Legislator Case Law & Legislation
212/2018 AI generated

212/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 212/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4474/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5977/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

212/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 22/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της ίδιας αίτησης κατά της υπ’ αριθμ. 5977/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αυτή ως άνω απόφαση.

Keywords

AI generated
payment of monetary claim european order for payment procedure contractual obligation clause accord and satisfaction back payment non-implementation of the offending agreements
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 212/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπουρή που ανακάλεσε την από 12/12/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ι. συζύγου Ε. Α. το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4474/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5977/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/12/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 22/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της ίδιας αίτησης κατά της υπ’ αριθμ. 5977/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αυτή ως άνω απόφαση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5977/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε, απέρριψε την από 25-9-2013 έφεση και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και την από 11-9-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 4474/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε εν μέρει την από 17-11-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 51.315 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α)ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ)πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91, ΑΠ 55/2003). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή (ΑΠ 900/2011). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003, ΑΠ 1652/2006).

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς αφενός και ζημίας αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ, ενώ αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας, (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτή τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει), είναι ,ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 864/2014).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Η ύπαρξη νόμιμης βάση, και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη η την ανυπαρξία του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, Αντίθετα( δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ( όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολογήση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα, και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 900/2011).

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη, στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το .../30.4.2002 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Δ. Μ., η ενάγουσα και ο πατέρας της Ε.

Β. πώλησαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που την εκπροσωπούσαν η Δ. και Μ. Κ., ένα ακίνητο που βρίσκεται στη ..., στο δε συμβόλαιο δηλώθηκε ότι στη μεταξύ τους σύμβαση μεσολάβησε ο μεσίτης Π. Μ.. Στη συνέχεια η εναγομένη εταιρεία άσκησε κατά της ενάγουσας ως πωλήτριας και των Δ. και Μ. Κ.

την από 28.3.2003 αγωγή, με την οποία ζητούσε να της καταβάλουν τη μεσιτική της αμοιβή, ισχυριζόμενη ότι μεσολάβησε στην ως άνω σύμβαση πώλησης κατ’ εντολή και των δύο πλευρών (πωλητών και αγοράστριας). Επίσης και ο μεσίτης Θ. Θ. άσκησε τις από 30.12.2002 αγωγές τόσο κατά της πωλήτριας- ενάγουσας όσο και κατά των πιο πάνω αναφερόμενων εντολέων που ενεργούσαν για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας, ισχυριζόμενος ότι αυτός μεσολάβησε στην εν λόγω αγοραπωλησία με εντολή και των πωλητών και της αγοράστριας και αιτούμενος τη μεσιτική αμοιβή του από όλους τους παραπάνω εναγομένους.

Οι αγωγές αυτές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις αγωγές του Θ. Θ. και δέχτηκε την αγωγή της εδώ εκκαλούσας- εναγομένης εταιρείας "... Ο.Ε". Ειδικότερα, με την απόφαση έγινε δεκτό ότι η παραπάνω πώληση καταρτίστηκε με τη μεσολάβηση της εναγομένης εταιρείας, κατόπιν εντολής τόσο της πωλήτριας, όσο και των εντολέων εκπροσώπων της αγοράστριας εταιρείας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι εξής εφέσεις: α) του Θ. Θ. στρεφόμενη εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης και να γίνουν δεκτές οι δύο αγωγές του, β) των Δ. και Μ. Κ. εντολέων- νομίμων εκπροσώπων της αγοράστριας εταιρείας κατά της εδώ εναγομένης, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης και την απόρριψη των σε βάρος τους αγωγών και γ) της εδώ ενάγουσας κατά της εδώ εναγομένης, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης και την απόρριψη των σε βάρος της αγωγών.

Οι εν λόγω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, ερήμην της ενάγουσας ως εφεσίβλητης στην έφεση του Θ. Θ. και αντιμωλία ως προς την έφεση της κατά της εναγομένης, και εκδόθηκε η 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση της ενάγουσας, στη συνέχεια, αφού δέχθηκε τις λοιπές εφέσεις τυπικά και κατ’ ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 26/2004 απόφαση, και το μεν απέρριψε την αγωγή της εδώ εναγομένης ως προς τους Δ.

