Legislator Case Law & Legislation
212/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal requests for inadmissibility due to lack of specific grounds and vague document descriptions.

Case Number 212/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two separate appeal requests filed by an anonymous party and a second appellant against a First Instance Court judgment. The court found the appeals inadmissible because the anonymous party failed to specify the true content of alleged documents, and the second appellant's arguments regarding document distortion were unsupported by the appellate court's reasoning. Consequently, the appeals were rejected, and the second appellant was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 94(1), 96(3), 104, 561(2), 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal must state specific grounds and accurately describe evidence, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague document description Code of Civil Procedure appellate review costs of appeal evidence distortion second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 212/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαρίας Μουλιανιτάκη), Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του γραμματέως Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...", η οποία εδρεύει στο ..., στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Μ. του Δ. και της Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φ. Α., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. συζ. Ι. Ε., το γένος Α. και Ε. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ... και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 03-07-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8104/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και, κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς τον δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (ΑΠ1036/2018, ΑΠ 401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος ή ο θεωρούμενος ως απολιπόμενος ή αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους παριστάμενους αντίδικους ή ομόδικό του, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1894/2022, ΑΠ 346/2021, ΑΠ 1178/2020, ΑΠ 622/2020, ΑΠ 982/2020).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διάδικου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 669/2021, ΑΠ 618/2021, ΑΠ 2126/2017, ΑΠ 1968/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, άσκησε, από κοινού με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, την από 27-12-2020 αίτηση για αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 02-03-2022. Όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, κατόπιν παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Φ.

Α., ως πληρεξούσιας δικηγόρου και της πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν, από 01-09-2021, πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, και από 01-09-2021 πράξη του Αντιπροέδρου του ανωτέρω Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 02-03-2022, και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο τους αναιρεσείοντες εκπροσώπησε η προαναφερθείσα και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (03-05-2023). Κατά τη μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε δια της προαναφερθείσας δικηγόρου Φ.

Α., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και με τις προτάσεις επικαλέστηκε τη με αριθμ. 25624/19-02-2021 συμβ/φική πράξη της συμβ/φου Αθηνών Ε. Μ., για την παροχή προς αυτήν ειδικού πληρεξουσίου εκπροσώπησης της ο.ε.. Όμως, το ανωτέρω ειδικό πληρεξούσιο χορηγήθηκε μόνο από τον δεύτερο αναιρεσείοντα ατομικώς, και για δικό του λογαριασμό, για την εκπροσώπησή του, ενώ δεν γίνεται μνεία της πρώτης αναιρεσείουσας, και από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι είχε συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα για να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης και να εκπροσωπήσει την πρώτη αναιρεσείουσα στην παρούσα δικάσιμο αλλά ούτε και κατά την αρχική δικάσιμο της 02-03-2022.

Επομένως, η με εντολή της ανωτέρω δικηγόρου, κάτωθι του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, επίσπευση της συζήτησης αυτής από την απολιπόμενη πρώτη αναιρεσείουσα για την αρχική δικάσιμο δεν ήταν έγκυρη, ούτε και εγκυροποιήθηκε κατ' αυτήν, αφού δεν παρέστη νομίμως, ήτοι δια δικηγόρου που είχε συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, και, συνεπώς, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο δεν ισχύει ως έγκυρη κλήτευση της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία, εξάλλου, δεν κλητεύθηκε από την παριστάμενη κατά τη σημερινή δικάσιμο αναιρεσίβλητη ούτε από τον παριστάμενο απλό ομόδικό της, είτε για την αρχική είτε για τη παρούσα δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση της έγκυρης συζήτησης της αίτησης αναίρεσης η πρώτη αναιρεσίβλητη, θεωρείται δικονομικά απούσα, κατά την παρούσα δικάσιμο, και δεδομένου ότι η δημιουργούμενη μεταξύ των αναιρεσειόντων ομοδικία είναι απλή, αφού αφορά αναγνώριση κυριότητας επί ακινήτου, λόγω αμφισβήτησης αυτής από τους εναγόμενους - αναιρεσείοντες (ΑΠ 1091/2020), πρέπει η συζήτηση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα να χωρισθεί και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν.

Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη, από 7-12-2020, αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος στρέφεται κατά της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η από 16-10-2019 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 8104/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε παραπεμφθεί η αγωγή στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλην αρμόδιο, κρίθηκε αρμόδιο καθ' ύλην το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κράτησε την υπόθεση, δίκασε τη αγωγή και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ: αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παραγωγό αυτό τρόπο της κυριότητας, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. [2] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.

Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.

H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1555/2021, ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1289/2019).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1045 και 974 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 - 978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 1400/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 416/2020). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [4] Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020). [5] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το πωλητήριο συμβόλαιο ...

της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 169 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ….., η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) αγόρασε από την Μ. Ι. Ζ. ένα οικόπεδο εκτάσεως 116,10 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή " ..." του Δήμου ... επί της οδού ... πρώην 76 και ήδη 305 και πλατείας ..., απεικονίζεται υπό τον αριθμό 13 στο από 9-2-1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ.

Π., που προσαρτάται στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. και συνορεύει βόρεια με το με αριθμό 14 οικόπεδο του ανωτέρω σχεδιαγράμματος, νότια με πάροδο Αθηνάς και εκείθεν με πλατεία ..., δυτικά με το με αριθμό 12 οικόπεδο του ίδιου σχεδιαγράμματος και ανατολικά με την οδό ..., επί του οποίου υπήρχε ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 80 τ.μ., η ύπαρξη δε αυτού δεν αμφισβητείται, χωρίς ωστόσο να αναγράφεται στο συμβόλαιο.

Στην πιο πάνω πωλήτρια, άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας και θεία της (αδελφή του πατέρα της) το οικόπεδο αυτό είχε περιέλθει λόγω αγοράς από τον Ι. Π. δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. που είχε μεταγραφεί νόμιμα και στον τελευταίο κατά μείζονα έκταση λόγω αγοράς από την Δ. Δ. Φ., δυνάμει του 995/28-3-...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, λόγω της συγγενικής σχέσης που την συνέδεε μ' αυτή, η οποία κατοικούσε μόνιμα στις ... και επισκεπτόταν την Ελλάδα κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, και μολονότι της είχε μεταβιβάσει το ακίνητο, δυνάμει του από 8-1-1983 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσε το εντός του επιδίκου οικοπέδου κατάστημα στον πατέρα του εναγόμενου ήδη εφεσίβλητου, Δ.

Γ. Μ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων, ενώ όταν ο τελευταίος κατά παράβαση των όρων της μίσθωσης παραχώρησε την χρήση του μισθίου στην εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας μέλος είναι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), με την από 26-9-1988 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζήτησε την αποβολή τους από το μίσθιο, στο οποίο ωστόσο συνέχισαν να παραμένουν δυνάμει προφορικής συμφωνίας και συναίνεσης της ενάγουσας.

Παράλληλα με την από 18-10-1990 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ενάγουσας η δικαιοπάροχος - πωλήτρια θεία της, ζήτησε την ανάκληση της κατά τους ισχυρισμούς της υποκρυπτόμενης δωρεάς του επιδίκου άλλως την ακύρωση της πώλησης που πραγματοποιήθηκε με το προαναφερθέν ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ε. Κ.. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η οποία εν συνεχεία και κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την εκδοθείσα 7509/2006 οριστική απόφαση του.

Εν τω μεταξύ, η ενάγουσα, με την από 13-12-1990 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, όπως εκπροσωπείτο από τον δεύτερο εναγόμενο ο οποίος και την παρέλαβε στις 14-12-1990 (σχ. η 8483/14-12- 1990 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ. Α.), γνωστοποίησε ότι η ίδια είναι κυρία του μισθίου ακινήτου ανακαλούσε δε την εξουσιοδότηση που είχε δώσει προφορικά στη θεία της για την μίσθωση του επιδίκου και την είσπραξη των μισθωμάτων και την καλούσε να καταβάλλει στο εξής τα μισθώματα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της στην Ελλάδα Π.

Κ.. Η πρώτη των εναγόμενων, η οποία ασκούσε στο μίσθιο επιχείρηση ηλεκτρολογείου αυτοκινήτων και εξακολουθεί να εμφανίζει ως σήμερα ως έδρα της αυτό, με τα με αριθμούς 477556/28-2-1991,478738/18-3-1991 και 480201/18-4-1991 γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα μισθώματα των μηνών Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 1991 υπέρ της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου θείας της Μ.

Ζ.. Λόγω μη τήρησης των όρων της σύμβασης ως προς την καταβολή του μισθώματος, η ενάγουσα, με την από 19-5-1995 (αρ. εκθ. κατ. ...) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγόμενων ζήτησε την απόδοση του μισθίου και την καταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος Μαίου ως Δεκεμβρίου 1994.

