Legislator Case Law & Legislation
212/2017 AI generated

212/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 212/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

212/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ 30,81 €/τ.μ. = 49.850,58 €) και iν) εκτάσεως 2.012 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εξήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (2.012 τ.μ. Χ 30,81 €/τ.μ. = 61.989,72 €), διότι θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 § 3, 4 Ν. 653/1977 ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις ενδείξεις του οικείου κτηματολογικού πίνακα.

Keywords

AI generated
access road roadside setback right of way trunk road traffic offence dismissal of traffic proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 212/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Ν. Φ. του Σ., β. Γ. Φ. του Σ., γ. Α. Φ. του Σ. και δ. Δ. Φ. του Σ. (...), 2) α. Χ. συζ. Θ. Λ., το γένος Β. Χ., β. Κ. - Α. χας Κ. Ρ., το γένος Δ. Κ., γ. Δ. χας Γ. Κ. Κ., το γένος Δ. Κ., δ. Π. Κ. του Δ., ε. Δ. συζ. Σ. Μ., το γένος Κ. Κ. και στ. Α. χας Γ. Τ., το γένος Κ. Κ. (...), 3) α. Π. Π. του Δ. και β. Γ. Π. του Δ. (...) και 4) α. Α. Χ. του Ν., β. Β. συζ. Θ. Τ., το γένος Ν. Χ., γ. Π. Χ. του Ν., δ. Δ. Χ. του Ν., ε. Γ. Χ. του Ν. και στ. Δ. Χ. του Ν. (...), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι υπό στοιχ. 1, 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Μ., οι 4γ, 4δ, 4ε και 4στ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαχρήστου, ενώ οι 4α και 4β δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1...-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24739/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 693/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 19-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις..." [βλ. και άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", που προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012)].

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-11-2016), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι υπό στοιχ. 4α και 4β των αναιρεσιβλήτων Α. Ν. Χ. και Β.

σύζ. Θ. Τ., το γένος Ν. Χ., αντίστοιχα. Από την .../13-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η. Χ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά τη δικάσιμο της 4-3-2016 που ορίστηκε αρχικά, οπότε αναβλήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, για την προαναφερόμενη δικάσιμο της 18-11-2016, κατά την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευσή τους (άρθρ. 575 εδάφ.

β’ , 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Αλεξάκη που είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την τελευταία, στις 12-12-2011, συζήτηση της υπόθεσης, τους παραπάνω 4α και 4β των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (πρβλ.

ΑΠ 212/ 2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015). Με τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι: Οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94 παρ. 1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση... (96 παρ. 1).

Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση (96 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7 παρ. 2 ν. 3994/2011). Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας...(104). Περαιτέρω, από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει, όπως έχει προεκτεθεί, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Στη συνέχεια, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν επιδόθηκε καθόλου σε αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, διαφορετικά αυτή προχωρεί παρά την απουσία του (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 1574/2008, πρβλ.

ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, οι υπό στοιχ. 1α-δ, 2α-στ και 3α-β των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ν. Μ.. Ο τελευταίος, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του, προσκομίζει και επικαλείται το .../1-11-2016 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στέλλας Στοϊλοπούλου, το οποίο, όμως, αναφέρεται σε χορήγηση σε αυτόν πληρεξουσιότητας μόνο από τον υπό στοιχ. 1γ αναιρεσίβλητο Ά.

Σ. Φ.. Επομένως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν αποδεικνύει τη χορήγηση, και από τους λοιπούς πιο πάνω αναιρεσιβλήτους, νόμιμης πληρεξουσιότητας, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι θεωρείται ότι δεν παρίστανται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Αυτοί, όμως, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν νόμιμα ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 4-3-2016 που είχε οριστεί αρχικά, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να συζητηθεί, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών.

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, επομένως, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/ 2015, ΑΠ 34/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 693/2012 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1094049/5725/0010/29-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Δ’ 925/7-9-1994), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου ... (...), τμήμα ..., υποτμήμα Βόρεια Παράκαμψη ......, έκτασης συνολικού εμβαδού 940.158,50 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Οκτώβριο του 1993 κτηματολογικό διάγραμμα...