Κ. και Μ. Κ. και έκανε δεκτές τις αγωγές του Θ. Θ. κατά της ενάγουσας, του πατρός της (πωλητές) στο σύνολο της, και κατά των Δ. και Μ. Κ. εντολέων- νομίμων εκπροσώπων της αγοράστριας εταιρείας, εν μέρει, διότι δέχθηκε ότι με τη δική του μεσολάβηση κατόπιν εντολής τόσο των πωλητών όσο και των εκπροσώπων της αγοράστριας καταρτίστηκε η επίδικη πώληση και ότι δεν υπήρξε παράλληλη μεσιτική δραστηριότητα, και υποχρεώθηκαν οι ως άνω διάδικοι (εντολείς από την πλευρά της αγοράστριας και οι εντολείς πωλητές), να καταβάλουν σε αυτόν τη μεσιτική αμοιβή, ύψους 46.955,25 ευρώ, όσον αφορά την ενάγουσα και τον πατέρα της και 23.478 ευρώ, όσον αφορά τους εκπροσώπους της αγοράστριας εταιρείας, γενομένης δεκτής της ένστασης της ΑΚ 707, που προβλήθηκε εκ μέρους της πλευράς της αγοράστριας εταιρείας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη, μετά την απόρριψη της έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας της έφεσής της ως εκπρόθεσμης με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της εκκαλούσας- ενάγουσας με εκτελεστό τίτλο την 26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όπως αναφέρθηκε, είχε κρίνει ότι οφείλεται η μεσιτική αμοιβή και η οποία δεν εξαφανίστηκε ως προς την εκκαλούσα- ενάγουσα.

Έτσι, η εκκαλούσα- εναγομένη επέδωσε την από 27.1.2005 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εκτελεστό της απόφασης αυτής, με την οποία την επέτασσε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 73.230 ευρώ, ποσό που τελικά η εκκαλούσα- ενάγουσα, αφού προηγούμενα της απορρίφθηκε η σχετική αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης, αναγκάστηκε να της καταβάλει, λόγω της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της.

Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, επικαλούμενη αφενός το επεκτατικό αποτέλεσμα (ΚΠολΔ 537) και για αυτήν ως ομόδικο, της 7535/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία όπως αναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή της εκκαλούσας - εναγομένης, αφετέρου το γεγονός ότι η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος της με βάση την από 27.1.2005 επιταγή προς εκτέλεση της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι καταχρηστική και ως τέτοια πρέπει να ακυρωθεί.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι τόσο η ενάγουσα και ο πατέρας της με την από 10.1.2005 αίτηση αναίρεσής τους κατά του Θ. Θ. και της εκκαλούσας - εναγομένης, όσο και η τελευταία (εκκαλούσα- εναγομένη) με την από 7.9.2005 αίτηση αναίρεσής της κατά των Δ. και Μ. Κ., ζήτησαν την αναίρεση της 7535/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Με την 1477/30.6.2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η αναίρεση της εκκαλούσας- ενάγουσας και του πατέρα της, καθόσον στρεφόταν κατά της εκκαλούσας - εναγομένης, κατά της οποίας η έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας απορρίφθηκε με την εφετειακή απόφαση ως εκπρόθεσμη, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, διότι κανείς από τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφο δεν προσέβαλε την παραπάνω απορριπτική της έφεσης διάταξη.

Επίσης, απορρίφθηκε και η αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας- εναγομένης, απορριπτόμενης κατ’ ακολουθία και της αγωγής της αμετάκλητα ως προς τους λοιπούς εναγομένους και ομόδικους της εκκαλούσας- ενάγουσας. Αμετάκλητα, λοιπόν, κρίθηκε ότι ο Θ. Θ. εκπλήρωσε πλήρως τις εντολές που του δόθηκαν αφού υπέδειξε αυτός τα στοιχεία του ακινήτου και των ιδιοκτητών του στη Δ.

Κ. καθώς επίσης ότι αυτός (Θ. Θ.) συνέβαλε αποκλειστικά στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, κατάρτιση που συνδέεται αιτιωδώς με τις ενέργειές του έναντι των εντολέων του, τόσο των πωλητών όσο και των εκπροσώπων της αγοράστριας εταιρείας και ότι η δραστηριότητά του αυτή προηγήθηκε εκείνης που επικαλείται η εκκαλούσα - εναγομένη, η οποία δεν συνέβαλε στην επέλευση του συγκεκριμένου ως άνω αποτελέσματος, ούτε ότι πρόκειται για παράλληλη μεσιτική δραστηριότητα, όπως ισχυριζόταν η εκκαλούσα - εναγομένη για να θεμελιώσει παράλληλο δικαίωμα πλήρους (για καθένα μεσίτη και συνεπώς και για τον εαυτό της) αμοιβής.