Στα πλαίσια της αντίκρουσης της αγωγής αυτής οι εναγόμενοι με τις από 7-12-1995 έγγραφες προτάσεις τους ισχυρίστηκαν το πρώτον ότι ο δεύτερος από αυτούς και τώρα εναγόμενος είχε συνάψει συμφωνία με την αρχική ιδιοκτήτρια του ακινήτου και δικαιοπάροχο της ενάγουσας Μ. Ζ. να του πουλήσει το μίσθιο δίνοντάς της μάλιστα προκαταβολή και για το λόγο αυτό από το 1985 έπαψε να καταβάλει μισθώματα καθ' ότι ήταν νομέας του επιδίκου, ενώ τον ίδιο ισχυρισμό προέβαλε με την από 19-2-2008 ( αρ.

εκθ. κατ. 35533/1838/2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου επικαλούμενος την συνδρομή στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων κτήσεως της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στη συνέχεια και μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, άσκησε την από 23-12-2015 (αρ.

εκθ. κατ 118916/2015) αντίθετη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του με τον ίδιο ισχυρισμό και αίτημα, παραιτούμενος από την αναφερόμενη πιο πάνω αγωγή. Προηγουμένως, και επειδή είχε στην κατοχή του το μίσθιο, ο εναγόμενος με το από 1-7-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και εμφανιζόμενος ως ιδιοκτήτης, εκμίσθωσε αυτό στον Θ.

Σ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως συνεργείο αυτοκινήτων, ενώ στη συνέχεια λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων πέτυχε την έκδοση της με αριθμό ... διαταγής απόδοσης του μισθίου με βάση την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 114/2014 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Μ.

Α. με την οποία ο μισθωτής αποβλήθηκε από το επίδικο κατάστημα, παραμένοντας ωστόσο στο επίδικο αφού συνήψε με την ενάγουσα νέα μίσθωση με το από 23-6-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, για να αποβληθεί στη συνέχεια και από αυτή δυνάμει της με αριθμό ... διαταγής απόδοσης μισθίου του Ειρηνοδίκη Αθηνών λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων και να το παραδώσει τελικά για λογαριασμό της στις 6-12-2017 στον δικαστικό επιμελητή Ι.

Τ.. Ωστόσο ο εναγόμενος τον Μάιο του 2018 επιχείρησε να εισέλθει εκ νέου στο κατάστημα και για το λόγο αυτό η ενάγουσα με την από 13-7-2018 (αριθ. εκθ. κατ. 62915/2018 ) αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την προσωρινή προστασία της νομής της επί του επιδίκου. Επί της αιτήσεως της αυτής εκδόθηκε η 1050/2018 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε προσωρινά νομέας του επιδίκου και απαγόρευσε κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής της με την απειλή ποινών.

Ενόψει των ανωτέρω από τη στιγμή που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ως προς το επίδικο ακίνητο έννομη σχέση (μίσθωση), δεν μπορεί ο δεύτερος αυτών να μιλάει για πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου, καθ' όσον ασκούσε κατοχή επ' αυτού δυνάμει της εννόμου σχέσεως της μισθώσεως η οποία συνεχίστηκε και μετά την επικαλούμενη από αυτόν συμφωνία με την πρώην ιδιοκτήτρια του ακινήτου για την πώλησή του σ' αυτόν.

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου περί κτήσης τίτλου εκ χρησικτησίας απέναντι σε νόμιμο και μεταγραμμένο τίτλο. Από όλα τα παραπάνω, συνδυαζόμενα, πλήρως αποδεικνύεται ότι, απορριπτομένης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του δευτέρου των εναγόμενων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο...".

Το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως καθ' ύλην αναρμόδιο, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1. Ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, οικοπέδου, έκτασης, μετά τη ρυμοτόμηση, 116,10 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ...

πρώην 76 και ήδη 305 και πλατείας ..., του Δήμου ..., επί του οποίου υπάρχει ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 80 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου της συμβ/φου Ελευσίνας Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την αληθή κυρία αυτού, Μ. Ζ., στην κυριότητα της οποίας είχε περιέλθει από τον αληθή κύριο, Ι.

Π., λόγω αγοράς, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 2. Ότι, λόγω της ανωτέρω συγγενικής σχέσης της αναιρεσίβλητης με τη δικαιοπάροχό της, Μ. Ζ., η τελευταία, με το από 08-01-1983 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε το ανωτέρω κατάστημα στον Δ. Μ., πατέρα του δεύτερου αναιρεσείοντος, για να το χρησιμοποιήσει ως ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων, και ο ανωτέρω μισθωτής παραχώρησε τη χρήση του μισθίου στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", μέλος της οποίας είναι ο δεύτερος αναιρεσείων, η οποία ο.ε.

