212/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated212/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι- Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.
Full text
Απόφαση 212 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 212/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου του ΔΔ ... του Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ανδρεουλάκο.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου Δ.Δ. ... του Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18459/1998 μη οριστική, 16093/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1013/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι- Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Η διάνοια κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.
Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία (τακτική η έκτακτη) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίσκεψη, η φροντίδα και το όργωμα καθώς και η καλλιέργεια του ακινήτου με δημητριακά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται..
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όχι μόνο όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, όταν δηλαδή δεν περιλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα, αλλά και όταν από το αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε και έτσι από τις παραδοχές της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αρνητικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση ίδιας κυριότητας του ήδη αναιρεσίβλητου: "Ο ΑΑ, θείος των διαδίκων, που δεν είχε αποκτήσει τέκνα και απεβίωσε στις 22.6.1993, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26.3.1993 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον ενάγοντα [υιό του ανιψιού του] Χ τα περιγραφόμενα στο συμβόλαιο δώδεκα ακίνητα [όλη την ακίνητη περιουσία του], μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο, ήτοι έναν αγρό εκτάσεως 5.500 τμ στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
Ν. ... ["εξωχώραφο, δηλ άγονο αγρό]. Όμως, το ακίνητο αυτό ο ΑΑ το είχε μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά, ήδη από το έτος 1964 στον εναγόμενο, ανηψιό του επίσης, Ψ [που είναι αδελφός του πατέρα του ενάγοντος BB], ο οποίος εναγόμενος το κατείχε έκδοτε και το νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, καλλιεργώντας το ο ίδιος με δημητριακά, μέχρι το χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου το έτος 1993 [αλλά και μετά το 1993, μέχρι σήμερα}, δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Για το περιστατικό αυτό καταθέτουν με σαφήνεια και πειστικότητα και οι δύο μάρτυρες του εναγομένου, που είναι ξένοι προς τους διαδίκους-αντίθετα με τους μάρτυρες του ενάγοντος, οι οποίοι συνδέονται με συγγενική εξ αγχιστείας σχέση με τον ενάγοντα- και ειδικότερα: Ο μάρτυρας του εναγομένου ..., ηλικίας 72 ετών, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης της νομής του επιδίκου στον εναγόμενο ήταν πρόεδρος της κοινότητας ... [όπου κείται το επίδικο] και συγχρόνως είναι ιδιοκτήτης γειτονικών προς το επίδικο ακινήτων, βεβαιώνει μετά λόγου γνώσεως ότι, από το έτος 1964 και εντεύθεν ο εναγόμενος ήταν εκείνος που καλλιεργούσε το επίδικο [με σιτάρι, κριθάρι και σίκαλη], ότι εκείνη την εποχή [το έτος 1966] είχε μιλήσει με τον ΑΑ στα γραφεία της κοινότητας, ρωτώντας τον γιατί δεν τον έβλεπε να καλλιεργεί το συγκεκριμένο επίδικο και εκείνος τον πληροφόρησε ότι το είχε δωρίσει στον εναγόμενο ανιψιό του Ψ.
Κατέθεσε επίσης ότι ο ΑΑ, με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με άτυπη δωρεά είχε παραχωρήσει ένα άλλο χωράφι του [στη θέση "ΑΑ χωράφι"] στην ανιψιά του ΓΓ, η οποία κατασκεύασε εκεί το μαντρί της και το κατέχει μέχρι σήμερα. [Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο περιστατικό της άτυπης δωρεάς ενός ακινήτου στην ΓΓ, επιβεβαιώνεται και από τους μάρτυρες του ενάγοντος].
Τα ίδια παραπάνω περιστατικά, με την ίδια σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις είχε καταθέσει ο συγκεκριμένος μάρτυρας και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων που προηγήθηκε. Εξάλλου και ο έτερος μάρτυς του εναγομένου ..., ηλικίας 57 ετών, όμορος προς το επίδικο ιδιοκτήτης, ο οποίος κατά το χρόνο παραχώρησης του επιδίκου προς τον εναγόμενο απουσίαζε στη ..., βεβαιώνει ότι, όταν επανεγκαταστάθηκε στα ...
περί το έτος 1969-1970 και πήγε να καθαρίσει το ακριβώς όμορο προς το επίδικο χωράφι του, που είχε μείνει ακαλλιέργητο μερικά χρόνια, θέλησε να συνεννοηθεί με τον ΑΑ, για να μην δημιουργηθούν προβλήματα με τα όρια τους, και τότε εκείνος [ο ΑΑ] τον ενημέρωσε ότι είχε δωρίσει το επίδικο στον εναγόμενο ανιψιό του εδώ και 2-3 χρόνια, λέγοντας του να συνεννοείται πλέον με αυτόν για τα όρια.
