Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling admission of claims constitutes waiver of defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding inheritance debts. The appellants argued that the court erred by relying on payment orders not explicitly cited in their submissions, claiming this violated procedural rules. However, the court found that the appellants' own submissions contained admissions regarding the collection of funds between 1982 and 1989, which legally interrupted the statute of limitations. Consequently, the court ruled that the defense of expired limitation periods was inadmissible due to these prior admissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The defense of statute of limitations is inadmissible if the party's own submissions contain admissions regarding the interruption of the limitation period or the collection of the disputed sum.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 212 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 212/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας νευροψυχιατρικής κλινικής με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β., χήρας Ο. Χ., το γένος Η. και Α. Π., κατοίκου ..., 3) Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ά. συζύγου Δ. Μ., το γένος Γ. και Μ. Τ., κατοίκου ..., 5) Φ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 6) Σ. (Ρ.) χήρας Η. Π., το γένος Η. και Α. Π.. Οι 1η, 2η, 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χ. Α., ο 3ος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, ενώ η 6η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων Χ. Α. δήλωσε ότι η 6η των αναιρεσειόντων Σ. Π. απεβίωσε την 1η-8-2017, όπως προκύπτει από την από 2-8-2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου …. και κληρονομήθηκε από τον Κ. Π. του Η., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Β., κατοίκου ..., ως εκκαθαριστή της κληρονομίας Β. Ζ. και ενεργούντος για λογαριασμό των κληρονόμων αυτού. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τουρκαντώνη. Κοινοποιουμένη προς: τον κ. Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην …., υπό την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία επί της εκκαθάρισης περιουσιών καταλειπομένων στο Δημόσιο και υπέρ κοινοφελών σκοπών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6180/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5541/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2011 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1785/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο το σχετικό με τις αξιώσεις των Γ. Π., Φ. Ζ., Ι. Μ. και Κ. Κ., για λογαριασμό των οποίων, ως κληρονόμων του Β. Ζ., υποχρεώθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό ειδικότερα των 331.345,30 ευρώ και παρέπεμψε ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2937/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 28-12-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2937/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατ' έφεση της υπ' αριθ. 6180/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30.09.2007 αγωγή του κατά των εναγομένων-ήδη εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσειόντων) προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (αριθ.
έκθ. κατ. 226059/9812/17.10.2007), ο ενάγων-ήδη εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσίβλητος), νομίμως διορισθείς από τον Υπουργό Οικονομικών ως εκκαθαριστής της κληρονομίας του Β. Ζ., ισχυρίστηκε ότι στις 08.11.1975 απεβίωσε ο Β. Ζ., ο οποίος με την από 25.04.1972 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, εγκατέστησε ως κληρονόμους του το Ελληνικό Δημόσιο στο ήμισυ της κληρονομίας του, για τους αναφερόμενους στη διαθήκη κοινωφελείς σκοπούς, και τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του στο έτερο ήμισυ της κληρονομίας αυτής, η οποία συνίσταται στην αξία του εταιρικού μεριδίου του (31,25%) στην πρώτη εναγομένη, δηλ.
την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας είναι οι λοιποί, και ότι στο καταστατικό ορίζεται ότι έχουν το δικαίωμα-δυνατότητα οι κληρονόμοι-φυσικά πρόσωπα των εταίρων να λαμβάνουν, μέχρι την εξαγορά του εταιρικού μεριδίου, την αντίστοιχη αναλογία επί των κερδών της.
Ότι με την 28/2005 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 21.11.2003 αίτησής του περί διαιτησίας προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, εκτιμήθηκε η αξία του ακινήτου της κληρονομίας (οικόπεδο και κτίσμα) σε ποσό 3.000.000 € και επομένως το μερίδιο του διαθέτη σε 937.500 (3.000.000 Χ 31,25%) ευρώ και τα καθαρά κέρδη από την εκμετάλλευση (μίσθωση) αυτού πριν από το χρόνο θανάτου του μέχρι το χρόνο υποβολής της αίτησης στη διαιτησία (21.11.2003), στο ποσό των 1.370.000 €, συνεπώς το μερίδιο του διαθέτη σε αυτά σε ποσό 428.125 € (1.370.000 Χ 31,25%).
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, νομιμοτόκως από το χρόνο όχλησης (03.08.2005 που τους επιδόθηκε η από 27.07.2005 εξώδικη δήλωσή του), εις ολόκληρον έκαστος, για λογαριασμό όλων των εκπροσωπούμενων από αυτόν ανωτέρω κληρονόμων, φυσικών προσώπων και Ελληνικού Δημοσίου, μετά την αφαίρεση καταβληθέντος ποσού ύψους 579.981,67 €, το ποσό των (937.500 + 428.125 - 579.981,67=) 785.643,33 €, το οποίο αντιστοιχεί στο ανεξόφλητο υπόλοιπο των απαιτήσεών του κατά των εναγομένων, από το χρόνο θανάτου του διαθέτη (08.11.1975) μέχρι την υποβολή της αίτησης στην ανωτέρω διαιτησία (21.11.2003) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδά του.
Κατά τη συζήτηση παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος ο Υπουργός Οικονομικών, ως ασκών την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς, όπως εν προκειμένω το ήμισυ της κληρονομιάς του διαθέτη, το οποίο καταλείφθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την αγωγή, ενώ ειδικώς ως προς τους κληρονόμους-φυσικά πρόσωπα προέβαλαν ένσταση παραγραφής των επίδικων αξιώσεων και ειδικότερα:
α) της εικοσαετούς από το θάνατο του διαθέτη (08.11.1975), που συμπληρώθηκε στις 08.11.1995, ως προς την αξίωσή τους στο εταιρικό μερίδιο αυτού και β) της πενταετούς, ως προς την αξίωσή τους για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη, για τις εταιρικές οικονομικές χρήσεις των ετών 1975-1997, η οποία άρχισε για την πρώτη εταιρική χρήση στις 31.12.1976 και συμπληρώθηκε στις 31.12.1981, ενώ συμπληρώνονταν διαδοχικά για κάθε επόμενο έτος την ίδια ημερομηνία μετά την πάροδο πενταετίας μέχρι και την οικονομική χρήση έτους 1996, η παραγραφή της οποίας άρχισε στις 31.12.1997 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2002.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6180/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η ένσταση παραγραφής, τόσο η εικοσαετής (άρθρα 247, 249 ΑΚ) όσο και η πενταετής (άρθρα 250, 251, 253 ΑΚ). Περαιτέρω, όμως, εκτιμήθηκε ότι ο ενάγων είχε προτείνει με την αγωγή του, καθ' υποφοράν, νόμιμη αντένσταση περί διακοπής του χρόνου παραγραφής, λόγω αναγνώρισης των αξιώσεων των κληρονόμων-φυσικών προσώπων (άρθρο 260 ΑΚ) από τους εναγομένους, με καταθέσεις της πρώτης εξ αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ότι όμως αυτές δεν γνωστοποιήθηκαν προς τους κληρονόμους-φυσικά πρόσωπα Δ. Ζ. και Α. Μ., προς τους οποίους δεν αποδόθηκε ούτε εισέπραξαν κανένα ποσό, οπότε δεν διεκόπη η παραγραφή και αμφότερες οι αξιώσεις τους παραγράφηκαν (117.187,5 € και 39.062,6 €, αντίστοιχα, στο εταιρικό μερίδιο, 26.757,75 € και 8.919,25 €, αντίστοιχα, στα εταιρικά κέρδη).
