Legislator Case Law & Legislation
212/2020 AI generated

212/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 212/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

212/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 7032/4-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ...

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees fines for procedural infringement payment of cost deposit payment of surcharges late payment of fees unpaid fines
AI generated
1335/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/5/2018 αίτησή του.
1003/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
2184/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2203/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1375/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 212/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 KΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 7032/4-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ...

προκύπτει ότι, μετά από την έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως , επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 31-7-2018 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Επομένως, εφ` όσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την από 31-7-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εφεσιβλήτου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, 167/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε: α) ως ανυποστήρικτη την από 16-10-2014 έφεση του τελευταίου λόγω της ερημοδικίας του και β) κατ' ουσίαν την από 10-10-2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 376/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων δεχόμενη κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την από 27-1-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας τον εδώ αναιρεσίβλητο-εναγόμενο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 94.500 ευρώ ως αποζημίωση για την επελθούσα σ' αυτόν θετική ζημία αλλά και για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα εκ μέρους του τελευταίου σε βάρος του πρώτου αδικοπραξία ( έκδοση τραπεζικών επιταγών εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον οικείο λογαριασμό), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και παραδεκτά κατά της ανωτέρω (ερήμην του εκκαλούντος-εφεσίβλητου -εναγόμενου) αποφάσεως του Εφετείου που έχει καταστεί τελεσίδικη, εφόσον, όπως προκύπτει από την 6752/12-7-2018 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή σε συνδυασμό με το με αρ. Πρωτ.58/18-11-2019 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέως του ανωτέρω δικαστηρίου που με επίκληση προσκομίζει ο αναιρεσείων , παρότι αντίγραφό της επιδόθηκε στον ερημοδικασθέντα διάδικο, ο τελευταίος δεν άσκησε εντός της προβλεπομένης νομίμου (15ημερης) προθεσμίας ανακοπή ερημοδικίας (ΟλΑΠ17/2013).

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2ΚΠολΔ) δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...ο εναγόμενος εξέδωσε στον ... και παρέδωσε στον ενάγοντα τις με αριθμούς 37181439-1, 37181440-5,37181441-3 τραπεζικές επιταγές της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2009, 30-6-2010, 30-9-2010 αντίστοιχα, ποσού 37.500 ευρώ εκάστης, σε διαταγή του πληρωτέες σε χρέωση του καταχωρημένου στο σώμα αυτών λογαριασμού στην εν λόγω πληρώτρια τράπεζα.

Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίστηκαν από τον ενάγοντα, λήπτη τους, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο σχετικό λογαριασμό του. Η εμπρόθεσμη εμφάνιση από τον κομιστή ενάγοντα και η μη πληρωμή των προαναφερομένων τραπεζικών επιταγών δεν βεβαιώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα με σχετική επισημείωση στο σώμα αυτών, ενόψει της μακρόχρονης συνεργασίας τους σε εμπορική επιχείρηση και της ανάπτυξης σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης, έτσι δεν σφραγίστηκαν μετην προοπτική πληρωμής τους αμέσως μόλις θα παρουσίαζε βελτίωση η δυσχερής οικονομική κατάσταση του υπόχρεου εναγόμενου.

Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση ο εναγόμενος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για ολοσχερή εξόφληση του συνολικού ποσού των 112.500 ευρώ των επίδικων επιταγών , έναντι του οποίου κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 20.000 ευρώ με τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό του στην ίδια ανωτέρω τράπεζα. Η κατάθεση του μάρτυρα γιού του εναγόμενου, σχετικά με τη μερική χρηματική καταβολή προς ισόποση εξόφληση των επιδίκων επιταγών κρίνεται πειστική και δεν αποδυναμώνεται από τη χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος που ενώ δέχεται την είσπραξη του ποσού, αντιτείνει τον ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη καταβολή αφορά σε προγενέστερο χρέος του εναγόμενου προς αυτόν.

Εξ άλλου οι διάδικοι με το από 30-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν διευθετήσει τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε σχέση με την εταιρεία ... από την επικείμενη τότε λύση της και τη μεταβίβαση στον εναγόμενο του ποσοστού 50% της συμμετοχής του ενάγοντος που καθόρισαν στο ποσό των 325.000 ευρώ, αντίστοιχο μέρος του οποίου κάλυπταν οι επίδικες επιταγές.

Η αδυναμία του εναγόμενου να εξοφλήσει το του συνολικού ποσού των επιταγών αποδεικνύει τη γνώση του κατά το χρόνο εκδόσεως αυτών ότι δεν διέθετε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα. Σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, ο εναγόμενος είχε πλήρη εικόνα τηςοικονομικής του κατάστασης και απολύτως σαφή επίγνωση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, ώστε δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις τρέχουσες εμπορικές του οφειλές.

Κατ' ακολουθία, ο εναγόμενος ο οποίος εξέδωσε τις ένδικες επιταγές εν γνώσει της ελλέιψεως αντικρύσματος διαπράττοντας το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών έναντι του ενάγοντος τον οποίον ζημίωσε παράνομα και υπαίτια και οφείλει την αποζημίωσή του.