Με βάση τα παραπάνω η εκκαλούσα- ενάγουσα, συμμορφούμενη με τα ανωτέρω αμετάκλητα αποδειχθέντα, κατέβαλε σε δύο δόσεις στο μεσίτη Θ. Θ. τη σχετική του αμοιβή, αναγνωρίζοντας ότι η κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης πώλησης του ακινήτου ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά της υπόδειξης του παραπάνω μεσίτη, όπως αυτό προκύπτει από τις από 18.1.2005 και από 18.7.2006 ποσού 35.900 ευρώ και 38.716 ευρώ, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί της πιο πάνω αναφερόμενης ανακοπής της εκκαλούσας - ενάγουσας, που ασκήθηκε επ’ ευκαιρία της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της από την εκκαλούσα- εναγομένη με εκτελεστό τίτλο την 26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε αρχικά η 906/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τον πρώτο λόγο ανακοπής περί του επεκτατικού αποτελέσματος της 7535/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και για την εκκαλούσα- ενάγουσα και ακύρωσε την προσβαλλόμενη με την ανακοπή από 27.1.2005 επιταγή προς εκτέλεση.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από την εκκαλούσα - εναγομένη, η οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και να απορριφθεί η ανακοπή της εκκαλούσα - ενάγουσας. Επί της έφεσης εκδόθηκε η 2207/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη 906/2004 απόφαση, δίκασε την ανακοπή στην ουσία και δέχτηκε το δεύτερο λόγο της ανακοπής περί του ότι η επισπευδόμενη σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας αναγκαστική εκτέλεση είναι καταχρηστική, ακυρώνοντας την από 27.1.2005 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο εκτελεστό της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ειδικότερα με την εν λόγω απόφαση του Εφετείου κρίθηκε ότι το δικαίωμα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της εκκαλούσας- εναγομένης ασκήθηκε καταχρηστικά, καθόσον είχε κριθεί αμετάκλητα ότι ο μεσίτης Θ. Θ. μεσολάβησε αποκλειστικά στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης ακινήτου και δικαιούται τη μεσιτική αμοιβή, η οποία και του καταβλήθηκε και από τα δύο μέρη (πωλητή και αγοραστή).

Κατά της απόφασης αυτής, η εκκαλούσα - εναγομένη άσκησε την από 1.9.2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2207/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το Εφετείου με την ανωτέρω απόφασή του παραβίασε με σφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, θεωρώντας ότι το δικαίωμα της εκκαλούσας- εναγομένης προς επίσπευση εκτέλεσης σε βάρος της εκκαλούσας- ενάγουσας δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, για το λόγο ότι τα εκτιθέμενα στην ως άνω απόφαση περιστατικά (εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης από την εκκαλούσα- ενάγουσα κατά της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόρριψη της αγωγής της εκκαλούσας - εναγομένης ως προς λοιπούς εναγομένους και ομοδίκους της εκκαλούσας - ενάγουσας, δικαστική διαμάχη της τελευταίας με τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα με το μεσίτη Θ.

Θ. και συμμόρφωση αυτής με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ως άνω μεσίτη Θ. Θ., στον οποίο και έχει καταβάλει ήδη, την επιδικασθείσα σ’ αυτόν με την παραπάνω απόφαση μεσιτική αμοιβή και γνώση των γεγονότων αυτών από την εκκαλούσα - εναγομένη), δεν αρκούν για την κατάφαση πρόδηλης αντίθεσης της άσκησης του κρισίμου δικαιώματος της εκκαλούσας - εναγομένης, προς επίσπευση εκτέλεσης σε βάρος της εκκαλούσας- ενάγουσας, στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ.3 του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται για πράξεις ή παραλείψεις της εκκαλούσας - εναγομένης, αλλά είτε για πράξεις ή παραλείψεις τρίτου προσώπου (Θ.

Θ.) έναντι της εκκαλούσας - ενάγουσας ή και της ίδιας της ενάγουσας (εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της) είτε πλήττουν την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την 26/2004 απόφαση, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα - ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της εκθέτει ότι η εκκαλούσα- εναγομένη εκμεταλλευόμενη το γεγονός της εκπρόθεσμης άσκησης από την ίδια της έφεσης κατά της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόφαση που όπως ήδη αναφέρθηκε, εξαφανίστηκε ως προς τους λοιπούς διαδίκους και κρίθηκε αμετάκλητα ότι δικαιούται της μεσιτικής αμοιβής μόνο ο Θ.

