Legislator Case Law & Legislation
212/2015 AI generated

212/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 212/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Legislator headnote

AI generated

212/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 32/2002). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 Ν. 1845/1989, συστήθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), στη θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του, με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011, υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ), το οποίο με σχετική δήλωσή του, συνεχίζει τη δίκη.

Keywords

AI generated
scientific profession research integrity scientific progress research funding open science research infrastructure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 212 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 212/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ), ν.π.ι.δ. που εποπτεύεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ως καθολικού διαδόχου του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Σφουντούρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Αντωνόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:325/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για αντίστοιχα κεφάλαιά της, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μη εξαιρεί άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και παρέχουν κάτω από τις ίδιες εργασιακές συνθήκες τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο ΣΣΕ ή ΔΑ ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, στις οποίες υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που υπερείχε καταφανώς κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικά προκρίθηκε η προαγωγή.

Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όμως, όπου υπάρχει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθ. 201 και 207 ΑΚ, στις περιπτώσεις δηλ. αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικά προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.

Αν επομένως, ο εργοδότης ή τα όργανα του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τ' αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί, είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.

Απ' αυτά καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε το άρθ. 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ ή όταν η προαγωγή προβλέπεται από την σύμβαση), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.

ΑΠ 32/2002). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 Ν. 1845/1989, συστήθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), στη θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του, με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011, υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ), το οποίο με σχετική δήλωσή του, συνεχίζει τη δίκη.

Με το άρθρο 16 του ως άνω νόμου (1845/1989), προβλέπεται η διαδικασία διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής του ερευνητικού προσωπικού του εν λόγω ιδρύματος, με τις εκεί οριζόμενες διαδικασίες και προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, στο αναιρεσείον ίδρυμα υπήρχε κανονισμός με την ισχύ νόμου και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παράλειψη προαγωγής των υπηρετούντων σ' αυτό, ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 16 ν. 1845/1999, (όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 26 παρ. 15 του ν. 2945/2001 και πριν γίνει η αναρίθμησή του σε άρθρο 15 με το άρθρο 14 παρ. 9 του ν. 3399/2005) το προσωπικό του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. διακρίνεται σε ερευνητικό, τεχνικό (ειδικό επιστημονικό και μη), διοικητικό, οικονομικό και σε προσωπικό υποστήριξης".

Με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στη διαδικασία διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής του ερευνητικού προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. (όπως το άρθρο αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 30 παρ. 16 του ν. 2538/1997, το άρθρο 26 παρ. 16 του ν. 2945/2001 και το άρθρο 16 παρ. 10 του ν. 3170/2003 και έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, πριν γίνει η αναρίθμηση του σε άρθρο 16 και αντικατάσταση του με το άρθρο 14 παρ. 9 του ν. 3399/2005) : "1.

Το ερευνητικό προσωπικό κατέχει θέσεις ερευνητών που κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες Α', Β', Γ', Δ' με τους εξής αντίστοιχους τίτλους : Τακτικός ερευνητής - βαθμίδα Α'. Αναπληρωτής ερευνητής - βαθμίδα Β'. - Εντεταλμένος ερευνητής - βαθμίδα Γ', Δόκιμος ερευνητής - βαθμίδα Δ'. Οι ερευνητές της βαθμίδας Δ' προσλαμβάνονται με τετραετή θητεία και οι ερευνητές της βαθμίδας Γ' με τριετή θητεία που μπορεί να παρατείνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Οι ερευνητές των βαθμίδων Β' και Α' ανήκουν στο τακτικό ερευνητικό προσωπικό και των βαθμίδων Δ' και Γ' ανήκουν στο έκτακτο. 2. Προσόντα διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής που απαιτούνται για κάθε βαθμίδα ορίζονται τα εξής : α) Για τη βαθμίδα Δ' : διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα σχετική με. την αγροτική έρευνα.

Γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου, που να αποδεικνύονται από επίσημα στοιχεία, β) Για τη βαθμίδα Γ' : Εκτός από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται ο ερευνητής να έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει.