Αντιθέτως, όσον αφορά στις αντίστοιχες αξιώσεις των υπόλοιπων τεσσάρων κληρονόμων, δηλαδή Γ. Π., Φ. Ζ., Ι. Μ. και Κ. Κ., έγινε δεκτό ότι η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσής τους στο εταιρικό μερίδιο του διαθέτη, η οποία άρχισε κατά το χρόνο του θανάτου του, διακόπηκε με την αναγνώρισή της από τους εναγομένους, με τις προαναφερόμενες καταθέσεις της πρώτης εξ αυτών στο ΤΠ&Δ κατά τα έτη 1982-1989, των οποίων οι τελευταίοι έλαβαν γνώση, εφόσον αποδέχτηκαν στη συνέχεια, κατά τα έτη 1991 και 1993, την καταβολή των ποσών που αντιστοιχούσαν στον καθένα, με τα αναφερόμενα χρηματικά εντάλματα του ΤΠ&Δ, με συνέπεια να διατηρούν αξίωση από την αιτία αυτή για συνολικό ποσό 312.500 € (117.187,50 + 117.187,50 + 39.062,50 + 39.062,50, αντίστοιχα).
Περαιτέρω, ως προς την αξίωση των εν λόγω κληρονόμων για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη, έγινε εν μέρει δεκτή η ένσταση παραγραφής για τα αναφερόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα, ενώ απορρίφθηκε, λόγω αποδοχής της, κατά τις παραδοχές της απόφασης, προβληθείσας από τον ενάγοντα αντένστασης περί διακοπής της, για τα χρονικά διαστήματα που σε αυτήν αναφέρονται.
Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 349.356,63 €, το οποίο αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσό των 331.011,30 € για τις αξιώσεις των ως άνω κληρονόμων-φυσικών προσώπων, πλέον του ποσού των 18.345,33 € για τις αξιώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, με το νόμιμο τόκο από 03.02.2006.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών αμφότερα τα διάδικα μέρη, με τις από 09.11.2009 και 18.12.2009 αντίστοιχες εφέσεις τους. Οι εφέσεις συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 24.05.2011, κατά την οποία άσκησε πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος-ενάγοντος παρέμβαση ο Υπουργός Οικονομικών και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτές, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν όπως και πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της απόφασης αυτής, και ειδικότερα κατά του τμήματός της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση που άσκησαν οι ίδιοι, συγκεκριμένα δε ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στις αξιώσεις των λοιπών, πλην του Ελληνικού Δημοσίου, κληρονόμων του Β. Ζ., οι εκκαλούντες- εναγόμενοι άσκησαν την από 10.1.2012 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Ο εκκαλών-ενάγων δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή, η οποία, επομένως, κατά το τμήμα της με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η έφεση που αυτός είχε ασκήσει, κατέστη αμετάκλητη. Επί της αίτησης αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1785/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος και αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου, κατά το κεφάλαιό της το σχετικό με τις αξιώσεις των Γ.
Π., Φ. Ζ., Ι. Μ. και Κ. Κ., για λογαριασμό των οποίων, ως κληρονόμων του Β. Ζ., είχαν υποχρεωθεί με την πρωτόδικη απόφαση οι αναιρεσείοντες- εκκαλούντες- εναγόμενοι να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο- εφεσίβλητο -ενάγοντα το ποσό των 331.345,30 €. Ειδικότερα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχτηκε, ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει πως ο αναιρεσίβλητος (εφεσίβλητος-ενάγων) δεν δέχεται με την αγωγή του ότι έλαβε έγκαιρα γνώση των καταθέσεων που ανέφερε η πρώτη αναιρεσείουσα (πρώτη εκκαλούσα-εναγομένη) στην ενσωματωμένη στην αγωγή από 02.08.2005 εξώδικη δήλωσή της και συνεπώς μόνη η κατάθεση χρηματικών ποσών από την πρώτη αναιρεσείουσα, χωρίς έγκαιρη γνωστοποίηση των καταθέσεων αυτών στον αναιρεσίβλητο, δεν αρκεί για να διακόψει την παραγραφή των σχετικών αξιώσεων που αφορούν στα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα των κληρονόμων του Β.
Ζ.. Επίσης δέχθηκε ότι με την αγωγή αυτή ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλείται ως γεγονός διακοπτικό τις ανωτέρω καταθέσεις χρηματικών ποσών από την πρώτη αναιρεσείουσα (πρώτη εκκαλούσα-εναγομένη) ούτε διετύπωσε με την αγωγή του ορισμένο αίτημα, δηλαδή τη, λόγω διακοπής της παραγραφής, απόρριψη της σχετικής ένστασης παραγραφής των αναιρεσειόντων (εκκαλούντων-εναγομένων), αίτημα που δεν περιέχεται ούτε στην πρωτόδικες προτάσεις του αλλά ούτε και στις προτάσεις του επί της έφεσης των αντιδίκων του.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις και κρίση το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι "παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντένσταση που δεν προτάθηκε παραδεκτά, με αποτέλεσμα να δεχτεί στη συνέχεια, με βάση την αντένσταση αυτή, κατά ένα μόνο μέρος την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής των επίδικων ως άνω αξιώσεων, οπότε εσφαλμένα ακολούθως έκρινε ότι οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν παραγραφεί κατά το ποσό των 347.542,30 € που αφορά ειδικότερα στις αξιώσεις των τεσσάρων εκ των κληρονόμων του Β.
Ζ., δηλαδή των Γ. Π., Φ. Ζ., Κ. Κ. και Ι. Μ.". Ενόψει δε των ανωτέρω, αναίρεσε την εν λόγω 5541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο το σχετικό με τις αξιώσεις των ανωτέρω κληρονόμων και παρέπεμψε την υπόθεση, ως προς το ίδιο κεφάλαιο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση.
Ακολούθως, με την από 09.05.2014 κλήση του εφεσιβλήτου- ενάγοντος κατά των εκκαλούντων-εναγομένων, επανήλθε προς συζήτηση η έφεση των τελευταίων, μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της υπ' αριθ. 5541/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και εκδόθηκε από το τελευταίο αυτό Δικαστήριο η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2937/2015 απόφαση.
Με την τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείο, αφού κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης ως προς το κεφάλαιο της προηγηθείσης αποφάσεώς του, που αφορούσε στην από 18-12-2009 έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος (αριθ. εκθ. κατ. 12027/21-12-2009 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και 1123/21-12-2009 στο Εφετείο), δεδομένου ότι αυτός δεν είχε ασκήσει αναίρεση κατά της προηγηθείσης αποφάσεως του Εφετείου, με συνέπεια αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να υπάρχει ως προς αυτό δεδικασμένο, ακολούθως δίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την από 09-11-2009 έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων (αριθ.