Θ. και όχι η εκκαλούσα- εναγομένη και υποχρέωσε και την ίδια την εκκαλούσα - ενάγουσα να καταβάλει τη μεσιτική αμοιβή στον ανωτέρω Θ. Θ., ενεργώντας με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο την πιο πάνω 26/2004 απόφαση και με πρόθεση τη ζημίωσε κατά το ποσό των 49.315 ευρώ, που εξαναγκάστηκε να της καταβάλει.

Με βάση δε τα ανωτέρω αποδειχθέντα και από όλα γενικά τα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η εκκαλούσα- εναγομένη ενήργησε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη κατά τις αντιλήψεις του μέσου κατά γενική αντίληψη χρηστά και λογικά σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Ειδικότερα, αποτελεί πράξη αντίθετη στις επιταγές της κοινωνικής ηθικής και στις κρατούσες θεμελιώδεις δικαιϊκές αρχές που εκφράζονται ή υπονοούνται στο θετικό δίκαιο, η εκ μέρους του δράστη αποκόμιση χρηματικού ποσού που δεν δικαιούται.

Η εκκαλούσα- εναγομένη, παρόλο που αμετάκλητα κρίθηκε ότι δεν δικαιούται της μεσιτικής αμοιβής, που ισχυριζόταν ότι δικαιούται, παράβλεψε τις ανωτέρω επιταγές της κοινωνικής ηθικής και εκμεταλλευόμενη το γεγονός της εκπρόθεσμης εκ μέρους της εκκαλούσας - ενάγουσας έφεσης κατά της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαίτησε δια της οδού της αναγκαστικής εκτέλεσης, το ποσό που δήθεν αποτελούσε τη μεσιτική της αμοιβή από την εκκαλούσα - ενάγουσα, η οποία ήδη με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκε να καταβάλει τη μεσιτική αμοιβή στον Θ.

Θ., ο οποίος αμετάκλητα κρίθηκε ότι δικαιούται της μεσιτικής αυτής αμοιβής. Επιπλέον, η εκκαλούσα- εναγομένη ήξερε ότι με τη συμπεριφορά της αυτή θα ζημιωνόταν η εκκαλούσα - ενάγουσα, δεδομένου ότι ήδη με την έκδοση της 7535/2004 του Εφετείου Αθηνών γνώριζε ότι η ίδια δεν ήταν δικαιούχος της μεσιτικής αμοιβής, απόφαση που κατέστη στην πορεία αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης με την 1477/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και ήθελε την πρόκληση της ζημίας αυτής, αφού παρόλο που με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι οφείλει η εκκαλούσα - ενάγουσα τη μεσιτική αμοιβή στον Θ.

Θ. και όχι στην ίδια την εκκαλούσα - εναγομένη, η τελευταία παραβλέποντας τα όσα κρίθηκαν αμετάκλητα, απαίτησε από την εκκαλούσα - ενάγουσα τη μεσιτική αμοιβή. Με τον τρόπο αυτό, η εκκαλούσα - ενάγουσα υποχρεώθηκε στην καταβολή μεσιτικής αμοιβής, την οποία είχε ήδη υποχρεωθεί να καταβάλει στον Θ. Θ. και συγκεκριμένα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εκκαλούσα - εναγομένη το ποσό των 49.315 ευρώ, που αποτελεί και τη ζημία της και το οποίο ποσό υποχρεούται συνακόλουθα η εκκαλούσα - εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει σ’ αυτήν, ως αιτιωδώς συνδεόμενο με την αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση ορθά έκρινε και ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης, με τον οποίο προσβάλλει τις διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα - εναγόμενη εταιρεία με τον πρώτο και τρίτο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω αναφερόμενη 1248/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2207/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η οποία απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι η ενάσκηση του δικαιώματος επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας, δεν είναι καταχρηστική, είναι δεσμευτική, κατά την ΚΠολΔ 580 παρ.4, αφού πρόκειται για την ίδια υπόθεση με αυτή που ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος, ο οποίος με την απόφασή του έλυσε το ίδιο νομικό ζήτημα όσον αφορά το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε στον κανόνα δικαίου (ΑΚ 281), στου οποίου την παράβαση θεμελιώθηκε η αναίρεση και συνακόλουθα η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε διαφορετικά έσφαλε και πρέπει να εξαφανιστεί.