Επίσης απαιτείται να έχει κάνει πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους,... 3. Κατά την επιστημονική κρίση του οικείου εκλεκτορικού σώματος συνεκτιμάται η συνολική προσφορά του υποψηφίου στην αγροτική έρευνα και τεχνολογία, καθώς και η συμβολή του στην αγροτική ανάπτυξη της χώρας.

Πρόσθετα προσόντα μπορεί να προβλεφθούν στον κανονισμό κατάστασης προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Με τον ίδιο κανονισμό ρυθμίζεται και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα, σχετικό με την κατάσταση του ερευνητικού προσωπικού....6. Για την πρόσληψη και την προαγωγή αποφασίζει το Δ.Σ. μετά την οριστική κρίση του αρμόδιου εκλεκτορικού σώματος της περίπτωσης γ' της παραγράφου 7 του άρθρου 10, κατά την ακόλουθη διαδικασία :

α) Η τριμελής εισηγητική επιτροπή που προβλέπεται στην περίπτωση δ' της παραγράφου 7 του άρθρου 10, με ειδικά αιτιολογημένη έκθεσή της ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων εισηγείται μέσα σε σαράντα ημέρες από τη διαβίβαση σε αυτή των φακέλων με τα στοιχεία των υποψηφίων, στο αρμόδιο εκλεκτορικό σώμα.

Η εισηγητική έκθεση περιλαμβάνει : αα) Αναλυτική παρουσίαση και αξιολόγηση του δημοσιευμένου έργου και της προσωπικότητας των υποψηφίων και κρίση για την προσφορά τους στην πρόοδο της αγροτικής έρευνας και τη συμβολή τους στην αγροτική ανάπτυξη της χώρας, ββ) Γνώμη για το βαθμό ανταπόκρισης των υποψηφίων στα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα, γγ) Αξιολογική κατάταξη των υποψηφίων.

Η ανωτέρω έκθεση κοινοποιείται δέκα ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος στους υποψηφίους, οι οποίοι μπορούν να υποβάλουν σχετικό υπόμνημα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των σαράντα ημερών που προβλέπεται για την υποβολή της εισηγητικής έκθεσης, η διαδικασία κρίσης συνεχίζεται χωρίς αυτήν, β) Το εκλεκτορικό σώμα δια του Ε.Σ.

διαβιβάζει στο Δ.Σ. την απόφαση του. Το Δ.Σ. προσλαμβάνει ή προάγει τους ερευνητές αφού ασκήσει έλεγχο νομιμότητας στην απόφαση του εκλεκτορικού σώματος. Το εκλεκτορικό σώμα αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Για να προσληφθεί ή προαχθεί ένας υποψήφιος πρέπει να λάβει τόσες θετικές ψήφους όσα είναι και τα μέλη που αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του εκλεκτορικού σώματος.

Αν οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από δύο και κανένας δεν συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται στην ίδια συνεδρίαση μεταξύ των δύο πρώτων σε αριθμό ψήφων υποψηφίων και προτείνεται αυτός που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των εκλεκτόρων. Οι εκλέκτορες αιτιολογούν ειδικά την ψήφο τους.

Στην αρχή της συνεδρίασης οι υποψήφιοι μπορούν να αναπτύξουν προφορικά, τις απόψεις τους για το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης, απαντούν σε ερωτήσεις των εκλεκτόρων και αποχωρούν. Για την άσκηση του δικαιώματος αυτού των υποψηφίων, γνωστοποιείται σε αυτούς η ημερομηνία της συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος και η ημερήσια διάταξη. 7.

Ο ερευνητής βαθμίδας Δ' διορίζεται με τετραετή θητεία. Μετά τη λήξη της θητείας προκηρύσσεται η θέση για πρόσληψη από ερευνητή με προσόντα της βαθμίδας Γ. Ο ερευνητής, του οποίου έληξε η θητεία, μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα και εξακολουθεί να παραμένει στη θέση του μέχρι την πλήρωση της. Αν η διαδικασία πλήρωσης της θέσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, καταλήξει στην πρόσληψη άλλου υποψηφίου, ο ερευνητής της βαθμίδας Δ' παύει, αυτοδικαίως, να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.