και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα.... της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων... ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία συνέταξε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης του .... Κ. Δ. στις 23-3-1994. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών.

O αυτοκινητόδρομος, για τον οποίο κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, αποτελεί τμήμα του οδικού άξονα της Εγνατίας οδού, η οποία διέρχεται από τις κτηματικές περιφέρειες των κοινοτήτων ... και ... του νομού Θεσ/νίκης που αποτελούν ενιαίο γεωμορφολογικό και αναπτυξιακό σύνολο. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώνονται περιλαμβάνονται και οι κατωτέρω ιδιοκτησίες των εναγόντων α) η με αριθμό ...

ιδιοκτησία, που βρίσκεται στην ..., από την οποία απαλλοτριώθηκαν δύο τμήματα, το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 6.640 τ.μ., εκ του οποίου 118,50 τ.μ. του υπό στοιχεία ... τμήματος και 2.000 τ.μ. του υπό στοιχεία ... τμήματος θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα, και το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 4 τ.μ., το οποίο κρίθηκε και αυτό αυτοαποζημιούμενο, επειδή τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, συγκεκριμένα το υπό στοιχεία ...

τμήμα, εμβαδού 237 τ.μ. και το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 11.735 τ.μ., απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία Οδό, β) η με αριθμό ... ιδιοκτησία, που βρίσκεται στην ..., από την οποία απαλλοτριώθηκε ένα τμήμα, το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 5.004 τ.μ., εκ των οποίων 126 τ.μ. του υπό στοιχεία ... τμήματος και 1.893 τ.μ. του υπό στοιχεία ...

τμήματος θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα, επειδή τα εκτός απαλλοτρίωσης δύο εναπομείναντα τμήματα, συγκεκριμένα το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 252 τ.μ. και ένα τμήμα, εμβαδού 13.369 τ.μ., απέκτησαν πρόσωπο στην Εγνατία Οδό, γ) η με αριθμό ... ιδιοκτησία, που βρίσκεται στην ..., από την οποία απαλλοτριώθηκε το υπό στοιχεία ...

τμήμα, εμβαδού 3.090 τ.μ., από το οποίο τα 1.618 τ.μ. του υπό στοιχεία ... τμήματος θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα, επειδή η εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 16.660 τ.μ., απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία Οδό και δ) η με αριθμό ... ιδιοκτησία, που βρίσκεται στην ..., από την οποία απαλλοτριώθηκε το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 4.061 τ.μ., από το οποίο τα 2.012 τ.μ.

του υπό στοιχεία ... τμήματος θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα, επειδή η εναπομείνασα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση, εμβαδού 10.796 τ.μ., απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία Οδό. Με την 23533/ 1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων αυτών ακινήτων και η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στις 20-10-1998, έλαβε δε χώρα σχετική δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ.

το .../20-10-1998 γραμμάτιο εισπράξεως του Τ.Π.Δ. και το 64/8-2-1999 ΦΕΚ Δ’ ). Στη συνέχεια με την 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας για το με αριθμό ... ακίνητο σε 12.000 δρχ./τ.μ., ήδη 35,22 €/τ.μ... και για τα με αριθμούς ..., ... ακίνητα σε 10.500 δρχ/τ.μ. και ήδη 30,81 €/τ.μ. Επίσης με την 21762/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι υπό στοιχεία 1-4 ενάγοντες, δηλαδή ο Ν.

Φ. του Σ., ο Γ. Φ. του Σ., ο Ά. Φ. του Σ. και ο Δ. Φ. του Σ., αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλόμενης για το υπό στοιχεία ... ακίνητο αποζημίωσης, κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας, οι υπό στοιχεία 11-12 ενάγοντες, δηλαδή ο Π. Π. του Δ. και Γ. Π. του Δ., αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλόμενης για το υπό στοιχεία ... ακίνητο αποζημίωσης κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας και οι υπό στοιχεία 13-18 ενάγοντες, δηλαδή ο Α.