κατ. 10551/09-11-2009 στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και 998/16-11-2009 στο Εφετείο), κατά το τμήμα της που συνέχεται με τις αξιώσεις των Γ. Π., Φ. Ζ., Ι. Μ. και Κ. Κ., κατά το οποίο αναιρέθηκε η προηγηθείσα υπ' αριθ. 5541/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και απέρριψε τη έφεση αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως στο πλαίσιο αυτό ερευνάται πλέον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατά τούτο μόνο ασκείται παραδεκτά.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των προσώπων που άσκησαν την κρινόμενη από 18-10-2015 αίτηση αναιρέσεως, ήταν και η Σ. χήρα Η. Π., ως αντίδικος του αναιρεσιβλήτου κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως διάδικος αποβίωσε την 1η Αυγούστου 2017, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
….7/19/2-8-2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ….., ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως εμφανίστηκε η δικηγόρος Χαρούλα Απαλαγάκη, η οποία δήλωσε ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον πλησιέστερο συγγενή της (βλ.
το υπ' αρ. πρωτ. …..69/11-9-2017 πιστοποιητικό του Δημάρχου ...), ήτοι τον υιό της Κ. Π., τον οποίο και εκπροσωπεί και ο οποίος έλαβε εν συνεχεία μέρος στη συζήτηση. Ωστόσο ο τελευταίος, πριν από το θάνατο της μητέρας του, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου αυτής, αφού εκείνη με το από 22-1-2010 νομίμως δημοσιευθέν ιδιωτικό συμφωνητικό του είχε μεταβιβάσει το εταιρικό της μερίδιο στην πρώτη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, ανερχόμενο σε 14,7247%, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί αυτός ομόρρυθμος εταίρος, έχοντας οριστεί και ως συνδιαχειριστής αυτής.
Επομένως και με τις δύο ιδιότητες μετέχει παραδεκτά στη δίκη.
ΙΙ. Από το άρθρο 260 ΑΚ, που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίζει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο", σαφώς συνάγεται ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη, γενόμενη προς το σκοπό δεσμεύσεως και παραγωγής υποχρεώσεως, ήτοι αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν υφιστάμενη (ΑΠ 1018/2011).
Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η μερική καταβολή, με σκοπό εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως του χρηματικού ποσού που ζητείται με την αγωγή (ΑΠ 1239/2010). Για τον εξώδικο τρόπο διακοπής της παραγραφής που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη αρκεί κάθε εκδήλωση του υποχρέου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρέωσής του, είτε ρητή είτε σιωπηρή, χωρίς να περιβληθεί κάποιον τύπο, έστω και αν δε γίνει σκόπιμα προς ανάληψη της υποχρέωσης (ΑΠ 794/2012, ΑΠ 362/2009, ΑΠ 68/2001).
Για να επέλθει διακοπή της παραγραφής δεν αρκεί μόνη η δημόσια από τον οφειλέτη κατάθεση του οφειλομένου, δηλαδή χωρίς παράλληλη γνωστοποίηση της κατάθεσης στο δανειστή, αφού η πράξη της κατάθεσης δεν απευθύνεται προς το δανειστή και συνεπώς δεν περιέρχεται από μόνη της σε γνώση του, ώστε να συνιστά διακοπτικό της παραγραφής γεγονός (ΑΠ 1785/2013).
Η είσπραξη όμως του παρακατατεθέντος από το δανειστή ποσού, έστω και αν αυτό αποτελεί μέρος του οφειλομένου, συνιστά μερική καταβολή με σκοπό εξόφλησης της ένδικης αξίωσης του αξιουμένου με την αγωγή χρηματικού ποσού και συνακόλουθα αναγνώριση της οφειλής, η οποία επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής του συνόλου του οφειλομένου ποσού.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται τόσον η αοριστία της ένστασης, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ένστασης, όσον και όταν αυτή δεν προβάλλεται κατά τον προβλεπόμενο στο νόμο δικονομικό τρόπο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.ΑΠ 472/1983).
Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 579 § 1 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται η συζήτηση κατά την οποία αυτή εκδόθηκε, οι δε υποβληθείσες κατ' αυτήν προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο.
Επομένως κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης (δηλ. της έφεσης) μπορούν να υποβληθούν νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, η δε κρίση του Εφετείου περί συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 778/2009, ΑΠ 434/2009, ΑΠ 352/2004). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Έτσι, κατά την πρώτη των περιπτώσεων αυτών, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγόμενου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα να προτείνει απεριορίστως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1043/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική μεν, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία, μέρος της τα εξής: "Ο Β. Ζ. του Η., ο οποίος απεβίωσε στις 08.11.1975, με την από 25.04.1972 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε .... και κηρύχθηκε κυρία .... όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Το ….
και τα έσοδά του κατά το ήμισυ θα διατίθενται για διαφόρους κοινωφελείς σκοπούς. "Ιατρικός Σύλλογος ….." 300.000, Δήμος …… 300 χιλιάδες. Το υπόλοιπον ήμισυ εις τους νομίμους κληρονόμους μου". Στη συνέχεια, με την 256/1987 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι, κατά την αληθή βούληση του διαθέτη, κληρονόμοι του είναι κατά το ήμισυ το Ελληνικό Δημόσιο, βαρυνόμενο με τις αναφερόμενες στη διαθήκη του δύο κληροδοσίες, 300.000 δρχ.
εκάστη, υπέρ του Ιατρικού Συλλόγου ….. και του Δήμου ….., αντίστοιχα, με εξουσία διαχείρισης των λοιπών ποσών, δια του Υπουργού Οικονομικών, υπέρ κοινωφελών σκοπών, ενώ κατά το έτερο ήμισυ κληρονομούν αυτόν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δηλαδή οι Δ. Ζ., Γ. Ζ. και Φ. Ζ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι Ι.
Μ., Α. Μ. και Κ. Κ., κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ομόρρυθμος εταίρος στην εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", την οποία αναφέρει στη διαθήκη του ως "...". Η εταιρεία αυτή είχε στην κυριότητά της, λόγω αγοράς .... ένα οικόπεδο στα ..., .... έκτασης 9.683,37 τμ. Επ' αυτού ανήγειρε το έτος 1950 τριώροφο κτίριο με ημιυπόγειο και δύο ισόγεια βοηθητικά κτίρια, στα οποία λειτούργησε έκτοτε φυματιολογική κλινική.
Με την από 26.05.1975 τροποποίηση, μεταβλήθηκε η επωνυμία της σε "... Ο.Ε." και η συμμετοχή του αποβιώσαντος στα κέρδη και τις ζημίες της καθορίστηκε σε ποσοστό 31,25%. Παράλληλα, οι ανωτέρω εταίροι συνέστησαν με άλλους την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία συμμετείχε η προαναφερόμενη πρώτη ως άνω εταιρεία ως νομικό πρόσωπο- εταίρος, με ποσοστό 40% και στην οποία εκμίσθωνε το ανωτέρω ακίνητο για τη λειτουργία θεραπευτηρίου νευροψυχιατρικών-νευρολογικών παθήσεων.