Καταθέτει επίσης μετά λόγου γνώσεως, ότι έκτοτε το επίδικο το καλλιεργούσε πάντα με διάφορα δημητριακά ο εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα είχε τρακτέρ κατ όργωνε μερικές φορές και το όμορο χωράφι του μάρτυρα, όταν του το ζητούσε, τα ίδια δε κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων. Αντίθετα οι καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος δεν κρίνονται το ίδιο πειστικές, διότι:
Ο μάρτυρας ΔΔ, ηλικίας 70 ετών που έχει επίσης όμορο χωράφι με το επίδικο, καταθέτει ότι ο ΑΑ μέχρι το 1980-1985 καλλιεργούσε το επίδικο και ότι μέχρι το έτος 1980-1985, καλλιεργούσε ο ίδιος [ο ΑΑ] όλα τα χωράφια του, διαψευδόμενος όμως στο σημείο αυτό από την κατάθεση ενώπιον του Ειρηνοδικείου του πατέρα του ενάγοντος ΒΒ, ο οποίος κατέθεσε ότι "εδώ και 20-25 χρόνια" ο ΑΑ του είχε δώσει τα χωράφια του και τα καλλιεργούσε αυτός [ο ΒΒ}, εκτός από το επίδικο, το οποίο δεν καλλιέργησε ποτέ, Ο ίδιος μάρτυς ΔΔ καταθέτει παρακάτω, ότι ο εναγόμενος καλλιεργούσε το επίδικο δέκα χρόνια περίπου, προσθέτοντας "δεν ξέρω όμως αν τα δέκα χρόνια αυτά μετρούν από σήμερα ή από τότε που πέθανε ο ΑΑ".
Σε αντίθεση με την παραπάνω κατάθεση του ΔΔ, ο αδελφός του, ..., εξεταζόμενος ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατά την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, είχε καταθέσει ότι ο εναγόμενος καλλιεργούσε το επίδικο 6-7 χρόνια, ότι έως το έτος 1970 το καλλιεργούσε ο ΑΑ, ότι το 1970 "το είχε ο ΕΕ" για 3-4 χρόνια και μετά ο εναγόμενος Ψ, για 6-7 χρόνια.
Όμως από το έτος 1973-1974 που βεβαίωσε ο μάρτυς αυτός ότι ξεκίνησε να το καλλιεργεί ο εναγόμενος, ως το χρόνο σύνταξης του πωλητηρίου συμβολαίου, δηλαδή το έτος 1993, δεν παρήλθαν "6-7 χρόνια" αλλά είκοσι χρόνια.
Συνεπώς, οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων του ενάγοντος δεν αναιρούν, αλλά αντίθετα ενισχύουν τις προαναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου. Τέλος, ούτε η κατάθεση του ετέρου μάρτυρα του ενάγοντος ...κρίνεται πειστική, καθώς αυτός, μολονότι κτηνοτρόφος, που έβοσκε τα πρόβατα του σε όλη τη κτηματική περιοχή, καταθέτει ότι δεν γνωρίζει ποιος καλλιεργούσε το επίδικο μετά το έτος 1981 και δεν γνωρίζει τίποτε για την εκ μέρους του εναγομένου καλλιέργεια του επιδίκου.
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι προσκομισθείσες από τον ενάγοντα δηλώσεις καλλιέργειας του εναγομένου προς το Υπουργείο Γεωργίας των ετών 1990, 1991 και 1993, στις οποίες φέρεται ότι ο εναγόμενος μίσθωνε τον επίδικο αγρό από τον ΑΑ, δεν παρέχουν ασφαλές κριτήριο για τη διάγνωση της αμφισβητούμενης κυριότητας του επιδίκου για τον εξής λόγο:
Στην όμοια ακριβώς δήλωση καλλιέργειας του εναγομένου για το έτος 1992, δηλαδή ενδιάμεσο χρόνο μεταξύ των ετών 1990 και 1993, ο ίδιος επίδικος αγρός φέρεται ιδιόκτητος και όχι μισθωμένος [βλ από 29.4.1992 "δήλωση καλλιέργειας έτους 1992" που προσκομίζει ο εναγόμενος-είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε την εν λόγω ενδιάμεση δήλωση καλλιέργειας].
Εξάλλου, και στην αρχική, από 18.4.1988 υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε ο εναγόμενος προς την διεύθυνση Γεωργίας και αφορούσε την καλλιεργητική περίοδο 1987-1988 [σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../2005 βεβαίωση του δημάρχου Αγίου Γεωργίου, το πρόγραμμα επιδοτήσεως στο δημοτικό διαμέρισμα ... ξεκίνησε μόλις το έτος 1985-1986} το επίδικο ακίνητο δηλώθηκε ως ιδιόκτητο [βλ προσκομιζόμενη από 18.4.1968 δήλωση].