υπεισήλθε στην παραπάνω μίσθωση και με προφορική συναίνεση της αναιρεσίβλητης - κυρίας του μισθίου, του οποίου (κατά το νοηματικό περιεχόμενο) της προσβαλλόμενης εκμισθώτρια ήταν η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης. 3. Ότι με τη με αριθμ. ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε η με αριθμ. ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 18-10-1990 και με αριθμ.

έκθ. κατ. 10039/1999 αγωγή της πωλήτριας - μισθώτριας Μ. Ζ., με την οποία είχε ζητήσει την ανάκληση της κατά τους ισχυρισμούς της υποκρυπτόμενης στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δωρεάς άλλως την ακύρωση της πώλησης. 4. Ότι η παραπάνω κυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επίδικου ακινήτου, δεν καταλύθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με κτήση κυριότητας επ' αυτού, με τον φερόμενο πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο, για είκοσι χρόνια (το πρώτον μόνο ρηματική επίκληση νομής του δεύτερου αναιρεσείοντος από τους εναχθέντες μισθώτρια ο.ε.

και δεύτερο αναιρεσείοντα, με τις από 07-12-1995 προτάσεις τους επί της παραπάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης, επανάληψη από τον δεύτερο αναιρεσείοντα της ίδιας μόνο ρηματικής νομής με τις από 19-02-2008 και 13-12-2015 αναγνωριστικές κυριότητας αγωγές του, εκμίσθωση από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με το από 01-07-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, του ισόγειου καταστήματος στον Θ.

Σ., αποβολή του μισθωτή Θ. Σ., πλασματική μετά την αποβολή εγκατάσταση το έτος 2014 του δεύτερου αναιρεσείοντος στο μίσθιο, του οποίου μισθίου ως μισθώτρια είχε την κατοχή η ο.ε., της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο δεύτερος αναιρεσείων, συνδεόμενη η ο.ε. με σύμβαση μίσθωσης με την Μ. Ζ., μη κυρίας του ακινήτου, και για το οποίο η μισθώτρια εταιρία κατέβαλε, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 1991, μισθώματα υπέρ της ανωτέρω εκμισθώτριας και της αναιρεσίβλητης, που είχε συναινέσει, προφορικά, στην ανωτέρω εκμίσθωση). [6] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας από τον δεύτερο αναιρεσείοντα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η αιτίαση του δεύτερου αναιρεσείοντος, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "... Ενόψει των ανωτέρω από τη στιγμή που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ως προς το επίδικο ακίνητο έννομη σχέση (μίσθωση), δεν μπορεί ο δεύτερος αυτών να μιλάει για πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου, καθ' όσον ασκούσε κατοχή επ' αυτού δυνάμει της εννόμου σχέσεως της μισθώσεως η οποία συνεχίστηκε και μετά την επικαλούμενη από αυτόν συμφωνία με την πρώην ιδιοκτήτρια του ακινήτου για την πώλησή του σ' αυτόν..." παραβιάστηκε ευθέως η διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ διότι ο αρχικός μισθωτής μπορεί να καταστεί κύριος του μισθίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος το μίσθιο για λογαριασμό του, μετά την άτυπη, το έτος 1985, πώληση αυτού αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες και όχι παραδοχές που στηρίζουν το καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα της μη άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου, για είκοσι χρόνια, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ότι ο δεύτερος πρόβαλε μόνο ρηματικό ισχυρισμό, το πρώτον με τις ανωτέρω, από 07-12-1995 προτάσεις, ότι καταρτίστηκε, το έτος 1985, άτυπη πώληση του επίδικου ακινήτου από τη μη κυρία αυτού, Μ.

Ζ., προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, πληρούν τις προϋποθέσεις μη εφαρμογής του άρθρου 1045 Α.Κ.. [7] Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, στο επίδικο ακίνητο, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1192, 1194 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε, και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κατάλυσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης με κτήση κυριότητας από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, διότι διαλαμβάνεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ότι δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου για είκοσι έτη μέχρι την επίδοση της αγωγής το έτος 2014, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1045, 974, 976 ΑΚ, και, επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης ότι : 1) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με την από 13-12-1990 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην παραπάνω ο.ε., στις 13-12-1990, γνωστοποίησε ότι η ίδια είναι κυρία του μισθίου ακινήτου ανακαλούσε δε την εξουσιοδότηση που είχε δώσει προφορικά στη θεία της για την μίσθωση του επιδίκου και την είσπραξη των μισθωμάτων και την καλούσε να καταβάλλει στο εξής τα μισθώματα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της στην Ελλάδα Π.