Με την από 30.09.1969 τροποποίηση ο διαθέτης απέκτησε στην δεύτερη εταιρεία (μισθώτρια) και προσωπικό μερίδιο 1%, η δε επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε σε "... Ο.Ε.". Με το άρθρο 15 του από 3.10.1949 καταστατικού της πρώτης εταιρείας, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, ορίζεται ότι σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των εταίρων αυτή θα συνεχίζεται μεταξύ των επιζώντων και των κληρονόμων του θανόντος, εφόσον έχουν στενή συγγενική σχέση γονέα, συζύγου και τέκνου.
Σε διαφορετική περίπτωση, οι κληρονόμοι δεν θα υπεισέρχονται στην εταιρεία, αλλά θα μπορούν να εξαγοράσουν το εταιρικό μερίδιο του θανόντος εταίρου, εντός πενταετίας από το θάνατο αυτού, ενώ μέχρι την εξαγορά αυτή θα δικαιούνται να λαμβάνουν το ήμισυ των κερδών που αντιστοιχούν στο κληρονομικό τους μερίδιο επί της εταιρικής μερίδας του θανόντος.
Κατά το ίδιο άρθρο η αξία της εταιρικής μερίδας θα εκτιμηθεί με διαιτησία από το Τεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών, η απόφαση του οποίου θα είναι υποχρεωτική για όλους. Με βάση την ανωτέρω σαφή διάταξη, οι ως άνω κληρονόμοι του Β. Ζ., φυσικά πρόσωπα, οι οποίοι δεν έχουν καμία από τις ανωτέρω ιδιότητες (γονείς, σύζυγοι, τέκνα) δεν εισήλθαν στην εταιρεία, εφόσον κατά το καταστατικό της το εταιρικό μερίδιο του αποβιώσαντος καθίστατο ως προς αυτούς ακληρονόμητο, αλλά απέκτησαν δικαίωμα για καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας του και, μέχρι την εξαγορά αυτής, δικαίωμα για καταβολή του ημίσεος των κερδών της εταιρείας, κατά το κληρονομικό του μερίδιο έκαστος.
Στο πλαίσιο του ΑΝ 2039/1939 (άρθρο 8 § 3) και λόγω της διάταξης της διαθήκης υπέρ κοινωφελών σκοπών, ο Υπουργός Οικονομικών με την 1116893/3057/Α0011/1994 απόφασή του διόρισε ως εκκαθαριστή της κληρονομιάς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα (Δικηγόρο), ο οποίος αποδέχτηκε το λειτούργημά του για διενέργεια της εκκαθάρισης όλης της κληρονομιάς, δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό απάντων των κληρονόμων (άρθρο 29 § 1 ΑΝ 2039/1939).
Το γεγονός, ότι αυτός διαχειρίζεται και τις αξιώσεις των φυσικών προσώπων προς εκκαθάριση της κληρονομιάς με βάση την ανωτέρω διάταξη, δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Με την ιδιότητά του αυτή ο ενάγων κατέθεσε στη Μόνιμη Διαιτησία του TEE, κατά το ΠΔ 722/1979, την από 21.11.2003 (3115912/28.11.2003) αίτηση με την οποία ζήτησε:
α) την εκτίμηση της αξίας του εταιρικού μεριδίου του διαθέτη (31,25%) και β) τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών που αναλογούν στο μερίδιο αυτό, από το χρόνο του θανάτου του (08.11.1975) μέχρι την κατάθεση της αίτησης για διαιτησία (28.11.2003). Επ' αυτής εκδόθηκε η 28/13.07.2005 απόφαση, με την οποία: α) εκτιμήθηκε η αξία του εταιρικού μεριδίου του διαθέτη στο ποσό των 937.500 € (3.000.000 € Χ 31,25%), ή 319.453.125 δρχ.
και β) προσδιορίστηκαν τα καθαρά κέρδη της εταιρείας για το ανωτέρω διάστημα στο ποσό των 1.370.000 €, από τα οποία ποσό 428.125 € ή 145.883.594 δρχ. αντιστοιχούν στο μερίδιο του διαθέτη. Στο μεταξύ, κατά τη χρονική περίοδο από 10.09.1982 έως 24.08.1989, δηλαδή σε χρόνο πολύ πριν τον διορισμό του ενάγοντος ως εκκαθαριστή και την προσφυγή του στο Διαιτητικό Δικαστήριο για τον καθορισμό των αξιών των κληρονομιαίων στοιχείων, η πρώτη εκκαλούσα-εναγόμενη εταιρεία, αποδεχόμενη τις αξιώσεις των κληρονόμων και την υφιστάμενη προς αυτούς οφειλή των εκκαλούντων-εναγομένων, παρακατέθεσε σταδιακά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων "υπέρ των κληρονόμων Β.
Ζ." το συνολικό ποσό των 14.264.147 δρχ., έναντι της οφειλής όλων προς αυτούς από τις ως άνω αξιώσεις. Ο λόγος που προέβη στην παρακατάθεση των ποσών αυτών στο ΤΠ&Δ ήταν, όπως αναφέρεται στην εξεταζόμενη έφεση (σελ. 6), η επί σειρά ετών αντιδικία μεταξύ των κληρονόμων-φυσικών προσώπων του Β. Ζ. και του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς την ιδιότητα του τελευταίου ως κληρονόμου ή κληροδόχου.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το ….268/19.01.2006 έγγραφο του ΤΠ&Δ, το αρχικώς χορηγηθέν ….56/23.03.1976 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου τροποποιήθηκε με το …..509/31.03.1992 πιστοποιητικό, δυνάμει της 256/1987 απόφασης του Αρείου Πάγου, με τα οποία ορίζονται ως κληρονόμοι του Β. Ζ. κατά το ήμισυ των περιουσιακών στοιχείων του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους Δ.
Η. Ζώη, Γ. Δ. Π. και Φ. Α.Ζ. και κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους Α. συζ. Ι. Μ., Ι. Μ. του Μ. και Κ. συζ. Θ. Κ., ενώ το υπόλοιπο διατιθέμενο για διάφορους κοινωφελείς σκοπούς ήμισυ καταλείπεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, η παρακατάθεση τμήματος των οφειλόμενων ποσών στο ΤΠ&Δ, η οποία έγινε υπέρ εκείνων που θα νομιμοποιούνταν μελλοντικά ως κληρονόμοι, ήταν επιβεβλημένη και επιτρεπτή κατ' άρθρο 434 ΑΚ, λόγω εύλογης αβεβαιότητας ως προς τα πρόσωπα των δικαιούχων- δανειστών...
αλλά και λόγω της έλλειψης εκκαθαριστή. Τα ποσά που κατατέθηκαν από την πρώτη εφεσίβλητη στο ΤΠ&Δ, για λογαριασμό των κληρονόμων του Β. Ζ., είναι τα εξής:
Α) με το …..388/10.09.1982 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, ποσό 2.345.000 δρχ., από το οποίο αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ποσό 1.217.500 δρχ. με το ...72/19/11/1983 γραμμάτιο και στο Α' Ταμείο Ταμείο Είσπραξης Ελευθέρων Επαγγελμάτων Αθηνών ποσό 324.095 δρχ., βάσει των αναγκαστικών κατασχέσεων του Ταμείου αυτού κατά των κληρονόμων του διαθέτη, ενώ ποσό 37.818 δρχ. παρακρατήθηκε υπέρ του ανωτέρω Ταμείου, σύμφωνα με το 2638/1984 χρηματικό ένταλμα υπέρ αυτού.
