν από το θανατωθέν τέκνο τους, για τη διοίκηση του οίκου τους ή την άσκηση του επαγγέλματός τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειάς του.

Η υποχρέωση αυτή της αποζημιώσεως υπάρχει είτε είναι η ευθύνη υποκειμενική είτε αντικειμενική, ενώ ο δικαιούχος υπόκειται στην ένσταση του άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 1297/2014, ΑΠ 505/1999, ΑΠ 1447/1983, ΑΠ 121/1979). Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής με την οποία ο γονέας αξιώνει αποζημίωση από τον υπαίτιο της αδικοπραξίας λόγω στέρησης της διατροφής που του κατέβαλε το τέκνο πριν αποβιώσει, δεν απαιτείται να περιγράφεται με τρόπο αναλυτικό το μέτρο της διατροφής του δικαιούχου γονέα, ούτε και τα έσοδα που είχε το τέκνο, πρέπει όμως να αναφέρονται εκτός από τη συγγενική σχέση, απορία του δικαιούχου γονέα, δηλαδή αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, υπό την έννοια ότι υποχρεούται να καταναλώσει και από τα κεφάλαια της περιουσίας του, εφόσον όμως πρόκειται για μεγάλη απρόσοδη περιουσία και όχι μικρή, της οποίας η διατήρηση επιβάλλεται για εξασφάλιση εισοδήματος και για λόγους προνοίας και μόνο αν και τότε δεν δύναται να εξασφαλίσει τη διατροφή του μπορεί να στραφεί κατά του τέκνου ζητώντας από αυτό διατροφή του υπόχρεου τέκνου, η οποία νοείται όχι ως ιδιαίτερος πλούτος, αλλά ως δυνατότητα παροχής αυτής χωρίς διακινδύνευση της δικής του διατροφής.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η πρώτη ενάγουσα (ήδη αποβιώσασα πρώτη αναιρεσείουσα), σε σχέση με το κονδύλιο για αποζημίωση ύψους 114.000 ευρώ, λόγω στερήσεως της διατροφής του θανόντος υιού της κατά το ένδικο ατύχημα εξέθεσε αυτολεξεί τα ακόλουθα: "...είχε (ο θανών) ιδιαίτερο δέσιμο μαζί μου και μου είχε αδυναμία και γνώριζε ότι δε μπορούσα να διαβιώσω με την πενιχρή μηνιαία σύνταξη που λάμβανα (ύψους 144€ περίπου μηνιαίως) και μηνιαία είχε αναλάβει να συμπληρώνει τη διατροφή μου και να μου δίνει 380 €/μήνα.

Αυτό αναμενόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να συνεχίσει να γίνεται για τουλάχιστον άλλα 25 χρόνια (είμαι γεννημένη 6-6-1954), αφού ακόμη είμαι νέα και το προσδόκιμο ζωής μου είναι τουλάχιστον άλλα 25 χρόνια από της επελεύσεως του τροχαίου ατυχήματος. Ήτοι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσα με πιθανότητα και αναμενόταν να λαμβάνω ως μηνιαία βοήθεια για τη διατροφή μου κ.λ.π μηνιαίες ανάγκες μου (όπως π.χ.

ενδεικτικά και όχι αποκλειστικά ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, έξοδα κίνησης και μετακίνησης κ.λ.π. έξοδα) από το γιό μου το ποσό των 380 € X 12 μήνες (ο χρόνος) X 25 χρόνια = 114.000€, ποσό το οποίο απώλεσα και θα λάμβανα μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων...". Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και, συνεπώς, αφού δεν αναφέρονται, κατά ευσύνοπτο, έστω, τρόπο, ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας της (αποβιώσασας) πρώτης αρχικώς ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας, από τη στέρηση της διατροφής του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα, ποιες ήταν οι βιοτικές ανάγκες της και ποια η δαπάνη αντιμετώπισης αυτών, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες της προσωπικής της ζωής και, συνακόλουθα, πώς εξευρίσκεται το ζητούμενο μηνιαίο ποσό των 380 ευρώ.

Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του, απορριπτομένου ως αβάσιμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως (αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγο αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Ν. Ρ., και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την από 18.3.2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 33/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