Αν η διαδικασία πλήρωσης της θέσης αποβεί άγονη, η θητεία του ερευνητή βαθμίδας Δ' ανανεώνεται για δύο έτη μετά τη λήξη της οποίας επαναλαμβάνεται η διαδικασία για την πλήρωση της θέσης. Αν ο ερευνητής βαθμίδας Δ' δεν επιλεγεί για τη βαθμίδα Γ', παύει, αυτοδικαίως, να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ΕΘ.ΕΑΕ.Ε...11.

Οι βαθμίδες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού είναι ανεξάρτητες και αυτοτελείς. Οι νομοθετημένες θέσεις μπορούν, ανάλογα με τις ανάγκες του ΕΘ.ΕΑΕ.Ε. να καταλαμβάνονται από ερευνητές Δ, Ε, Β, Α βαθμίδας αδιακρίτως, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Η κατανομή των κενών οργανικών θέσεων στις βαθμίδες γίνεται κάθε έτος μέχρι τέλος Μαρτίου, με απόφαση του Δ.Σ.

του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. 12. Οι κρίσεις που προβλέπονται στο άρθρο αυτό γίνονται μέχρι τέλους Μαΐου κάθε έτους.". Επίσης με το άρθρο 31 παρ. 10 του ν. 3147/2003 ορίζεται ότι : "Για την προαγωγή στη βαθμίδα Γ' των ερευνητών βαθμίδας Δ', οι οποίοι είχαν υπαχθεί ή προσληφθεί στο ΕΘ.Ι.ΑΕ.Ε. με τις διατάξεις του Ν. 1845/1989 απαιτείται τριετής θητεία στη βαθμίδα Δ' και θετική κρίση κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 17 του Ν. 1845/1989.

Αν ο κρινόμενος δεν κριθεί προακτέος, η θητεία του παρατείνεται για δύο έτη, μετά δε τη λήξη της, επανακρίνεται. Αν κατά την επανάκριση δεν κριθεί προακτέος με αίτηση του είτε εντάσσεται στους ειδικούς επιστήμονες του τεχνικού προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., είτε μεταφέρεται σε ανάλογη με τα προσόντα του προσωποπαγή θέση του Υπουργείου Γεωργίας.

Για την προαγωγή και τις διοικητικές συνέπειες σε περίπτωση μη προαγωγής των ερευνητών που υπηρετούν στις υπόλοιπες βαθμίδες, οι οποίοι είχαν ενταχθεί ή προσληφθεί στο ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. με τις διατάξεις του Ν. 1845/1989 ισχύουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 16 του άρθρου 26 του Ν. 2945/2001". Η κρίση όμως αυτή των οργάνων του αναιρεσίβλητου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει, όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται να προαχθεί κάποιος ερευνητής, που έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επομένως η κρίση του συμβουλίου είναι κατάφωρα άδικη.

Σε αυτή την περίπτωση, ο ερευνητής, που παραλείφθηκε έχει δικαίωμα να ζητήσει, α) την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του, οπότε με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε η προαγωγή του από το χρόνο που έπρεπε αυτή να έχει συντελεστεί (αρθρ. 12 παρ.1 Ν. 1082/1982), που στην περίπτωση των ερευνητών του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.

συμπίπτει, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα με το τέλος Μαΐου, εκάστου έτους, αφού μέχρι τότε πρέπει να ολοκληρώνεται υποχρεωτικά από το νόμο (άρθρο 17 παρ. 12 ν. 1845/1989), η διαδικασία προαγωγής, εφόσον ο ερευνητής, εκτός των ουσιαστικών προσόντων, είχε συμπληρώσει, μέχρι το τέλος Μαρτίου του ίδιου έτους, τον προβλεπόμενο χρόνο παραμονής στην προηγούμενη βαθμίδα.

Ειδικότερα για τη προαγωγή πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) ο υποψήφιος να έχει συμπληρώσει μέχρι το τέλος Μαρτίου τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής στην προηγούμενη βαθμίδα 2) μέχρι τότε να υποβληθεί αίτηση εκ μέρους του ερευνητή, 3) σύγκληση και απόφαση γνωμοδοτικής επιτροπής και επιστημονικών συμβουλίων καθώς και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, διαδικασίες οι οποίες, σύμφωνα με τον ως άνω κανονισμό, πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Μαΐου του έτους, μέσα στο οποίο ο ερευνητής, μέχρι το τέλος Μαρτίου έχει συμπληρώσει τριετία.