Χ. του Ν., Β. σύζυγος Θ. Τ., το γένος Ν. Χ., ο Π. Χ. του Ν., ο Δ. Χ. του Ν., ο Γ. Χ. του Ν. και ο Δ. Χ. του Ν., αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλόμενης για το υπό στοιχεία ... ακίνητο αποζημίωσης κατά ποσοστό 1/6 ο καθένας, ενώ με την 30172/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλόμενης για το υπό στοιχεία ...

ακίνητο αποζημίωσης οι υπό στοιχεία ... ενάγοντες και ειδικότερα η Χ. Θ. Λ., το γένος Β. Χ. κατά ποσοστό 8/24, κάθε μία από τις Κ. - Α. χήρα Κ. Ρ. και Δ. χήρα Γ. Κ. Κ. κατά ποσοστό 2,75/24, ο Π. Κ. κατά ποσοστό 2,5/24 και κάθε μία από τις Δ. σύζυγο Σ. Μ., το γένος Κ. Κ. και Α. χήρα Γ. Τ., το γένος Κ. Κ., κατά ποσοστό 4/24. Το εναγόμενο κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση για τις απαλλοτριωθείσες εκτάσεις και ειδικότερα:

α) για έκταση 4.521,5 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, από την συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση των 6.644 τ.μ., β) για έκταση 2.985 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, από την συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση των 5.004 τ.μ., γ) για έκταση 1.472 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, από την συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση των 3.090 τ.μ. και δ) για έκταση 2.049 τ.μ.

του με αριθμό ... ακινήτου, από την συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση των 4.061 τ.μ., δεν κατέβαλε ωστόσο στους δικαιούχους κατά την αναλογία της συνιδιοκτησίας του καθενός την αναλογούσα αποζημίωση για τα τμήματα: i) εκτάσεως 2.122,5 τ.μ. (2.000 τ,μ. + 118,5 τ.μ. + 4 τ.μ. = 2.122,5 τ.μ.) του με αριθμό ... ακινήτου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (35,22 €/τ.μ.

Χ 2.122,5 τ.μ. = 74.754,45 €), ii) εκτάσεως 2.019 τ.μ. (1.893 τ.μ. + 126 τ.μ. = 2.019 τ.μ.) του με αριθμό ... ακινήτου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εξήντα δύο χιλιάδων διακοσίων πέντε ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (2.019 τ.μ. Χ 30,81 €/τ.μ. = 62.205,39 €), iii) εκτάσεως 1.618 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (1.618 τ.μ.

Χ 30,81 €/τ.μ. = 49.850,58 €) και iν) εκτάσεως 2.012 τ.μ. του με αριθμό ... ακινήτου, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των εξήντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (2.012 τ.μ. Χ 30,81 €/τ.μ. = 61.989,72 €), διότι θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 § 3, 4 Ν. 653/1977 ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις ενδείξεις του οικείου κτηματολογικού πίνακα.

Τα επίδικα ακίνητα πριν την κήρυξη της απαλλοτριώσεως είχαν πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα (τρακτέρ, αυτοκίνητα κ.λπ.), από αγροτικούς δρόμους, από και προς τον οικισμό της ... και την ευρύτερη αυτής περιοχή, η οποία παρουσιάζει μεγάλη τουριστική κίνηση ως τόπος παραθερισμού, ενώ ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά κανόνα, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερόμενα, είχαν εμβαδόν πλέον των 4.000 τ.μ. (παρ. 1α.

άρθρ. 1 Π.Δ. 24/1985). Περαιτέρω από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η Εγνατία οδός, στην περιοχή των επίδικων ακινήτων, έχει, σε όλο το μήκος του προσώπου των τελευταίων σ’ αυτήν και επί του ορίου της απαλλοτρίωσης, διπλό μεταλλικό στηθαίο, καθώς είναι αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας, και προορίζεται να χρησιμοποιείται από αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες, χωρίς να εξυπηρετεί τις εν λόγω συνορεύουσες με αυτόν ιδιοκτησίες με παράπλευρες βοηθητικές οδούς.

Σημειώνεται εδώ ότι η Εγνατία οδός συνδέεται με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους, δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι ή σιδηροδρομική γραμμή και έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων. Έργων ως οδός ταχείας κυκλοφορίας...