Β) με τα ...926/07.10.1983, ...967/14.03.1984, ...095/30.12.1986, ...432/22.06.1987 και ...78/08.02.1988 γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης, το συνολικό ποσό των 7.805.857 δρχ., από το οποίο αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 3.902.929 δρχ. με το 6729/15.01.1983 γραμμάτιο.
Γ) με τα ...361/12.2.1983 και 34402/24.08.1989 γραμμάτια σύστασης τα ποσά των 1.100.950 και 2.922.340 δρχ., αντίστοιχα, από τα οποία αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ποσό 1.461.169 δρχ. με το ...2/15.10.1993 γραμμάτιο. Σε άμεση γνωστοποίηση των ανωτέρω καταθέσεων, κατά τους χρόνους που αυτές έλαβαν χώρα, δεν μπορούσαν να προβούν οι εκκαλούντες, γιατί τότε δεν είχε διοριστεί ο ενάγων-εκκαθαριστής, ενώ ως προς τους δικαιούχους-κληρονόμους υπήρχε αβεβαιότητα, η οποία άλλωστε είχε οδηγήσει και στην δημόσια παρακατάθεση των ως άνω ποσών. Στη συνέχεια, ωστόσο, αμέσως μετά την οριστικοποίηση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, των στοιχείων των κληρονόμων του Β. Ζ., η δημόσια χρηματική παρακαταθήκη που είχε συσταθεί υπέρ αυτών από την πρώτη εκκαλούσα, αποδόθηκε από το ΤΠ&Δ στους προαναφερόμενους τέσσερις από τους κληρονόμους, για τους οποίους παραπέμφθηκε η υπόθεση, και ειδικότερα καταβλήθηκαν απευθείας σε αυτούς, για λογαριασμό της πρώτης εκκαλούσας, που τα είχε παρακαταθέσει υπέρ εκείνων που θα νομιμοποιούνταν μελλοντικά ως κληρονόμοι, τα ακόλουθα ποσά:
1) στην Γ. Π. ποσό 304.375 δρχ., η οποία το εισέπραξε δυνάμει του ….18/03.06.1991 χρηματικού εντάλματος,
2) στον Ι. Μ. ποσό 60.756 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του 12/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
3) στη Γ. Π. ποσό 975.732 δρχ., και στον Ι. Μ. ποσό 352.244 δρχ., οι οποίοι το εισέπραξαν δυνάμει του …1/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
4) στον Φ. Ζ. ποσό 975.732 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του 522/03.02.1993 χρηματικού εντάλματος,
5) στην Κ. Κ. ποσό 325.244 δρχ., η οποία το εισέπραξε δυνάμει του …..85/15.06.1993 χρηματικού εντάλματος,
6) στη Γ. Π. ποσό 365.293 δρχ. και στον Ι. Μ. ποσό 121.764 δρχ., οι οποίοι το εισέπραξαν δυνάμει του …..06/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
7) στον Φ. Ζ. ποσό 365.293 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του …..906/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος και
8) στην Κ. Κ. ποσό 121.764 δρχ., η οποία το εισέπραξε δυνάμει του ….86/15.06.1993 χρηματικού εντάλματος. Ο ενάγων, όπως δεσμευτικά κρίθηκε από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δεν είχε προτείνει παραδεκτά με την αγωγή του "καθ' υποφορά", ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αντένσταση περί διακοπής του χρόνου της 20ετούς παραγραφής, που κατ' ένσταση είχαν προτείνει οι εναγόμενοι.
Αυτός, όμως, παραδεκτά προβάλλει την αντένσταση αυτή το πρώτον στην παρούσα μετ' αναίρεση δίκη, ως εφεσίβλητος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 1 και 579 ΚΠολΔ κατά τα αναφερόμενα στην αρχική νομική σκέψη. Ειδικότερα, αυτός υποβάλλει ρητώς αίτημα απόρριψης της ένστασης των εφεσιβλήτων-εναγομένων περί παραγραφής των αξιώσεων των τεσσάρων κληρονόμων τους οποίους εκπροσωπεί, λόγω διακοπής της, επικαλούμενος ως διακοπτικά του χρόνου αυτής γεγονότα τις προαναφερόμενες διαδοχικές καταθέσεις της πρώτης εκκαλούσας- εναγομένης στο ΤΠ&Δ, κατά τα έτη 1982- 1989, υπέρ των κληρονόμων Β.
Ζ., έναντι των επίδικων αξιώσεών τους και την απευθείας στους ως άνω κληρονόμους απόδοση αυτών από το ΤΠ&Δ, για λογαριασμό εκείνης, σταδιακά κατά το έτος 1993 (δεν επικαλείται την καταβολή που έλαβε χώρα το έτος 1991). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, εφόσον και η μερική καταβολή του οφειλόμενου χρέους ενέχει, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, αναγνώριση χρέους και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία του.
Ειδικότερα, με τις προαναφερόμενες παρακαταθέσεις στο ΤΠ&Δ από την πρώτη εκκαλούσα, έναντι των επίδικων αξιώσεων, υπέρ αυτών που θα νομιμοποιηθούν ως κληρονόμοι του Β. Ζ., οι οποίες γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια σε εκείνους με την απευθείας απόδοση των αντίστοιχων ποσών το έτος 1993, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους ανωτέρω χρόνους, από το ΤΠ&Δ για λογαριασμό όμως της πρώτης εκκαλούσας, με βάση την μεταξύ τους προηγηθείσα σύμβαση δημόσιας παρακαταθήκης υπέρ τρίτων, αυτή αναγνώρισε τις αξιώσεις των κληρονόμων, εκδηλώνοντας με την ανωτέρω ενέργειά της την πεποίθηση των εκκαλούντων για την ύπαρξη τόσο αυτών, όσο και της δικής τους υποχρέωσης για την ικανοποίησή τους.
Από την ενέργεια και τη συμπεριφορά αυτή δικαιολογείται, κατ' αντικειμενική κρίση, η πεποίθηση των κληρονόμων ότι οι εκκαλούντες είχαν σαφή επίγνωση των συγκεκριμένων αξιώσεών τους, εφόσον δεν προέκυψε ότι υπήρχε άλλη οικονομική διαφορά μεταξύ τους, και θεωρούσαν αυτές υφιστάμενες, έτσι ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής.
Τα καταβληθέντα ποσά, εφόσον δεν ορίστηκε το χρέος στο οποίο αφορούσαν, καταλογίστηκαν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, σύμμετρα και στις δύο αξιώσεις των κληρονόμων, δηλαδή τόσο αυτήν στο εταιρικό μερίδιο όσο και εκείνη στα εταιρικά κέρδη, οι οποίες ήταν γεννημένες κατά το χρόνο εκείνο και δικαστικά επιδιώξιμες και, επομένως, διακόπηκε η παραγραφή αμφοτέρων.