Από τότε δε: 1) συντελείται η προαγωγή και 2) θεωρείται ότι παρανομεί το αναιρεσείον, με το να παραλείψει, κατ' αντίθεση με τις ως άνω αρχές, να προαγάγει τον έχοντα τα νόμιμα προσόντα ερευνητή και συνακόλουθα έκτοτε επέρχονται οι επιζήμιες, από την παράλειψη αυτή συνέπειες, μεταξύ των οποίων η στέρηση των υπέρτερων αποδοχών του επόμενου βαθμού.

Η μετά την ημερομηνία αυτή (τέλος Μαΐου), συγκρότηση των αρμοδίων επιστημονικών επιτροπών, εκλεκτορικού σώματος και λήψη απόφασης του ΔΣ, δεν μεταθέτει και το χρόνο προαγωγής, αφού μέχρι τότε όφειλε να ενεργήσει το αναιρεσείον. Ούτε άλλωστε η άποψη ότι η προαγωγή συντελείται, από τότε που αυτός (ερευνητής) συμπλήρωσε τριετία σε προηγούμενο του Μαΐου, χρονικό διάστημα, βρίσκει έρεισμα στις πιο πάνω νομικές διατάξεις.

Από καμιά των διατάξεων αυτών προβλέπεται τούτο. Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, η παραμονή στην προηγούμενη βαθμίδα, για ορισμένο χρονικό διάστημα, δεν αποτελεί αποκλειστικά και μόνο την προϋπόθεση προαγωγής, αλλά απαιτούνται σωρευτικά και όλες οι άλλες πιο πάνω προϋποθέσεις που πρέπει να έχουν συμπληρωθεί μέχρι το ως άνω χρονικό διάστημα (τέλος Μαΐου), β) αποζημίωση κατά τα άρθρα, 297, 298 και 914 ΑΚ, όπως τη διαφορά των αποδοχών μεταξύ της βαθμίδας που κατέχει και της ανώτερης θέσης που θα είχε καταλάβει, αν δεν είχε καταχρηστικά παραλειφθεί και γ) χρηματική ικανοποίηση, κατά τα άρθρα 57, 299 και 932 ΑΚ, λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας του, την οποία υπέστη με την ατομική και υπηρεσιακή μείωση του στο προσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη των αρμοδίων και αντιπροσωπευτικών οργάνων του εργοδότη να τον προαγάγουν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά τη διάταξη δε του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών, επί αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, με αντικείμενο αξιώσεις του από παράνομη παράλειψη προαγωγής του σε ερευνητή Γ' βαθμίδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχτηκε τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος της πρώτης - έφεσης και εκκαλών της δεύτερης έφεσης είναι πτυχιούχος του Τμήματος Γεωπονίας της Σχολής Γεωτεχνικών Υπηρεσιών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στη φυτική παραγωγή και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην ιολογία φυτών του πανεπιστημίου Dundee της Μεγάλης Βρετανίας.

Τον Αύγουστο του έτους 2000 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητο της δεύτερης έφεσης, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που συστήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1845/1989 και το έτος 2011 συγχωνεύτηκε στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ - ΔΗΜΗΤΡΑ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως δόκιμος ερευνητής, αρχικά στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Θεσσαλονίκης, που αποτελεί ερευνητική μονάδα του εναγομένου και στη συνέχεια μετατέθηκε στην αντίστοιχη ερευνητική μονάδα της Πάτρας (Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών), όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα.

Ο ενάγων όταν συμπλήρωσε την απαιτούμενη από το ν. 3147/2003, που προαναφέρθηκε, τριετία στη βαθμίδα Δ', υπέβαλε αίτηση στο εναγόμενο για την προαγωγή του στη βαθμίδα Γ'. Η επιτροπή αξιολόγησης του άρθρου 14 του ν. 1845/1989, όπως ίσχυε τότε το άρθρο αυτό, με την από 2-6-2004 εισηγητική της έκθεση έκρινε ότι ο ενάγων δεν καλύπτει τα απαραίτητα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στη βαθμίδα Γ.