Πίσω από το άνω στηθαίο της Εγνατίας οδού, ύψους περίπου 0,70 εκ., στην περιοχή των επιδίκων και σε απόσταση τριών περίπου μέτρων, υπάρχει κατασκευασμένη περίφραξη με συρματόπλεγμα, ύψους περίπου δύο μέτρων, ενισχυμένη με τσιμεντοπασσάλους, ενώ μεταξύ του στηθαίου και της περίφραξης έχει κατασκευασθεί τσιμενταύλακας συλλογής όμβριων υδάτων, καθώς και υπερυψωμένη κατά 80 εκατοστά νησίδα, πλάτους 1 μέτρου.

Το υπ’ αριθμόν ... ακίνητο, πριν την απαλλοτρίωση ήταν αγροτικό ακίνητο και προσπελαζόταν από αγροτική οδό, τμήμα της οποίας, μετά την κατασκευή της Εγνατίας οδού, ενσωματώθηκε με αυτήν (Εγνατία Οδό). Ειδικότερα όπως προκύπτει από την αεροφωτογραφία που συνοδεύει την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Α.

Κ.. και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εφεσίβλητους φωτογραφίες της περιοχής των επιδίκων ακινήτων, τμήμα του αγροτικού δρόμου που οδηγούσε στα υπ’ αριθμούς ... ... ακίνητα ενσωματώθηκε στην Εγνατία οδό και με τον τρόπο αυτό δυσχεράνθηκε, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, η προσβασιμότητα και προσπελασιμότητα των ανωτέρω ακινήτων και δεν βελτιώθηκε ποιοτικά από την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια που προέκυψε στην προσβασιμότητα και την προσπελασιμότητα των ανωτέρω ακινήτων εξ αιτίας της κατασκευής της Εγνατίας Οδού.

Περαιτέρω, η χρήση του υπ’ αριθμόν ... ακινήτου δεν βελτιώθηκε, ούτε άλλαξε, καθώς παρέμεινε αγροτικό, όπως ήταν και πριν από την απαλλοτρίωση. Από απόψεως πολεοδομικών παραμέτρων το εναπομείναν τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 11.735 τ.μ., παρέμεινε άρτιο και οικοδομήσιμο, όπως ήταν και πριν την απαλλοτρίωση, αντιθέτως το 2° εναπομείναν τμήμα του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 237 τ.μ., δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και, λόγω του ακανόνιστου σχήματος το οποίο έχει, καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση.

Το υπ’ αριθμόν ... ακίνητο, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το προηγούμενο υπ’ αριθμόν ... ακίνητο, προσπελαζόταν από αγροτική οδό, τμήμα της οποίας ενσωματώθηκε στην Εγνατία οδό, όπως προαναφέρθηκε, με συνέπεια να δυσχερανθεί, όπως θα αναφερθεί επίσης κατωτέρω, η προσβασιμότητα και προσπελασιμότητα αυτού με τον οικισμό της ...

και την ευρύτερη περιοχή. Σημειωτέον ότι μεταξύ της επιφάνειας του εδάφους του υπ’ αριθμόν ... ακινήτου και της επιφάνειας του οδοστρώματος της Εγνατίας Οδού υπάρχει υψομετρική διαφορά 15 μέτρων περίπου, γεγονός που αποκλείει την ωφέλεια του ανωτέρω ακινήτου από το ότι αποκτά πρόσωπο στην Εγνατία Οδό.

Η χρήση του ... παρέμεινε αγροτική, χωρίς να παρουσιάσει κάποια αλλαγή μετά την απαλλοτρίωση, ενώ παρέμεινε άρτιο και οικοδομήσιμο μόνο το ένα τμήμα του, εμβαδού 13,569 τ.μ., που βρίσκεται από την βόρεια πλευρά της Εγνατίας Οδού. Το άλλο τμήμα, εμβαδού 252 τ.μ., που απέμεινε στην νότια πλευρά της Εγνατίας Οδού και απέχει περίπου 70 μέτρα από τα όρια του σχεδίου πόλεως της τέως Κοινότητας ..., δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Το υπ’ αριθμόν ... ακίνητο, που πριν την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 19.750 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε 16.660 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και το γεγονός ότι απέκτησε πρόσωπο στην Εγνατία Οδό δεν το ωφέλησε από την άποψη των πολεοδομικών παραμέτρων. Πριν από την απαλλοτρίωση η χρήση του ήταν αγροτική και παρέμεινε η ίδια και μετά την απαλλοτρίωση.