Ειδικά δε ως προς την 20ετή παραγραφή στο εταιρικό μερίδιο, στην οποία μόνο αφορούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος των λόγων της κρινόμενης έφεσης, ύψους 312.500 €, αυτή άρχισε κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη (08.11.1975), οπότε γεννήθηκε και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη της εν λόγω αξίωσης (άρθρο 1711 εδ.
β' ΑΚ) και διακόπηκε διαδοχικά κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες εντός του έτους 1993 (15.01.1993, 03.02.1993, 15.06.1993), δηλαδή πριν τη συμπλήρωσή της στις 08.11.1995. Από δε την επομένη κάθε καταβολής άρχιζε νέα 20ετής παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία (21.11.2003). Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, ότι μετά την χωρίς διακοπή συμπλήρωση της παραγραφής της αξίωσης των κληρονόμων στο εταιρικό μερίδιο στις 08.11.1995, δεν υφίσταται αξίωση αυτών για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη για το επόμενο της εν λόγω ημερομηνίας χρονικό διάστημα, καθίσταται αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, μετά την απόρριψη της ένστασης παραγραφής της αξίωσης αυτής, λόγω αποδοχής της αντένστασης του εφεσιβλήτου περί διακοπής της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ρητώς την ένσταση των εκκαλούντων-εναγομένων περί 20ετούς παραγραφής της αξίωσης στο εταιρικό μερίδιο του διαθέτη και σιωπηρώς τον ισχυρισμό τους περί μη οφειλής κερδών για τον μετά την παραγραφή αυτή χρόνο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ότι κακώς το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις που κατέθεσε μετά την αναίρεση της προηγηθείσης εφετειακής απόφασης, αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρον 260 του ΑΚ, καθόσον, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου:
α) ούτε προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) προέβησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε γνωστοποίηση των καταθέσεων στους αντιδίκους, β) δεν προέβαλε περιστατικά αντιπροσωπεύσεώς τους από το ΤΠ&Δ ή από οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο, ειδικά εξουσιοδοτημένο να ενεργήσει αντί αυτών για λογαριασμό τους και γ) ότι, ενόψει του γεγονότος ότι με την ένδικη αγωγή φέρονται προς κρίση δύο δικαιώματα (δικαίωμα αναλήψεως του ημίσεος των εταιρικών κερδών και δικαίωμα εξαγοράς της εταιρικής μερίδας του αποβιώσαντος), δεν προσδιορίζεται κατ' ελάχιστον η απαίτηση έναντι της οποίας έλαβε χώρα η πραγματοποίηση της δημόσιας καταθέσεως, εντεύθεν δε η διακοπή της παραγραφής.
Όμως, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου ο αναιρεσίβλητος, το πρώτον στην μετ' αναίρεση δίκη, στην οποία είχε κριθεί κατά τα προεκτεθέντα με την προρρηθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι δεν προτείνεται παραδεκτά με την αγωγή καθ' υποφοράν, ούτε με τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αντένσταση περί διακοπής της 20ετούς παραγραφής, παραδεκτά προτείνει ήδη την αντένσταση αυτή ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του αυτές, σύμφωνα με τα άρθρα 527 § 1 και 579 ΚΠολΔ, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Ειδικότερα, ο ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), υπέβαλε ρητώς αίτημα απόρριψης της ένστασης των εφεσιβλήτων-εναγομένων (και ήδη αναιρεσειόντων) περί παραγραφής των αξιώσεων των τεσσάρων κληρονόμων που εκπροσωπεί, λόγω διακοπής της, επικαλούμενος ως διακοπτικά του χρόνου αυτής γεγονότα τις προαναφερόμενες διαδοχικές καταθέσεις της πρώτης εκκαλούσας-εναγομένης (και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) στο ΤΠ&Δ, κατά τα έτη 1982-1989 υπέρ των κληρονόμων του Β.
Ζ., έναντι των επίδικων αξιώσεών τους και την απ' ευθείας ως κληρονόμων απόδοση και είσπραξη αυτών από το ΤΠ&Δ, για λογαριασμό εκείνης, σταδιακά μέχρι και το έτος 1993. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, αφού κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, στην οποία ερείδεται, περιέχει τα προς θεμελίωσή της αναγκαία στοιχεία, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, η μερική καταβολή του οφειλόμενου χρέους ενέχει αναγνώριση χρέους.
Αναλυτικότερα, με τις προαναφερόμενες παρακαταθέσεις στο ΤΠ&Δ από την πρώτη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) έναντι των επίδικων αξιώσεων, υπέρ αυτών που θα νομιμοποιούνταν ως κληρονόμοι του Β. Ζ., οι οποίες γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια σε εκείνους με την απευθείας απόδοση των αντίστοιχων ποσών το έτος 1993, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους ανωτέρω χρόνους, των οποίων γίνεται επίκληση στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, από το ΤΠ&Δ για λογαριασμό όμως της πρώτης εκκαλούσας, με βάση την μεταξύ τους προηγηθείσα σύμβαση δημόσιας παρακαταθήκης υπέρ τρίτων, αυτή αναγνώρισε τις αξιώσεις των κληρονόμων, εκδηλώνοντας με την ανωτέρω ενέργειά της την πεποίθηση των εκκαλούντων για την ύπαρξη τόσον αυτών, όσον και της δικής τους υποχρέωσης για την ικανοποίησή τους.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει παραδεκτή και ορισμένη την ως άνω αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αντένσταση αυτή και συνακόλουθα, ο πρώτος, από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι προπαρατεθείσες αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
IV. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 260, 211, 422, 434, 822 και 830 του ΑΚ, με το να δεχθεί ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις διακοπής της παραγραφής για τις επίδικες αξιώσεις των κληρονόμων φυσικών προσώπων του Β.
Ζ., καθόσον πριν από την παρέλευση της εικοσαετούς παραγραφής δεν γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς η δημόσια κατάθεση στο ΤΠ&Δ μέρους των επίδικων αξιώσεων από την κληρονομία του Β. Ζ., ούτε έγιναν δεκτά περιστατικά αντιπροσωπεύσεώς τους στην κληρονομία του άνω αποβιώσαντος από το ΤΠ&Δ ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ειδικά εξουσιοδοτημένο να ενεργήσει αντί αυτών για λογαριασμό τους σε σχέση με τις επίδικες καταθέσεις, αλλά ούτε και προσδιορίζεται η απαίτηση (δικαίωμα αναλήψεως του ημίσεος των εταιρικών κερδών ή δικαίωμα της εξαγοράς της εταιρικής μερίδας του αποβιώσαντος), έναντι της οποίας έλαβε χώρα η πραγματοποίηση της δημόσιας κατάθεσης και η εντεύθεν διακοπή της παραγραφής.