Στη συνέχεια η επιτροπή του Επιστημονικού Συμβουλίου του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 1845/1989, όπως ίσχυε τότε το άρθρο αυτό, με την από 24-9-2004 εισηγητική της έκθεση έκρινε ότι ο ενάγων καλύπτει επαρκώς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα για την προαγωγή του στη βαθμίδα του Εντεταλμένου Ερευνητή, την οποία και πρότεινε ομόφωνα.

Τέλος το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγομένου κατά τη συνεδρίαση της 19ης-5-2006 εισηγήθηκε κατά πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου τη μη προαγωγή του ενάγοντος στη βαθμίδα Γ του Εντεταλμένου Ερευνητή, κρίνοντας ότι : α) έχει ικανότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης ερευνητικών έργων, οργάνωσης και διεύθυνσης ερευνητικών προγραμμάτων, β) έχει περιορισμένη ικανότητα κατανομής τμημάτων ή φάσεων του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει, καθώς και να προωθεί πρωτοποριακές ιδέες στην επιστήμη και την τεχνολογία, γ) δεν έχει σε ικανοποιητικό βαθμό πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους ή σε εθνικά περιοδικά και δ) έχει αναγνωρισμένη από άλλους ερευνητές συμβολή στην πρόοδο της επιστήμης.

Κατόπιν αυτών το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου κατά τη συνεδρίαση της 31ης-5-2006 αποδέχτηκε την ως άνω γνωμοδότηση του Επιστημονικού Συμβουλίου και αποφάσισε τη μη προαγωγή του ενάγοντος. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κάλυπτε επαρκώς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στη βαθμίδα Γ' του εντεταλμένου ερευνητή, όπως απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα αυτός είναι πτυχιούχος γεωπόνος και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στην ιολογία φυτών. Πριν από την πρόσληψή του από τον εναγόμενο και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1994 έως 31-3-1997 συμμετείχε σε μεταδιδακτορική έρευνα του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης και παράλληλα ασχολήθηκε με την εκπαίδευση μεταπτυχιακών φοιτητών και τεχνικών του ως άνω Ινστιτούτου και με διδακτικό έργο υπό τη μορφή σεμιναρίων.

Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως το Μάρτιο του έτους 1997 εργάστηκε στο ίδιο ως άνω Ινστιτούτο στα πλαίσια του προγράμματος ΕΠΕΤ/453 και από το Μάρτιο του έτους 1998 έως τον Ιούνιο του έτους 1999 απασχολήθηκε ως ερευνητής .στο Τμήμα Γεωπονίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο πρόγραμμα 96/Τ/18 με τίτλο Management of insect pests and viruses using ecologically compatible technologies .

Έχει στο ενεργητικό του επτά ερευνητικές εργασίες σε διεθνή συνέδρια και έξι ερευνητικές εργασίες σε εθνικά συνέδρια και δύο ερευνητικές εργασίες σε αντίστοιχα επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, που περιλαμβάνονται στο κατάλογο Science Citation Index (SCI) του Institute for Scientific Information. Μετά την πρόσληψη του από το εναγόμενο συμμετείχε στο ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο Α novel approach to study the mechanisms of virus particle acquisition and release in the non persistent transmission of potyviruses by aphids στα πλαίσια της διμερούς συνεργασίας ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. - INRA ως επιστημονικός υπεύθυνος και στο πρόγραμμα καινοτόμων ενεργειών INNCT - RWG2002 - 2003 ΚΑΙΝΟΤΟΜΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΤΠΑ 2000 - 2006 της Περιφέρειας Δυτ.

Ελλάδας ως επιστημονικός υπεύθυνος της Δράσης "Καθορισμός προδιαγραφών και εκπόνηση της στατιστικής μελέτης" και ως υπεύθυνος έργου του Μέτρου "Βελτίωση των Υπηρεσιών που προσφέρονται προς τους βιοκαλλιεργητές μέσω ενίσχυσης των υφιστάμενων υποδομών". Επίσης είχε οριστεί ως μέλος της Επιτροπής υλοποίησης του Δικτύου Βιολογικής Γεωργίας, η οποία είχε ως έργο το συντονισμό των ενεργειών για την υλοποίηση και λειτουργία πιλοτικού Δικτύου Βιολογικής Γεωργίας της Περιφέρειας Δυτ.