Από πλευράς προσβασιμότητας πριν την απαλλοτρίωση συνδεόταν με την πρώην κοινότητα ... με τον παραπάνω αγροτικό δρόμο, μετά την απαλλοτρίωση δε, ενσωματώθηκε τμήμα του εν λόγω αγροτικού δρόμου στην Εγνατία οδό, κάθετα δε και κάτω από την επιφάνεια του οδοστρώματός της κατασκευάσθηκε άνοιγμα από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο προορίζεται για την διαφυγή των ομβρίων υδάτων, όπως διαφαίνεται από τα λοξά τελειώματα της βάσης και της οροφής του ανοίγματος, που του δίνουν μορφή αγωγού και δεν κατασκευάσθηκε με σκοπό να διατηρηθεί η αρχική χρήση της προϋφιστάμενης αγροτικής οδού, δηλαδή για την πρόσβαση από την ...

στα αγροτικά ακίνητα από τα οποία διερχόταν, μεταξύ των οποίων το εν λόγω με ... και τα προαναφερθέντα με ... ... ακίνητα. Το άνοιγμα αυτό μπορεί βεβαίως να χρησιμοποιηθεί περιστασιακά και συγκεκριμένα όταν δεν είναι γεμάτο από όμβρια ύδατα, ως δίοδος επικοινωνίας των ανωτέρω ακινήτων προς την κατοικημένη περιοχή της ..., έτσι όμως με την κατασκευή της Εγνατίας Οδού έγινε δυσχερέστερη η πρόσβαση των ανωτέρω ακινήτων στην ως άνω ευρύτερη περιοχή.

Τέλος, το υπ’ αριθμόν ... ακίνητο, το οποίο πριν την απαλλοτρίωση συνδεόταν με την ... με αγροτική οδό, μετά την απαλλοτρίωση και την κατασκευή της Εγνατίας Οδού αποκόπηκε η διέξοδός του προς την ..., καθώς η αγροτική οδός, μέσω της οποίας ήταν προσβάσιμο από την ..., ενσωματώθηκε στην Εγνατία Οδό, πέραν δε τούτου μεταξύ της επιφανείας του ανωτέρω ακινήτου και της επιφανείας της Εγνατίας Οδού δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά της τάξεως των 10 μέτρων, γεγονός που καθιστά το ανωτέρω ακίνητο απροσπέλαστο.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ... ακίνητο έχει αποκτήσει άνετη πρόσβαση στο έργο με κατασκευασμένο παράπλευρο... ελέγχεται ως ανακριβής, καθώς, όπως προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες του ... ακινήτου, δεν υπάρχει παράπλευρη οδός που να διέρχεται από το ανωτέρω ακίνητο και να καταλήγει, στην Εγνατία οδό, το όριο δε της απαλλοτρίωσης που αφορά στην Κάθετη ...

απέχει πάνω από 30 μέτρα από το ... και δεν διέρχεται από αυτό. Σημειωτέον δε ότι ο χωματόδρομος που διακρίνεται στην φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται η γέφυρα της ... (Κάθετης Οδού), σχηματίσθηκε από την διέλευση των οχημάτων της κατασκευάστριας εταιρίας, τα οποία περνούσαν από εκεί για να φθάσουν στο εργοτάξιο της εταιρίας, χωρίς και αυτός ο δρόμος να διέρχεται από το ....

Η χρήση του ... ήταν αγροτική και τέτοια παρέμεινε και μετά την απαλλοτρίωση, ενώ δεν ωφελήθηκε ούτε από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, καθώς ήταν τόσο πριν όσο και μετά την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η αξία, που είχαν όλα τα ανωτέρω ακίνητα, δεν οφειλόταν στην προοπτική της αγροτικής εκμετάλλευσής τους, αλλά στην προοπτική της μελλοντικής τους αξιοποίησης με την ένταξή τους στο σχέδιο πόλεως, την οικοπεδοποίησή τους και την δυνατότητα ανέγερσης σε αυτά παραθεριστικών κατοικιών, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα αυτά παρουσιάζει τουριστική ανάπτυξη και τα ακίνητα αυτά βρίσκονται πολύ κοντά στα όρια του πολεοδομικού σχεδίου της ...