Πλην, όμως, δεν πρόκειται για την ίδια υπόθεση και δεν λύθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου το ίδιο νομικό ζήτημα. Ειδικότερα, η απόφαση του Αρείου Πάγου επί του σχετικού λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσβαλλόταν η διάταξη της 2207/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης, πραγμάτωσης της απαίτησης της εκκαλούσας - εναγομένης, προσέδωσε στη διάταξη ΑΚ 281 εννοιολογικό περιεχόμενο, θεωρώντας ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική όταν συντρέχει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Η προφανής δε υπέρβαση θα πρέπει να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ακολούθως, έκρινε ότι δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, για το λόγο ότι τα εκτιθέμενα στην ως άνω απόφαση περιστατικά (εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης από την εκκαλούσα - ενάγουσα κατά της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόρριψη της αγωγής της εκκαλούσας - εναγομένης ως προς λοιπούς εναγομένους και ομοδίκους της εκκαλούσας - ενάγουσας, δικαστική διαμάχη της τελευταίας με τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα με το μεσίτη Θ.

Θ. και συμμόρφωση αυτής με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ως άνω μεσίτη Θ. Θ., στον οποίο και έχει καταβάλει ήδη, την επιδικασθείσα σ’ αυτόν με την παραπάνω απόφαση, μεσιτική αμοιβή και γνώση των γεγονότων αυτών από την εκκαλούσα - εναγομένη), δεν αρκούν για την κατάφαση πρόδηλης αντίθεσης της άσκησης του κρισίμου δικαιώματος της εκκαλούσας - εναγομένης, προς επίσπευση εκτέλεσης σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας, στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ.3 του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται για πράξεις ή παραλείψεις της εκκαλούσας- εναγομένης, αλλά είτε για πράξεις ή παραλείψεις τρίτου προσώπου (Θ.

Θ.) έναντι της εκκαλούσας - ενάγουσας ή και της ίδιας της ενάγουσας (εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της) είτε πλήττουν την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την 26/2004 απόφαση, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο. Στην υπόθεση, όμως, που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή ζητείται η καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης, κατά τις διατάξεις ΑΚ 919 η οποία θεμελιώνει ειδική αδικοπρακτική αξίωση, αυτοτελή και αυθύπαρκτη σε σχέση με εκείνη της ΑΚ 914 σε συνδυασμό με την ΑΚ 281, προς κάλυψη ακριβώς περιπτώσεων που δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση των τελευταίων, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή εννόμως προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παράβαση διάταξης νόμου, δηλαδή όταν ελλείπει το στοιχείο του παρανόμου της συμπεριφοράς, πλην όμως το επιζήμιο αποτέλεσμα συνίσταται σε ζημία στην περιουσία καθαυτή ως αφηρημένο σύνολο, την αποκατάσταση της οποίας απαιτεί το αίσθημα του δικαίου.

Περαιτέρω, αντικείμενο της δεν αποτελεί η καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος ικανοποίησης της απαίτησης μέσω της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης, αλλά, όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε και όπως ήδη εξειδικεύτηκε η αόριστη νομική έννοια των χρηστών ηθών, με κριτήριο τις αντιλήψεις του μέσου κατά γενική αντίληψη χρηστά και λογικά σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά της εκκαλούσας - εναγομένης, που κατά παράβαση των επιταγών της κοινωνικής ηθικής, προσπάθησε να αποκομίσει και αποκόμισε χρηματικό ποσό που δεν δικαιούται.

Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Ακολούθως, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την έκταση της προσβολής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε η ανωτέρω αντίθετη στα χρηστά ήθη πράξη, το βαθμό υπαιτιότητας της εκκαλούσας - εναγομένης και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη η παθούσα, πρέπει να επιδικαστεί στην τελευταία εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης παθούσα εκκαλούσα - ενάγουσα, ύψους 2.000 ευρώ, Δεχόμενη η εκκαλούμενη απόφαση ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η εκκαλούσα - εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης), κρίνοντας περαιτέρω ότι πρέπει να επιδικαστεί στην τελευταία το ποσό των 49.315 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της, καθώς και το ποσό των 2000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη σε βάρος της αντίθετη στα χρηστά ήθη πράξη της αναιρεσείουσας, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Ειδικότερα, αφού η αναιρεσίβλητη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είχε υποχρεωθεί να καταβάλει μεσιτική αμοιβή στην αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης, δυνάμει της 26/2004, αντιμωλία εκδοθείσας, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν εξαφανίστηκε ως προς την αναιρεσίβλητη, με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την κατ’ αυτής έφεσή της, ως εκπρόθεσμη, αλλά ούτε με την 1477/30-6-2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε, ως απαράδεκτη τη στρεφόμενη κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας αίτησή της για αναίρεση της προαναφερόμενης 7535/2004 απόφασης του Εφετείου, σχετικά με την απόρριψη της έφεσής της, ως εκπρόθεσμης, έχοντας έτσι κριθεί πλέον αμετάκλητα μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων, τόσο το δικαίωμα της αναιρεσείουσας εταιρείας, όσο και η αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει μεσιτική αμοιβή στην τελευταία για την κατάρτιση της επίδικης πώλησης, η οποία υποχρέωσή της δεν είχε αρθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι την επίσπευση εκτέλεσης της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της από την αναιρεσείουσα μεσιτική εταιρεία, εφόσον το Εφετείο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης του, δεν έκανε δεκτό, ότι η αναιρεσίβλητη με μεταγενέστερη δικαστική απόφαση πράγματι είχε απαλλαγεί από την προς καταβολή μεσιτικής αμοιβής υποχρέωσή της, δυνάμει της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς την αναιρεσείουσα εταιρεία, στην οποία δεν αποδίδεται ότι πέτυχε την υπέρ αυτής έκδοση της ως άνω ευνοϊκής απόφασης μετερχόμενη αθέμιτα μέσα, η μεταγενέστερη έκδοση των αποφάσεων 7535/2004 του Εφετείου Αθηνών και 1477/2006 του Αρείου Πάγου, παρά την αμετάκλητη παραδοχή των από 30-12-2002 αγωγών του Θ.Θ., στις οποίες, όμως, δεν ήταν διάδικος η αναιρεσείουσα εταιρεία, δεν απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη από την αντίστοιχη υποχρέωσή της για καταβολή μεσιτικής αμοιβής στην τελευταία.

Επομένως, η προπεριγραφομένη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εταιρείας, επιδιώκουσας την ικανοποίηση νομίμως επιδικασθείσας αμετάκλητα απαίτησης της, δεν αποτέλεσε αναγκαίο όρο, ούτε ήταν καθ’ εαυτή ικανή, υπό τις συντρέχουσες γενόμενες δεκτές περιστάσεις (εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως από την αναιρεσίβλητη κατά της 26/2004 αντιμωλία εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, ως προς λοιπούς εναγομένους και ομοδίκους της αναιρεσίβλητης, δικαστική διαμάχη της τελευταίας με τρίτο πρόσωπο, ήτοι το μεσίτη Θ.Θ., χωρίς να μετέχει σε αυτή, ως διάδικος, η αναιρεσείουσα, εκούσια συμμόρφωση της αναιρεσίβλητης προς την ερήμην αυτής εκδοθείσα 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την εναντίον της αγωγή του μεσίτη Θ.Θ., με την καταβολή στον τελευταίο της επιδικασθείσας μεσιτικής αμοιβής του και γνώση των γεγονότων τούτων από την αναιρεσείουσα), για την επέλευση της επικαλούμενης ζημίας, καθόσον μόνη η επιδίωξη από την εναγομένη - αναιρεσείουσα εταιρεία να εισπράξει από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό που υποχρεώθηκε να της καταβάλει σε εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, υπό την αναφερόμενη στην ανωτέρω μείζονα σκέψη έννοια.

Εξάλλου, ενόψει της αμετακλήτως κριθείσας υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα εταιρεία τη μεσιτική αμοιβή της, η οποία και δεν έχει αρθεί με μεταγενέστερη απόφαση ανώτερου δικαστηρίου, το Εφετείο δεν εξηγεί, γιατί η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της από την αναιρεσείουσα προς είσπραξη της αντίστοιχης απαίτησής της δυνάμει της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενείχε δολερή πρόθεση της τελευταίας για επαγωγή ζημίας στην αναιρεσίβλητη.