Ελλάδας. Από το έτος 2004 συμμετείχε ως ερευνητικά υπεύθυνος μιας εκ των επτά ομάδων εργασίας του ευρωπαϊκού προγράμματος ResistVir, το οποίο ανήκει στην ομάδα έργων συντονισμού δράσεων (Condition Action) του 6ου Ευρωπαϊκού Προγράμματος Πλαισίου (6ο Framework Programme), ως μέλος της ομάδας Διοίκησης του Προγράμματος και ως υπεύθυνος μιας εκ των επτά ενοτήτων εργασίας, εποπτεύοντας και συντονίζοντας 45 ερευνητές από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ισραήλ και την Τουρκία, κατανεμημένους σε οκτώ εξειδικευμένες ομάδες εργασίας, με προσωπική του ευθύνη συντονισμού και απόδοσης αποτελεσμάτων .

Είναι από το έτος 2006 επιστημονικά υπεύθυνος και έχει τη γενική εποπτεία της ερευνητικής πρότασης με κωδικό ΔΕΛ 4 "ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕΝΩΝ ΕΙΔΩΝ ΜΕ ΜΙΚΡΟΣΥΣΤΟΙΧΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΕΘΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟ ΠΑΘΟΓΟΝΩΝ ΣΕ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", με ανάδοχο το εναγόμενο, την οποία είχε υποβάλλει αυτός στο πλαίσιο του προγράμματος "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΕ ΤΟΜΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ" ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ και εγκρίθηκε, στο οποίο πρόγραμμα συμμετέχουν τα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων, Κρήτης και Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και η εταιρεία GEORION, που δραστηριοποιείται στο γεωργικό τομέα.

Έχει στο ενεργητικό του τρεις ερευνητικές εργασίες τα έτη 2000, 2001 και 2006 στα διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους επιστημονικά περιοδικά Journal of General Biology και Journal of Phytopathology, που περιλαμβάνονται στο κατάλογο SCI TOuInstitute for Scientific Information , μια ερευνητική εργασία σε πλήρη πρακτικά διεθνούς συνεδρίου και μία εργασία το έτος 2003 στο εθνικό περιοδικό ΓΕΩΡΓΙΑ - ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ.

Είχε προσκλήσεις για συγγραφή άρθρου σε ξενόγλωσσο βιβλίο, για συμμετοχή στην Οργανωτική Επιτροπή Διεθνούς Συνεδρίου, για ομιλίες σε ημερίδες και σε επιμορφώσεις παραγωγών και γεωτεχνικών, όπως από την Ένωση Νέων Αγροτών Ν. Αχαΐας και τον Καπνικό Σταθμό Έρευνας Αγρινίου και στο 8° Πανελλήνιο Συνέδριο Ιολογίας, για παρουσίαση της εργασίας του με θέμα : "Ενδομοριακές συσχετίσεις αμινοξέων σε πολυμορφικές περιοχές της βοηθητικής πρωτεΐνης ιών του γένους POTYVIRUS και της αιμοσυγκολλητικής διαφορετικών απομονώσεων του υποτύπου Η3Ν2 του ιού INFLUENZA".

Επίσης συμμετείχε στην παραλαβή δειγμάτων καλλιεργούμενων φυτών, στη διάγνωση φυτοπαθολογικών προσβολών τους και στην παροχή οδηγιών αντιμετώπισης σε αγρότες και γεωπόνους. Ακόμα ο ενάγων επιδεικνύει ιδιαίτερο επιστημονικό ζήλο, επιδιώκοντας να συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα. Ειδικότερα το έτος 2003 η πρόταση του που υποβλήθηκε στα πλαίσια της Ελληνοβουλγαρικής Ε+Τ Συνεργασίας 2000 - 2002 βαθμολογήθηκε με 75 ως μέσο όρο, ενώ έχει υποβάλει μια πρόταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του 6th Framework Rrogramme-Call Identifier EP6-203 -Food -2-A και μια πρόταση στη Γ.Γ.Ε.Τ.