σε απόσταση 1000 περίπου μέτρων από τη θάλασσα με απεριόριστη θέα σ’ αυτήν και η επέκταση του εν λόγω σχεδίου και στα ακίνητα αυτά παρίστατο πολύ πιθανή στο εγγύς μέλλον. Επομένως, τα με αριθμούς ..., 265, ... ακίνητα καθόλου δεν ωφελήθηκαν από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου ως παρόδιες ιδιοκτησίες, καθόσον η Εγνατία οδός στο σημείο που τέμνει τις ιδιοκτησίες των ανωτέρω εναγόντων είναι κλειστή και τα εναπομείναντα τμήματα δεν έχουν επικοινωνία με την οδό αυτή, ούτε και δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε αυτήν, η χρήση τους δεν άλλαξε προς το καλύτερο, αλλά παρέμεινε η ίδια, συνεπώς και ως προς το κριτήριο της χρήσης δεν προέκυψε καμία ωφέλεια, ενώ επιπροσθέτως δυσχεράνθηκε η προσβασιμότητα και η προσπελασιμότητά τους με την ευρύτερη περιοχή της ....

Επί πλέον δε και από πολεοδομικής απόψεως δεν ωφελήθηκαν τα ανωτέρω ακίνητα ως παρόδιες ιδιοκτησίες, καθώς, ενώ ήταν άρτια και οικοδομήσιμα πριν την απαλλοτρίωση, παρέμειναν τέτοια και μετά από αυτήν, με δυνατότητα όμως δομήσεως μικρότερης επιφάνειας, λόγω της μειώσεως της επιφανείας τους εξ αιτίας της απαλλοτρίωσης και ειδικότερα 317 τ.μ.

δόμησης αντί των 386 τ.μ. πριν την απαλλοτρίωση για το ... ακίνητο, 333 τ.μ. αντί 386 τ.μ. για το με ..., 367 τ.μ. για το με ... και 308 τ.μ. αντί των 349 τ.μ. για το με ... ακίνητο. Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των εναγόντων από την παροδιότητα αυτών με την άνω κατασκευασθείσα Εγνατία οδό ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν, αλλά, όπως αναφέρεται παραπάνω, ζημιώθηκαν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ωφέλεια που απέκτησαν από την κατασκευή του έργου της απαλλοτριώσεως είναι αυτή που απέκτησαν όλα γενικά τα ακίνητα της περιοχής και το ευρύτερο κοινό αυτής.

Συνεπώς οι ενάγοντες δεν δύναται να θεωρηθούν, κατά την έννοια του άρθρ. 1 ν. 653/1977, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες ώστε να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 1 του πρώτου προσθ. πρωτ. της ΕΣΔΑ και 17 του Συντ., να αποζημιωθούν και για τα άνω τ.μ. για τα οποία δεν αποζημιώθηκαν. Κατ’ ακολουθία το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό που αναλογεί στις υπόλοιπες απαλλοτριωθείσες και μη αποζημιωθείσες εκτάσεις των ανωτέρω ακινήτων τους, που θεωρήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, ως αυτοαποζημιούμενες, με βάση την οριστική τιμή μονάδος απαλλοτρίωσης που καθορίστηκε για την απαλλοτρίωση με την προαναφερόμενη 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και ειδικότερα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 24-9-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 24739/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας) που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την εναντίον του από 1...-2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επιδικάζοντας σ’ αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει, για τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειάς τους από την υπόψη απαλλοτρίωση.