Κ.. Οι ενέργειες αυτές της αναιρεσίβλητης για δήλωση το έτος 1990 της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία είχε αποκτήσει από το έτος 1977, και παράλληλα η ανάκληση της εξουσιοδότησης προς την δικαιοπάροχό της Μ. Ζ. για είσπραξη των μισθωμάτων και οι αντίστοιχες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης είναι αντιφατικές, 2) αν συνδεόταν με σύμβαση μίσθωσης με τον δεύτερο αναιρεσείοντα η αναφορά για την κυριότητά της, δεν δικαιολογείται, αντιθέτως αναιρεί τον κυρίαρχο ισχυρισμό της για σύμβαση μίσθωσης, 3) έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση αποδεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι συνδέεται με σύμβαση μίσθωσης με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, παρά το γεγονός ότι στις αιτιολογίες της ουδεμία απολύτως καταβολή μισθώματος μνημονεύεται, "τούτο δε ομολογεί και η αναιρεσίβλητη, εκτός από τη μη ανταποκρινόμενη στα πράγματα περίπτωση των γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης", 4) παραλείπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναφέρει ότι με την ...

απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η με αριθμ. έκθ. κατ. ... αγωγή, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, 5) αντιφατικά υποστήριξε η αναιρεσίβλητη με την ... πλαγιαστική αγωγή της, ότι την επικαλούμενη από 15-01-1988 παράταση της μίσθωσης συνομολόγησαν ο δεύτερος αναιρεσείων και η παραπάνω ο.ε.

με την εκμισθώτρια και άμεση δικαιοπάροχό αυτής, Μ. Ζ., μισθωτική σχέση, στην οποία, μετά τον επισυμβάντα, στις 03-07-1993, θάνατο αυτής, υπεισήλθε ο θετός υιός αυτής, Β. Ζ., ως δανείστρια του οποίου ζήτησε από τους και κατ' εκείνη τη δίκη εκαλουμένους την απόδοση της χρήσης του μισθίου καταστήματος στον εκμισθωτή Β.

Ζ., οφειλέτη της, επικαλούμενη τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, μετά τη συμπλήρωση δωδεκαετίας του δεύτερου αναιρεσείοντος και της ο.ε. στη χρήση του μισθίου, και 6) ότι βάσιμα ο δεύτερος αναιρεσίβλητος υποστήριξε ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, είναι απαράδεκτες, διότι οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, της κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, και της μη κατάλυσης αυτής, με έκτακτη χρησικτησία από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, και οι λοιπές αιτιάσεις αποτελούν επιχειρήματα του τελευταίου, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1554/2022).

ΙΙΙ. [1] Ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004).

Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 74/2020), είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 1508/2021, ΑΠ 1250/2019).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων ούτε το περιεχόμενό τους (ΑΠ 1928/2022, ΑΠ 1403/2022, ΑΠ 1001/2022). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.

β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 138/2021, AΠ 218/2018, ΑΠ 1860/2014). Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 199/2021, ΑΠ 179/2019).

Μπορεί η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (αυτές δηλαδή που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 641/2021, ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 901/2019). [3] Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο και ο λόγος αυτός μπορεί να συρρέει με το λόγο του αρ. 11β, όταν το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε απαραδέκτως και το δικαστήριο, παρά ταύτα το έλαβε υπόψη.