Ειδικότερα η ζημία του ενάγοντος ανήλθε αρχικώς στο ποσό των 112.500 ευρώ, πλην όμως ήδη η ζημία του περιορίστηκε, αφού η χρηματική αξίωσή του από τη σε βάρος του αδικοπραξία έχει ήδη ικανοποιηθεί μερικώς με καταβολή ποσού 20.000 ευρώ". Ακολούθως το Εφετείο κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η περιουσιακή ζημία του ενάγοντος από την εις βάρος του αδικοπραξία του εναγομένου ανήλθε στο ποσό των 92.500 ευρώ και ότι η επιδικαστέα υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη ανέρχεται στο ποσό των 2.000 απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατ' ουσίαν.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς του κατά το πρώτο σκέλος αυτού μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το (αγωγικό) αίτημα που επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο εφέσεως (περί επιδικάσεως τόκων από την 1-11-2011, δηλαδή από χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής), υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 340,341 παρ.1 και 345 εδ.α' ΑΚ περί υπερημερίας.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου κατά το περί τοκογονίας τμήμα του ιστορικού που ενδιαφέρει εν προκειμένω προκύπτει ότι ο ενάγων αναιρεσείων αναφέρει ότι " ...πέραν της υποσχέσεως περί πληρωμής των επιταγών εντός του έτους 2010 όχλησε αυτόν (εναγόμενο) κατά τις εορτές του 2010 να του δώσει τα χρήματά του...", ενώ σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής ζητεί την επιδίκαση τόκων από την 1-11-2011, (άλλως από την επίδοσή της).

Πέραν της διαστάσεως (διαρκείας ενός περίπου έτους) που διαπιστώνεται μεταξύ του αιτητικού και του ιστορικού της αγωγής ως προς το χρόνο ενάρξεως επιδικάσεως τόκων και του γεγονότος ότι υπόκειται απαίτηση από αδικοπραξία και όχι από επιταγή οπότε απαιτείται ρητή δικαστική ή εξώδικη όχληση, ο ενάγων δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη ημέρα οχλήσεως εντός των εορτών του 2010.

Εν όψει των ανωτέρω το Εφετείο που έκρινε ότι το παραπάνω αίτημα είναι νομικά αβάσιμο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως δεν έσφαλε μη εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, αλλά εκείνη εκ του άρθρου 346 ΑΚ .

Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ως προς το ως άνω αίτημα που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ώστε να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ίδρυση του προβαλλομένου από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου (πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του) περί εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων του ΑΚ (Ολ ΑΠ 9/2011, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018), ο οποίος εντεύθεν τυγχάνει απαράδεκτος.

Τέλος αλυσιτελής κρίνεται ο ίδιος λόγος κατά το τελευταίο (τρίτο) σκέλος του, με τον οποίο παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη τον προβληθέντα στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό του ότι "ο εναγόμενος είχε υποσχεθεί ότι θα πληρώσει τα χρήματα (των επιταγών) εντός του έτους 2010, υπόσχεση την οποίαν ο ίδιος (ενάγων-αναιρεσείων) αποδέχθηκε και ο αναιρεσίβλητος δεν τήρησε. Και τούτο διότι η επιδικασθείσα απαίτηση έχει έρεισμα στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, συνεπώς ο άνω ισχυρισμός (δηλαδή η μη εκπλήρωση της επικαλουμένης "υποσχέσεως" περί αποκαταστάσεως της επελθούσης από την ως άνω αιτία ζημίας) δεν είναι αυτοτελής ώστε να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και εντεύθεν δεν έχει επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσης, αλλά ανάγεται στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος στην προσπάθειά του να μεταθέσει σε προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής χρόνο την αφετηρία ενάρξεως της τοκοφορίας της ενδίκου απαιτήσεώς του, αίτημα που κρίθηκε, κατά τα προλεχθέντα, ως νομικά αβάσιμο.

Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ.19ΚΠολΔ αιτίαση για ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με την παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί μερικής καταβολής και την απόρριψη ως μη αποδειχθέντος του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η καταβολή αφορούσε άλλη αιτία, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ στις οποίες στηριζόταν ο ως άνω ισχυρισμός του και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της απόφασης όμως προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε και περί του συγκεκριμένου ζητήματος την απαιτουμένη αιτιολογία, καθόσον αναφέρει στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του επί του εν λόγω ζητήματος της μερικής δηλαδή εξοφλήσεως με την καταβολή του επίμαχου χρηματικού ποσού των 20.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε το επίδικο και όχι άλλο προγενέστερο χρέος, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των ως είρηται διατάξεων.

Τέλος με το συγκεκριμένο λόγο και υπό το πρόσχημα της ανεπαρκείας αιτιολογιών πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο561παρ.1ΚΠολΔ) η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και το βάσει αυτών σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ2178/2007).

Με τον τελευταίο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθη υπόψη ως τεκμήριο η απόφαση 199/2014 που προσκόμισε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποίαν ενεγράφη προσημείωση υποθήκης για το συνολικό ποσό της αποζημίωσης από την επίμαχη ως άνω αδικοπραξία (112.500 ευρώ) και όχι για το επιδικασθέν (92.500 ευρώ) καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε στη σχετική δίκη τη μερική καταβολή των 20.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρος του εναγομένου, την χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, ιδιαιτέρως δε από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων επικαλείται την ως άνω απόφαση δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την φερομένην ως αγνοηθείσα, ως άνω, απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος εφόσον ο αναιρεσίβλητος ερημοδικεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2018 αίτηση του Μ. Π. για αναίρεση της 167/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