Επιπλέον, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η υπ’ αριθμ.26/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν εξαφανίστηκε με την 7535/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσίβλητη, καθιστάμενης πλέον, μετά την έκδοση της 1477/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, αμετάκλητης της διάταξης αυτής περί υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να καταβάλει μεσιτική αμοιβή στην αναιρεσείουσα εταιρεία, δεν εξηγεί περαιτέρω τις αντιφατικές παραδοχές του ότι η τελευταία (αναιρεσείουσα) "παρόλο που αμετάκλητα κρίθηκε ότι δεν δικαιούται μεσιτικής αμοιβής που ισχυριζόταν ότι δικαιούται, παρέβλεψε τις ανωτέρω επιταγές της κοινωνικής ηθικής και εκμεταλλευόμενη το γεγονός της εκπρόθεσμης εκ μέρους της εκκαλούσας - ενάγουσας έφεσης κατά της 26/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απαίτησε δια της οδού της αναγκαστικής εκτέλεσης το ποσό που δήθεν αποτελούσε τη μεσιτική της αμοιβή από την εκκαλούσα - ενάγουσα", γνωρίζοντας ότι με τη συμπεριφορά της αυτή θα ζημιωνόταν η τελευταία, "δεδομένου ότι ήδη με την έκδοση της 7535/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γνώριζε ότι η ίδια δεν ήταν δικαιούχος της μεσιτικής αμοιβής, απόφαση που κατέστη στην πορεία αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης με τη 1477/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και ήθελε την πρόκληση της ζημίας αυτής, αφού παρόλο που με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι οφείλει η εκκαλούσα - ενάγουσα τη μεσιτική αμοιβή στο Θ.Θ.

και όχι στην ίδια την εκκαλούσα - εναγομένη, η τελευταία παραβλέποντας τα όσα κρίθηκαν αμετάκλητα απαίτησε από την εκκαλούσα - ενάγουσα τη μεσιτική αμοιβή". Έτσι, το Εφετείο για τα πιο πάνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που αφορούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧ.ΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ....1-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 141 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωση της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 11/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σωρευόμενη αίτηση στις κατατεθείσες την 12-12-2016 από 8-12-2016 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσής της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ’ αυτή, νομιμοτόκως από την είσπραξη του (5-3-2015), το ποσό των 40.000 ευρώ, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, μετά την έκδοση της 11/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, που ανέστειλε την εκτέλεση της για το πέραν των 40.000€ ποσό.

Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν πριν την ημέρα συζήτησης της αίτησής της για αναίρεση της ως άνω υπ’ αριθμ.5977/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι νόμιμη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα για την πληρωμή τόκων από το χρόνο καταβολής του ανωτέρω ποσού των 40.000€, και τούτο διότι αν η επαναφορά συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, ο τόκος του εισπραχθέντος ποσού τούτων αρχίζει από το χρόνο επίδοσης στην αναιρεσίβλητη της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την απόδοση, αφού πριν από τη γνωστοποίηση της αναίρεσης της απόφασης, που εκτελέστηκε εκούσια ή αναγκαστικά, η αναιρεσίβλητη κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή ως νόμιμο τίτλο και η υπερημερία της επέρχεται από τη γνώση της ανατροπής της (Ολ.ΑΠ 37/2005).

Περαιτέρω, από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα εξής: Με τη 4474/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσείουσα εταιρεία υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 51.315 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Στη συνέχεια με την αναιρούμενη 5977/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκαν κατ’ ουσία οι εφέσεις των διαδίκων κατά της ως άνω Πρωτόδικης απόφασης, η οποία επομένως επικυρωθείσα από το Εφετείο, ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφασή της και κατόπιν σχετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.11/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέστειλε την εκτέλεση της 4474/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσό πέραν των 40000 ευρώ του κεφαλαίου και για όλους τους τόκους έως ότου εκδοθεί απόφαση του Αρείου Πάγου για την από 12-12-2014 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά της πιο πάνω εφετειακής απόφασης.

Έτσι, η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, στην οποία, ως επικυρωθείσα από αυτή, είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη και σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Τμήματος Αναστολών του Αρείου Πάγου, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.000 ευρώ, με την παράδοση σ’ αυτή της υπ’ αριθμ....

δίγραμμη επιταγής της ..., την οποία η αναιρεσίβλητη εμφάνισε και εισέπραξε την 5-3-2015, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του αντιγράφου της σημείωσης της πληρώτριας Τράπεζας. Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.5977/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή.

Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