Ιδρύει τον από τον αρ. 14 παραπάνω λόγο και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαράδεκτου κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1035/2022), ως συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 673/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο οικείο σκέλος αυτού : α) με την, από το αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠοΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο πρότειναν με την προσθήκη στις προτάσεις τους, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε απαραδέκτως ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα, με ενσωμάτωση στις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) με την, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν και η αναιρεσίβλητη πρόβαλε τους ισχυρισμούς και επικαλέστηκε τα αποδεικτικά μέσα απαραδέκτως, με την ενσωμάτωση στις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταλήγοντας ότι προσκομίζει αντίγραφο των προτάσεων και της προσθήκης καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία αναφέρονται και αριθμούνται στις πρωτοβάθμιες προτάσεις, αν και, ως εφεσίβλητοι, πρότειναν, νομίμως, με την προσθήκη τους, το απαράδεκτο των ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και γ) με την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την προβολή από την αναιρεσίβλητη, ως εκκαλούσα, των ισχυρισμών και την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, που περιέχονται στις προτάσεις που κατέθεσε η ίδια, ως ενάγουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ενσωμάτωσε σε εκείνες του Εφετείου ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, ως προς την παραβίαση του αριθμού 8α και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που αφορά σε ισχυρισμούς διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί που πρότειναν οι αναιρεσείοντες απαραδέκτως και η ουσιώδης επίδραση στην έκβαση της δίκης, που απαιτείται για το ορισμένο των λόγων αυτών αναίρεσης (ΑΠ 1148/2022, ΑΠ 1147/2022), κατά το μέρος που αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους, ενώ δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει σε αόριστους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων - εναγόμενων (ΑΠ 51/2023, ΑΠ 1952/2022).

Ο από τον αρ. 14 παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι προτάθηκαν απαραδέκτως και παρά το νόμο δεν κηρύχθηκαν απαράδεκτοι. Ο από τον αρ. 11α παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρονται α) ποιες είναι οι αποδείξεις των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις φερόμενες απαράδεκτες αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και στην περίπτωση που οι αποδείξεις αυτές συνίσταται σε έγγραφα πρέπει να εξειδικεύονται σαφώς τα έγγραφα αυτά (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 1746/2022, ΑΠ 1395/2022).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω από τον αρ. 8α, 14 και 11α λόγοι αναίρεσης είναι και αβάσιμοι. Ειδικότερα, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει στο κείμενο αυτών περιέχονται, αυτούσιες, οι προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του, ενιαίου, πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, και με τον τρόπο αυτό οι ανωτέρω προτάσεις και αυτές ενώπιον του Εφετείου κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτά έγινε από την αναιρεσίβλητη των αναφερόμενων σ' αυτές ισχυρισμών, αποδεικτικών μέσων, και εγγράφων. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1186/2021).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 201/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, δεν έλαβε υπόψη, τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα απ' αυτόν έγγραφα και δη Α:

με τον δεύτερο λόγο κατά το οικείο σκέλος: 1) το από 27-11-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο η εκμισθώτρια και άμεση δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Μ. Ζ., πώλησε, ατύπως, στον δεύτερο αναιρεσείοντα το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος 5.000.000 δρχ., έναντι του οποίου προκατέβαλε το ποσό των 200.000 δρχ. και 2) την από 15-12-1989 υπεύθυνη δήλωση της πωλήτριας Μ.

Ζ., φέρουσα βεβαίωση για το γνήσιο της υπογραφής από το ΚΒ' Αστυνομικό Τμήμα Αθηνών, που επιβεβαιώνει την επικαλούμενη από τον δεύτερο αναιρεσείοντα ανωτέρω πώληση του επίδικου ακινήτου, που δικαιολογεί τον ισχυρισμό του ίδιου για άσκηση νομής διανοία κυρίου, από το έτος 1985 μέχρι την επίδοση, στις 18-07-2014, της ένδικης αγωγής, ενώ αναλάμβανε υπόψη τα ως άνω έγγραφα θα είχε γίνει αποδεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού επί του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, που είχε με άτυπη πώληση από τη μεταγενέστερη της κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη από την δικαιοπάροχο αυτής, και όχι ότι ασκούσε την κατοχή του επιδίκου ακινήτου με βάση σύμβαση μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από τον αναιρεσείοντα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.

Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, που διαλαμβάνεται στις προτάσεις αυτής, που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της ... πλαγιαστικής αγωγής, ότι ουδέποτε της καταβλήθηκε μίσθωμα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα και την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....", είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής εξώδικης ομολογίας από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. [5] Κατά τη διάταξη του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018). Αν η δήλωση που περιέχεται στο ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι δικαιοπρακτική, (δημιουργική δηλαδή ηθελημένων εννόμων συνεπειών), αλλά απλή ομολογία γεγονότων, αυτή έχει την αποδεικτική δύναμη της εξώδικης ομολογίας του άρθρου 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 400/2002, ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 1382/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη του αποδεικτικού μέσου, και δη ότι δεν έλαβε υπόψη την από 15-12-1989 υπεύθυνη δήλωση της άμεσης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, που φέρει το γνήσιο της υπογραφής και βέβαιης χρονολογίας, με θεώρηση από την αρμόδια αρχή του ΚΒ Αστυνομικού Τμήματος, στην οποία (υπεύθυνη δήλωση) γίνεται και αναφορά και επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της άτυπης, από 27-11-1985, πώλησης του επιδίκου ακινήτου, προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, από την οποία παράγεται πλήρης απόδειξη των περιεχομένων σ' αυτά δηλώσεων είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν δημόσια έγγραφα (άρθρ. 438, 440 και 441 ΚΠολΔ) ήτοι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος είναι και αβάσιμος, τούτο, δε διότι, τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, η θεώρηση της υπογραφής καθιστά την από 15-12-1989 υπεύθυνη δήλωση έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, και δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, και συνεπώς, δεν παραλείφθηκε να προσδοθεί σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχαν από το νόμο, και αυτά εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι για το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε ειδική αμφισβήτηση των ανωτέρω εγγράφων και, συνεπώς, συνάγεται πλήρης ομολογία αυτής ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου των δικαιοπρακτικών δηλώσεων αυτών, είναι απαράδεκτη, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 186/2023, ΑΠ 2076/2022).

Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και, ειδικότερα, των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ως εκκαλούσας, των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με την αγωγή της (καθ' υποφοράν), η αναιρεσίβλητη, ως ενάγουσα - εκκαλούσα αμφισβήτησε ειδικώς το επικαλούμενο, από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, περιεχόμενο των ανωτέρω ιδιωτικών εγγράφων.

Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετη κρίση απ' αυτήν της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δέχθηκε ότι ως μισθωτής ο δεύτερος αναιρεσείων "... δεν μπορεί να μιλάει για πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, καθόσον ασκούσε κατοχή επ' αυτού δυνάμει της εννόμου σχέσεως της μισθώσεως και μετά την επικαλούμενη απ' αυτόν συμφωνία με την πρώην ιδιοκτήτρια του ακινήτου για πώλησή του σ' αυτόν...." είναι απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω επικαλούμενος λόγος αναίρεσης. [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 2076/2022, ΑΠ 2016/2017). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠοΔ), από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1941/2022).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 651 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι τις 31-12-2015, πριν από το ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τέταρτο και άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), οι αποφάσεις για την παράδοση ή την απόδοση της χρήσης του μισθίου αποτελούν, κατά τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, που κρίνεται από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της παράδοσης ή της απόδοσης της χρήσης του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως.

Κατά την έννοια αυτή ο τιθέμενος περιορισμός της έκτασης του δεδικασμένου μόνο στο επιλυθέν κύριο ζήτημα της παράδοσης ή της απόδοσης της χρήσης του μισθίου και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως αφορά μόνο τις διαφορές περί παράδοσης ή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 1226/2012). Αντιθέτως, το δεδικασμένο που απορρέει από αποφάσεις επί των υπολοίπων διαφορών που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ.

ΚΠολΔ, όπως καταβολής μισθωμάτων κ.λπ., ισχύει χωρίς κανένα περιορισμό της έκτασής του που θεσπίζεται γενικά και καταλαμβάνει, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ, και τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ` ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά θέματα καθώς και ως προς εκείνα τα ζητήματα επί των οποίων η κρίση και η απόφαση ήταν αναγκαία προς διάγνωση της διαφοράς και όχι ως προς όσα κρίθηκαν χωρίς ανάγκη αλλά πλεοναστικώς και παρέργως (ΑΠ 1226/2012).

Αν είχε υποβληθεί ισχυρισμός περί δεδικασμένου και το δικαστήριο παρέλειψε να τον ερευνήσει ιδρύεται ο λόγος από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 161/2018, ΑΠ 1098/2011). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε α) την ύπαρξη της τελεσίδικης απόφασης, β) ότι ταυτίζονται οι διάδικοι ή τα πρόσωπα υπέρ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και την επίδικη διαφορά, γ) την ταυτότητα της διαφοράς δηλ.

την ιστορική και νομική αιτία στην οποίαν στηρίζεται και η ένδικη αξίωση, δ) ότι υπεβλήθη αίτημα παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής λόγω δεδικασμένου (ΑΠ 514/2002), ενώ μόνη η αναφορά της απόφασης και του περιεχομένου της δεν αρκεί (ΑΠ 2/2006, 89/2013), και ε) ποια η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 258/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τη 1) με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς στην άσκηση της με αριθμ.