Επί πλέον δε με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι τα καταβληθέντα ποσά στο ΤΠ&Δ, εφόσον δεν ορίσθηκε το χρέος στο οποίο αφορούσαν, καταλογίσθηκαν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, συμμέτρως και στις δύο αξιώσεις των κληρονόμων, δηλαδή τόσο αυτή στο εταιρικό μερίδιο όσο και εκείνη στα εταιρικά κέρδη, οι οποίες ήταν γεννημένες κατά το χρόνο εκείνο και δικαστικά επιδιώξιμες, ώστε να διακοπεί η παραγραφή αμφοτέρων, παραβίασε την άνω διάταξη, καθόσον ως προς μεν το εταιρικό μερίδιο του θανόντος στην εταιρεία κατά το έτος 1993, που έλαβε χώρα η επικαλούμενη απόδοση των παρακατατεθέντων ποσών, η αξίωση αυτή δεν είχε προσδιορισθεί, αφού εξαρτάτο, με βάση διάταξη της διαθήκης του διαθέτη, από τον προσδιορισμό που θα γινόταν από το TEE, ως προς δε την αξίωση για απόληψη του ημίσεος των κερδών, ληξιπρόθεσμη ήταν μόνο αυτή που αφορούσε το χρόνο που διέρρευσε από το θάνατο του διαθέτη μέχρι του χρόνου της δημόσιας κατάθεσης, ως προς την οποία και μόνο μπορούσε να υπάρξει διακοπή της παραγραφής.
Όμως, ως προς το επίμαχο ζήτημα διακοπής της παραγραφής για τις επίδικες αξιώσεις των κληρονόμων φυσικών προσώπων του Β. Ζ., με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 260, 211, 422, 434, 822 και 830 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της αντένστασης της διακοπής της παραγραφής για τις επίδικες αξιώσεις των κληρονόμων φυσικών προσώπων του Β. Ζ., οι παραδοχές του Εφετείου: α) Ότι κατά τη χρονική περίοδο από 10.09.1982 έως 24.08.1989, δηλαδή σε χρόνο πολύ πριν τον διορισμό του ενάγοντος ως εκκαθαριστή και την προσφυγή του στο Διαιτητικό Δικαστήριο για τον καθορισμό των αξιών των κληρονομιαίων στοιχείων, η πρώτη εκκαλούσα-εναγόμενη εταιρεία, αποδεχόμενη τις αξιώσεις των κληρονόμων και την υφιστάμενη προς αυτούς οφειλή των εκκαλούντων-εναγομένων, παρακατέθεσε σταδιακά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων "υπέρ των κληρονόμων Β.
Ζ." το συνολικό ποσό των 14.264.147 δρχ., έναντι της οφειλής όλων προς αυτούς από τις ως άνω αξιώσεις. Η δε παρακατάθεση τμήματος των οφειλόμενων ποσών στο ΤΠ&Δ, η οποία έγινε υπέρ εκείνων που θα νομιμοποιούνταν μελλοντικά ως κληρονόμοι, ήταν επιβεβλημένη και επιτρεπτή κατ' άρθρο 434 ΑΚ, λόγω εύλογης αβεβαιότητας ως προς τα πρόσωπα των δικαιούχων- δανειστών αλλά και λόγω της έλλειψης εκκαθαριστή, β) Ότι άμεση γνωστοποίηση των ανωτέρω καταθέσεων, κατά τους χρόνους που αυτές έλαβαν χώρα, δεν μπορούσε να γίνει στους κληρονόμους φυσικά πρόσωπα, γιατί τότε δεν είχε διοριστεί ο ενάγων-εκκαθαριστής, ενώ ως προς τους δικαιούχους-κληρονόμους υπήρχε αβεβαιότητα, η οποία άλλωστε είχε οδηγήσει και στην δημόσια παρακατάθεση των ως άνω ποσών, γ) Ότι, αμέσως μετά την οριστικοποίηση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, των στοιχείων των κληρονόμων του Β.Ζ., η δημόσια χρηματική παρακαταθήκη που είχε συσταθεί υπέρ αυτών από την πρώτη εκκαλούσα, αποδόθηκε από το ΤΠ&Δ στους προαναφερόμενους τέσσερις από τους κληρονόμους, για τους οποίους παραπέμφθηκε η υπόθεση, και ειδικότερα καταβλήθηκαν απευθείας σε αυτούς, για λογαριασμό της πρώτης εκκαλούσας, που τα είχε παρακαταθέσει υπέρ εκείνων που θα νομιμοποιούνταν μελλοντικά ως κληρονόμοι, τα ανωτέρω αναφερόμενα σε καθένα ποσά, κατά τους αναφερόμενους χρόνους (από το 1991 έως το 1993) δυνάμει των προρρηθέντων χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, δ) Ότι με τις προαναφερόμενες παρακαταθέσεις στο ΤΠ&Δ από την πρώτη εκκαλούσα, έναντι των επίδικων αξιώσεων, υπέρ αυτών που θα νομιμοποιηθούν ως κληρονόμοι του Β.Ζ., οι οποίες γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια σε εκείνους με την απευθείας απόδοση των αντίστοιχων ποσών μέχρι το έτος 1993, κατά τους ειδικότερα αναφερόμενους ανωτέρω χρόνους, από το ΤΠ&Δ για λογαριασμό όμως της πρώτης εκκαλούσας, με βάση την μεταξύ τους προηγηθείσα σύμβαση δημόσιας παρακαταθήκης υπέρ τρίτων, αυτή αναγνώρισε τις αξιώσεις των κληρονόμων, εκδηλώνοντας με την ανωτέρω ενέργειά της την πεποίθηση των εκκαλούντων για την ύπαρξη τόσο αυτών, όσο και της δικής τους υποχρέωσης για την ικανοποίησή τους.
Από την ενέργεια δε και τη συμπεριφορά αυτή δικαιολογείται, κατ' αντικειμενική κρίση, η πεποίθηση των κληρονόμων ότι οι εκκαλούντες είχαν σαφή επίγνωση των συγκεκριμένων αξιώσεών τους, εφόσον δεν προέκυψε ότι υπήρχε άλλη οικονομική διαφορά μεταξύ τους, και θεωρούσαν αυτές υφιστάμενες, έτσι ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, ε) Ότι τα καταβληθέντα ποσά, εφόσον δεν ορίστηκε το χρέος στο οποίο αφορούσαν, καταλογίστηκαν, με βάση τη διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, σύμμετρα και στις δύο αξιώσεις των κληρονόμων, δηλαδή τόσο αυτήν στο εταιρικό μερίδιο όσο και εκείνη στα εταιρικά κέρδη, οι οποίες ήταν γεννημένες κατά το χρόνο εκείνο και δικαστικά επιδιώξιμες και, επομένως, διακόπηκε η παραγραφή αμφοτέρων.
Ειδικά δε ως προς την 20ετή παραγραφή στο εταιρικό μερίδιο, ποσού 312.500 €, αυτή άρχισε κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη (08.11.1975), οπότε γεννήθηκε και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη της εν λόγω αξίωσης (άρθρο 1711 εδ. β ΑΚ) και διακόπηκε διαδοχικά κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες εντός του έτους 1993 (15.01.1993, 03.02.1993, 15.06.1993), δηλαδή πριν τη συμπλήρωσή της στις 08.11.1995, ενώ από την επομένη κάθε καταβολής άρχιζε νέα 20ετής παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία (21.11.2003) και στ) Ότι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι μετά την -χωρίς διακοπή- συμπλήρωση της παραγραφής της αξίωσης των κληρονόμων στο εταιρικό μερίδιο στις 08.11.1995, δεν υφίσταται αξίωση αυτών για συμμετοχή στα εταιρικά κέρδη για το επόμενο της εν λόγω ημερομηνίας χρονικό διάστημα, καθίσταται αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, μετά την απόρριψη της ένστασης παραγραφής της αξίωσης αυτής λόγω αποδοχής της αντένστασης του εφεσιβλήτου περί διακοπής της.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ (κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του αντιστοίχως) είναι αβάσιμος. V. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμιμου, καίτοι δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτού από το διάδικο που το προσκόμισε.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠοΔ, το οποίο δεν αναφέρεται μόνο στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών , αλλά έχει εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, για να είναι νόμιμη στην κατ' έφεση δίκη η επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δεν αρκεί στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου να περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, αλλά απαιτείται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων τούτων (Ολ.