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ’ ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και, συνεπώς, δεν στερείται από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν, κυρίως, τη μη απόκτηση, από τα εδαφικά τμήματα που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, προσώπου στον διανοιγόμενο "κλειστό" αυτοκινητόδρομο (Εγνατία Οδό) ή, εν πάση περιπτώσει, τη δυσχέρεια της άνετης και άμεσης πρόσβασής τους σ’ αυτόν και, επιπλέον, τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και της διανοιγόμενης με αυτή Εγνατίας Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των εν λόγω τμημάτων των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών, των οποίων, να σημειωθεί, και η άλλη χρήση (αγροτική) δεν άλλαξε και μετά την απαλλοτρίωση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωμένες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω Οδού, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Ειδικότερα, το τελευταίο, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, αλλιώς, ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, 1) αναφορικά με το αν τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είχαν πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και τι είδους (δημοτική, επαρχιακή, εθνική) ή σε οδό που έχει προέλθει με ιδιωτική βούληση (όπως αγροτική και ιδιωτική), η οποία δεν έχει καθιερωθεί ως κοινόχρηστη με πράξη της διοίκησης και τι βάθος είχαν οι επίμαχες ιδιοκτησίες πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε να δικαιολογείται η αρτιότητα κατά κανόνα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση και "η μη ωφέλειά τους από πολεοδομικής άποψης ή η δυσμενής μεταβολή των πολεοδομικών παραμέτρων τους μετά την απαλλοτρίωση", 2) για ποίο λόγο τα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση καθίστανται "μη ωφελούμενα", εξαιτίας της μείωσης των μέτρων δόμησης που τους αναλογούν, όταν το γεγονός αυτό, αν πράγματι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δόμησής τους πριν από την απαλλοτρίωση, έχει ήδη συνυπολογιστεί για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και, πάντως, δεν αποτέλεσε κριτήριο για να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα, 3) γιατί τα ..., 265 και 369 ακίνητα καθίστανται μη ωφελούμενα, ενώ έχουν άμεση πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης, και δια μέσου αυτού (και δια του πλησιέστερου Α/Κ) και στην κεντρική αρτηρία και 4) γιατί το ένα τμήμα του ...

ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, εμβαδού 237 τετρ. μέτρων, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί κατά την προοριζόμενη αγροτική χρήση του μετά από συνένωσή του με όμορες ιδιοκτησίες. Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον 1) στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για το ότι όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και είχαν πριν από την απαλλοτρίωση πρόσβαση σε αγροτικούς δρόμους, ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.

α’ του π.δ. 24/1985, όπως προπαρατέθηκε, χωρίς, μάλιστα, το αναιρεσείον να προβάλει, με λόγο έφεσης, αντίθετο ισχυρισμό (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, και, συνεπώς, δεν απαιτούνταν και η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών (πρώτη αιτίαση), 2) με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ 19 ΚΠολΔ πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας (δεύτερη και τρίτη αιτιάσεις) και 3) η δυνατότητα συνένωσης του τμήματος του πιο πάνω ...

ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, με άλλα όμορα ακίνητα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν.δ. 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων", όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, είναι νομικά αδιάφορη και δεν αποκλείει την αξίωση της επίδικης αποζημίωσης -πρβλ. ΑΠ 2262/2009, ΑΠ 559/1985 (τέταρτη αιτίαση). Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 "ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974), και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012), η δικαστική δαπάνη α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ήδη άρθρ. 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτόν, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της .../8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσας, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων" (ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εδώ). Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο 560), πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το υποχρέωσε στην καταβολή του ποσού των 5.456 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 ("Κώδικα Δικηγόρων"), με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001) δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές, καθώς και εκείνες των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 100, 107, 109 και 114 του ν.δ. 3026/1954, και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, κατά το αναιρεσείον, εφόσον η δίκη διεξήχθη κατά την τακτική διαδικασία, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του να μην υπερβεί το όριο των 293 ευρώ που θεσπίζεται με τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου (22 του ν. 3693/1957).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται και στην ερευνώμενη περίπτωση και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 1γ και 4γ-στ των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της .../8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ερημοδίκησαν και, φυσικά, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...9-2-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 693/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων 1γ και 4γ-στ των αναιρεσιβλήτων (Ά. Σ. Φ., Π. Ν. Χ., Δ. Ν. Χ., Γ. Ν. Χ. και Δ. Ν. Χ., αντίστοιχα), τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