έκθ. κατ. ..., αγωγής με την οποία ζητούσε, πλην την απόδοσης του μισθίου λόγω δυστροπίας καταβολής μισθωμάτων, και την καταβολή των μηνιαίων μισθωμάτων από το Μάΐο 1991 έως Μάιο 1995, συνολικού ποσού 2.958.685 δρχ., διότι η αναιρεσίβλητη δεν συνδέεται με σύμβαση μίσθωσης με τον δεύτερο αναιρεσείοντα και την ο.ε. με την επωνυμία "...." του επίδικου ακινήτου, και 2) με αριθμ. 599/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η με αριθμ.

έκθ. κατ. ... πλαγιαστική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του δεύτερου αναιρεσείοντος και της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "...", με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του επίδικου ακινήτου, ως μίσθιου στον εκμισθωτή Β. Ζ., λόγω καταγγελίας της μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη, ως δανείστρια του εκμισθωτή Β.

Ζ., με επίκληση της μετατροπής της σε αορίστου χρόνου μετά τη συμπλήρωση δωδεκαετίας των εναγόμενων αυτής στη χρήση του μισθίου, και κατέστη τελεσίδικη με την 947/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός (τρίτος) αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει κρίση για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, από την παραπάνω δικαστική απόφαση καταβολής μισθωμάτων, ανεξαρτήτως και της αοριστίας του παραπάνω λόγου αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν περιγράφεται το ακριβές περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων, ούτε ταυτότητα της διαφοράς, ούτε ότι κρίθηκαν παρεμπιπτόντως ζητήματα και ποια και αν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, ούτε ότι ήταν καθ` ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα θέματα, και ότι υπεβλήθη αίτημα παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής λόγω δεδικασμένου.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό του για την ύπαρξη δεδικασμένου από τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις, ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εκμισθώτρια είναι απαράδεκτος, λόγω της αυτής παραπάνω αοριστίας του, αλλά και ως αλυσιτελής.

Και, τούτο, διότι το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη του ισχυρισμού του δεύτερου αναιρεσιβλήτου περί κτήσης κυριότητας στο ένδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, στηρίχθηκε, κατά τις παραδοχές, στο ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, δεν άσκησε εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο για τουλάχιστον είκοσι έτη μέχρι την επίδοση της αγωγής. [7] Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 2003/2022).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο και στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 901//2022, ΑΠ 867/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενες από τον δεύτερο αναιρεσείοντα πλημμέλειες για παραμόρφωση των παρακάτω εγγράφων: 1) με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, των με αριθμ. 477556/28-2-1991, 478738/18-3-1991 και 480201/18-4-1991 γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης, δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τα γραμμάτια αυτά η ομόρρυθμη εταιρία "...." κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα μισθώματα των μηνών Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 1991 υπέρ της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου θείας της Μ.

Ζ., ενώ όπως ο δεύτερος αναιρεσείων υποστήριξε στην οπίσθια σελίδα αυτών βεβαιώνεται ότι το κατατεθέν ποσό επεστράφη στην ανωτέρω ο.ε. ως καταβληθέν εκ παραδρομής και 2) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, της με αριθμ. έκθ. κατ. ... αγωγής, με την οποία η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ζήτησε την καταβολή των μισθωμάτων "του χρονικού διαστήματος Μάιος έως Δεκέμβριο 1994", ήτοι για οκτώ μήνες και την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας, ενώ το αληθές είναι ότι με την αγωγή επεδίωκε την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών, Μάιος 1991 έως Μάιος 1995, συνολικού ποσού 2.958,685 δρχ., είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.

Και, τούτο, διότι: 1) στο αναιρετήριο δεν αναγράφεται το αληθινό περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων (κατά λέξη), και 2) δεν επικαλέστηκε ότι Εφετείο κατέληξε στην παραδοχή της αγωγής με απόρριψη της ένστασης ίδιας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, του δεύτερου αναιρεσείοντος, επειδή στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι και αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, με παράγωγο τρόπο, και της μη κατάλυσης αυτής από τον δεύτερο αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, με άσκηση εμφανών πράξεων νομής για είκοσι χρόνια πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα συνεκτιμώντας αυτά με όλα τα αποδεικτικά μέσα, ενώ με την μνεία των παραπάνω εγγράφων (γραμματίων και αγωγής) στην προσβαλλόμενη δεν αποδίδεται ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτά για τη συναγωγή του καταληκτικού πορίσματος.

IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον δεύτερο αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτής, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27-12-2020 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της με αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 27-12-2020 αίτηση του Γ. Μ. του Δ. για αναίρεση της με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