ΑΠ 9/2000).
Εν προκειμένω το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μετά την παραδοχή της προρρηθείσας αντένστασης του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων όλων των κληρονόμων του Β.
Ζ., με εξαίρεση αυτές του Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ότι με τις προαναφερόμενες παρακαταθέσεις κατά τα έτη 1982 έως 1989 στο ΤΠ&Δ από την πρώτη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) έναντι των επίδικων αξιώσεων, υπέρ αυτών που θα νομιμοποιούνταν ως κληρονόμοι του Β. Ζ., οι οποίες γνωστοποιήθηκαν στη συνέχεια σε εκείνους με την απευθείας απόδοση των αντίστοιχων ποσών το έτος 1993, αυτή αναγνώρισε τις αξιώσεις των κληρονόμων, εκδηλώνοντας με την ανωτέρω ενέργειά της την πεποίθηση των εκκαλούντων για την ύπαρξη τόσον αυτών, όσον και της δικής τους υποχρέωσης για την ικανοποίησή τους, με συνέπεια να διακοπεί η διαδρομή της παραγραφής.
Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο, ότι αμέσως μετά την οριστικοποίηση των στοιχείων των κληρονόμων του Β.Ζ., η δημόσια χρηματική παρακαταθήκη που είχε συσταθεί υπέρ αυτών από την πρώτη εκκαλούσα, αποδόθηκε από το ΤΠ&Δ στους προαναφερόμενους τέσσερις από τους κληρονόμους (για τους οποίους παραπέμφθηκε η υπόθεση), και ειδικότερα καταβλήθηκαν απευθείας σε αυτούς, για λογαριασμό της πρώτης εκκαλούσας, που τα είχε παρακαταθέσει υπέρ εκείνων που θα νομιμοποιούνταν μελλοντικά ως κληρονόμοι του Β.
Ζ., τα ακόλουθα ποσά: "
1) στην Γ. Π. ποσό 304.375 δρχ., η οποία το εισέπραξε δυνάμει του ….18/03.06.1991 χρηματικού εντάλματος,
2) στον Ι. Μ. ποσό 60.756 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του ….2/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
3) στη Γ. Π. ποσό 975.732 δρχ., και στον Ι. Μ. ποσό 352.244 δρχ., οι οποίοι το εισέπραξαν δυνάμει του …1/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
4) στον Φ. Ζ. ποσό 975.732 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του …22/03.02.1993 χρηματικού εντάλματος,
5) στην Κ. Κ. ποσό 325.244 δραμών, η οποία το εισέπραξε δυνάμει του …85/15.06.1993 χρηματικού εντάλματος,
6) στη Γ. Π. ποσό 365.293 δρχ. και στον Ι. Μ. ποσό 121.764 δρχ., οι οποίοι το εισέπραξαν δυνάμει του …..906/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος,
7) στον Φ. Ζ. ποσό 365.293 δρχ., ο οποίος το εισέπραξε δυνάμει του ….906/15.01.1993 χρηματικού εντάλματος και
8) στην Κ. Κ. ποσό 121.764 δραχμών η οποία το εισέπραξε δυνάμει του …86/15.06.1993 χρηματικού εντάλματος". Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο, ότι δυνάμει των ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων, οι τέσσερις των παραπάνω αναιρεσειόντων εισέπραξαν τα προαναφερόμενα ποσά, η δε καταβολή προς αυτούς του οφειλόμενου χρέους, συνιστά αναγνώριση των αξιώσεών τους από την κληρονομιά του Β.
Ζ., με συνέπεια τη διακοπή της 20ετούς παραγραφής στο εταιρικό μερίδιο τους, η οποία άρχισε από το χρόνο θανάτου του διαθέτη (08.11.1975), οπότε γεννήθηκε και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη της εν λόγω αξίωσης (άρθρο 1711 εδ. β' ΑΚ) και διακόπηκε διαδοχικά κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες εντός του έτους 1993 (15.01.1993, 03.02.1993, 15.06.1993), δηλαδή πριν τη συμπλήρωσή της στις 08.11.1995.
Από δε την επομένη κάθε καταβολής άρχιζε νέα 20ετής παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία (21.11.2003). Ήδη οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β'ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο προρρηθέν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πόρισμά του λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω χρηματικά εντάλματα μολονότι δεν γίνεται καμιά επίκληση των ενταλμάτων αυτών στις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, η δε γενική αναφορά που υπάρχει σ' αυτές ότι "προσάγω και επικαλούμαι πάντα τα έγγραφα που προσκόμισα με τις προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως και το από 21 Ιανουαρίου 2013 Υπόμνημά μου ενώπιον του Αρείου Πάγου, τα οποία και αύθις προσάγω και επικαλούμαι...", δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση των παραπάνω ουσιωδών για την έκβαση της δίκης εγγράφων (ενταλμάτων πληρωμής).
Όμως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση και εκτίμηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει σαφώς ομολογία αυτών περί του διακοπτικού της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων γεγονότος, της αναγνωρίσεως δηλονότι, εκ μέρους των, των αξιώσεων των εκπροσωπουμένων από τον ήδη αναιρεσίβλητο προσώπων, ως κληρονόμων του Β.
Ζ., συναγομένης από τις ιστορούμενες στις προτάσεις των καταθέσεις υπ' αυτών στο Τ.Π.&Δ., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1982-1989, χρηματικών ποσών (έναντι των ενδίκων αξιώσεων) υπέρ των νομιμοποιηθησομένων ως κληρονόμων του ρηθέντος Β. Ζ. και την επακολουθήσασα είσπραξη των παρακατατεθέντων ποσών από τα πρόσωπα αυτά, μετά την νομιμοποίηση των ως κληρονόμων του τελευταίου.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρεσεως τυγχάνει αλυσιτελής, αφού το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κρίσιμο γεγονός της εισπράξεως των παρακατατεθέντων χρηματικών ποσών, πέραν των μη νομίμως επικληθέντων αντιστοίχων χρηματικών ενταλμάτων αποδεικνύεται και από ομολογία των αναιρεσειόντων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2015 αίτηση των: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 2) Β. χήρας Ο. Χ., το γένος Η. Π., 3) Β. Τ., 4) Ά. σύζ. Δ. Μ., το γένος Γ. Τ., 5) Φ. Σ. και 6) Σ. (Ρ.) χήρας Η. Π., το γένος Η. Π., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2937/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