στα πλαίσια της Διακρατικής Συνεργασίας Ελλάδας - Ουγγαρίας. Γενικά δε υπάρχει διεθνής αναγνώριση του ερευνητικού του έργου, όπως καταδεικνύουν αναφορές άλλων συγγραφέων σ' αυτό, οι οποίες είναι είκοσι σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, που περιλαμβάνονται στο κατάλογο SCI του Institute For Scientific Information και μία σε διεθνές περιοδικό εκτός S CL Τέλος είχε προτείνει στη διοίκηση του εναγομένου τη λειτουργία εργαστηρίου Ιολογίας στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών, η λειτουργία του οποίου θεωρήθηκε χρήσιμη από το εναγόμενο για την επίλυση προβλημάτων της ευρύτερης περιοχής και η υλικοτεχνική υποδομή του απαραίτητη για τη διεκδίκηση και υλοποίηση προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας και έτσι εστάλη από το Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πατρών στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου τεχνικό δελτίο ερευνητικής πρότασης με θέμα: "Επιδημιολογία και έλεγχος αναδυόμενων ιολογικών ασθενειών της τομάτας στην Δυτική Ελλάδα και ευρύτερη περιοχή Πελοποννήσου".

Από τ' ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων συγκέντρωνε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στη βαθμίδα Γ' του εντεταλμένου ερευνητή. Σύμφωνα με όλα τ' ανωτέρω, σε συνδυασμό και με τα μη αμφισβητούμενα από το Επιστημονικό Συμβούλιο λοιπά προσόντα του ενάγοντος (ικανότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης ερευνητικών έργων, οργάνωσης και διεύθυνσης ερευνητικών προγραμμάτων και αναγνωρισμένη από άλλους ερευνητές συμβολή στην πρόοδο της επιστήμης), αυτός συγκέντρωνε τα τυπικά, αλλά και τα ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στη βαθμίδα Γ' του εντεταλμένου ερευνητή, όπως απαιτεί ο νόμος.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για την προαγωγή του ενάγοντος το επιστημονικό έργο του που είχε αξιολογηθεί για την πρόσληψή του, δεν είναι βάσιμος, γιατί κατά τις διατάξεις του ν. 1845/1999, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το ν. 3399/2005, που προαναφέρθηκαν, για την προαγωγή σε επόμενη βαθμίδα απαιτούνται και τα προσόντα της προηγούμενης βαθμίδας.

Αλλά και από το από 5-5-2001 έγγραφο του Επιστημονικού Συμβουλίου του εναγομένου με θέμα : "Αρχές που διέπουν την αξιολόγηση - κρίση των ερευνητών του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε από το Επιστημονικό Συμβούλιο", προκύπτει, αναφορικά τουλάχιστον με τις δημοσιεύσεις σε περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους, ότι λαμβάνεται υπόψη το συνολικό δημοσιευμένο έργο κάθε μορφής και κατά κύριο λόγο το παραχθέν στο διάστημα της θητείας του υπό προαγωγή ερευνητή στη βαθμίδα που υπηρετεί, αλλά και καθ' όλη τη σταδιοδρομία του σωρευτικά.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το εναγόμενο, με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, το οποίο έλαβε υπόψη την εισήγηση του Επιστημονικού Συμβουλίου, να μην προάγει τον ενάγοντα στη βαθμίδα Γ' αναδρομικά από 1-9-2003, άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό του δικαίωμα, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου είναι και το ότι το Επιστημονικό Συμβούλιο με την εισήγησή του για τη μη προαγωγή του ενάγοντος στη βαθμίδα Γ έκρινε ότι αυτός έχει περιορισμένη ικανότητα να προωθεί πρωτοποριακές ιδέες στην επιστήμη και την τεχνολογία, κάτι όμως που δεν αποτελεί προσόν για την προαγωγή στη βαθμίδα Γ' αλλά στη βαθμίδα Β'......Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος, ως αντικείμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1845/1989, είναι παράνομη, αφού οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου (έλλειψη της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, η οποία επιμέλεια τους επέβαλε να προάγουν τον ενάγοντα αφού είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα) και γεννά υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος, ο οποίος δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο το ποσό των 5.688,27 ευρώ για διαφορές αποδοχών μεταξύ της βαθμίδας Δ' και της βαθμίδας Γ', για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 έως 31-8-2006, ......".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ,επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, όσον αφορά την προαγωγή του αναιρεσίβλητου από τη βαθμίδα Δ' στη Γ', δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού της αναιρεσείουσας και εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ, που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας.

Τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και καταφάσκουν τη νομική κι ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσείουσας, με την έννοια , ότι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλήφθηκε και δεν προήχθει ο αναιρεσίβλητος, αν και διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προέβλεπε ο κανονισμός του προσωπικού του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα η κρίση των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου ήταν κατάφωρα άδικη.

Επομένως, οι επί μέρους, συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης, με τις οποίες προβάλλεται αντιστοίχως ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να κρίνει, όπως πιο πάνω αναφέρεται σχετικά με τις προαγωγικές κρίσεις, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του κανονισμού του προσωπικού του αναιρεσείοντος και του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου, οι επί μέρους αιτιάσεις της αίτησης για παραβίαση των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, διότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε ανεπίτρεπτη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσίβλητου με εκείνα, άλλων συναδέλφων του, αφού η προαγωγή δεν περιορίζεται από συγκεκριμένο αριθμό θέσεων και όποιος έχει τα προσόντα προάγεται, πρέπει να απορριφθούν ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο διότι, το Εφετείο δεν προέβη στη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσίβλητου με εκείνα άλλων ερευνητών. Τέλος, οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους λόγους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτόν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με το να δεχτεί, όμως, το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος: 1) έπρεπε να προαχθεί από 1-9¬-2003, όταν είχε συμπληρώσει τριετία παραμονής στη βαθμίδα Δ', και 2) από τότε (1-9-2003) δικαιούται, ως αποζημίωση τις διαφορές των αποδοχών του, μεταξύ της βαθμίδας που προήχθει και εκείνης που κατείχε, παραβίασε με τις κρίσεις του αυτές, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η προαγωγή συντελείται όχι από τότε που ο ερευνητής έχει συμπληρώσει, απλώς, τριετία στην προηγούμενη βαθμίδα, αλλά απαιτείται επιπροσθέτως να συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα εφόσον ο αναιρεσίβλητος 1) είχε συμπληρώσει τριετία μέχρι το τέλος Μαρτίου 2004, 2) υπέβαλε αίτηση για την προαγωγή του τον Ιανουάριο 2004, ενώ διέθετε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου και τα λοιπά προσόντα προς τούτο, έπρεπε να προαχθεί στην επόμενη βαθμίδα από την 1η-6-2004.

Έκτοτε δε, το αναιρεσείον, με την αντίθετη, με τις ως άνω αρχές, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου, απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μην προαγάγουν αυτόν, παρανόμησε και συνακόλουθα έκτοτε επήλθαν οι επιζήμιες (από την παράλειψη αυτή) συνέπειες, μεταξύ των οποίων η στέρηση των υπέρτερων αποδοχών του επόμενου βαθμού, τις οποίες ο τελευταίος δικαιούται από την 1-6-2004 και όχι από 1-9-2003 που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά συνέπεια, οι συναφείς από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επί μέρους αιτιάσεις, της κρινόμενης αίτησης όπως πααδεκτά συμπληρώθηκαν με την έκθεση του Εισηγητή, είναι βάσιμες και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της και τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά {με τα οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί από 1-9-2003 αντί από 1-6-2004 καθώς και ότι δικαιούται αποζημίωσης (διαφορά αποδοχών) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2003 μέχρι τις 31-5-2004}. 2.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου. Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στο δικόγραφο της κρινόμενης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτώς προταθέντες ισχυρισμούς του. Από την εκτίμηση του περιεχομένου των αιτιάσεων αυτών, δεν πρόκειται για "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια (δηλ.

τέτοιων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμών που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης). Πρόκειται για επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, νομικά επιχειρήματα που συνάγει το αναιρεσείον, από την κατά την άποψή του ορθή ερμηνεία του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Κατά συνέπεια, και οι αιτιάσεις αυτές, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εν μέρει ηττηθείς αναιρεσίβλητος, σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.

Αναιρεί, εν μέρει την 401/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, για τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης.

Παραπέμπει προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Επιβάλλει μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