Συνεπώς, εν όψει του ότι δεν είναι δυνατόν, ο ίδιος αγρός να είναι- ιδιόκτητος- το έτος 1988, μισθωμένος τα έτη 1990 και 1991, ιδιόκτητος το έτος 1992 και πάλι μισθωμένος το έτος 1993, τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία εξάλλου, δεν συμπληρώθηκαν από τον εναγόμενο αλλά από τρίτα πρόσωπα, δεν συνιστούν αξιόπιστη πηγή απόδειξης για την κυριότητα του επιδίκου.
Ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο και μετά τη σύνταξη του .../1993 συμβολαίου, μέχρι το Φεβρουάριο του 1994, οπότε, για πρώτη φορά τον απέβαλε ο ενάγων από τη νομή του [βλ ομολογία του τελευταίου, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης] εισερχόμενος με φορτωτή στο επίδικο και καταστρέφοντας την καλλιέργεια του εναγομένου [κριθάρι].
Τότε ο εναγόμενος άσκησε την από 15.5. 1994 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 44/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 23804/1995 απόφαση ταυ Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η οποία δέχθηκε την αίτηση του εναγομένου-αιτούντος, τον αναγνώρισε προσωρινά νομέα του επιδίκου και υποχρέωσε τον νυν ενάγοντα να του αποδώσει τη νομή του επιδίκου.
Η εν λόγω απόφαση [44/1994] εκτελέστηκε [βλ υπ' αριθμ. 1062/27.10.1994 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης] και έτσι ο εναγόμενος κατέχει και νέμεται το επίδικο μέχρι σήμερα. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά,συνεχίζει το Εφετείο, η προβληθείσα από τον ενάγοντα ένσταση ίδιας κυριότητας είναι ουσιαστικά βάσιμη, αφού αποδείχθηκε ότι αυτός, για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μέχρι το έτος 1993, νεμήθηκε το επίδικο και απέκτησε έτσι την κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Συνεπώς, η σύνταξη και μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου δεν προσπόρισε στον ενάγοντα την κυριότητα του συγκεκριμένου επιδίκου, αφού ο δικαιοπάροχός του, κατά το χρόνο της μετάβασης, δεν ήταν κύριος αυτού γιατί η κυριότητα του είχε καταλυθεί με την πρωτοτύπως κτηθείσα κυριότητα του εναγομένου. Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία:
α) το γεγονός ότι κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή με άτυπη δωρεά, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου ΑΑ είχε μεταβιβάσει άλλο ακίνητό του, σε άλλη ανηψιά του [την ΓΓ], γεγονός που επιβεβαίωσαν όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες, β) Όπως επίσης βεβαίωσαν όλοι οι μάρτυρες, είχε επικρατήσει εθιμικά στην περιοχή των ..., όπου δεν υπήρχαν τίτλοι κυριότητος για τα ακίνητα, να προσκομίζεται στο συμβολαιογράφο, προκειμένου να μεταβιβαστεί κάποιο ακίνητο, βεβαίωση του προέδρου της κοινότητας ότι ο μεταβιβάζων είχε στη νομή του το ακίνητο για διάστημα είκοσι χρόνων, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και που οδηγεί στη σκέψη ότι δεν ήταν δυνατή η προσκομιδή τέτοιας βεβαίωσης για το επίδικο, επειδή αυτό βρισκόταν στη νομή του εναγομένου, γ) Τέλος, αν ήταν αληθής ο περί χρησιδανείου ισχυρισμός του ενάγοντος- πέραν του ότι είναι ασύνηθες, κατά τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, να συνάπτεται προφορικά σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου για αόριστο, μεγάλο πάντως χρονικό διάστημα - ο χρήστης ΑΑ θα είχε καταγγείλει τη σύμβαση χρησιδανείου πριν την κατάρτιση του συμβολαίου, ή έστω αμέσως μετά, πράγμα όμως, που επίσης δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός παραπονέθηκε για την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ένστασης του και απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι το επίδικο ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων ΑΑ το είχε μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο από το έτος 1964, ο οποίος έκτοτε το κατείχε και το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι ασκήσεως της αγωγής και έτσι κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Συνεπώς, όταν ο ανωτέρω ΑΑ το μεταβίβασε στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα το έτος 1993 με το προαναφερθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο, ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος αυτού, διότι απέκτησε παρά μη κυρίου, αφού η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του (ΑΑ) είχε ήδη καταλυθεί. Έτσι όπως έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα ότι ο αναιρεσίβλητος με διάνοια κυρίου νέμονταν το επίδικο για μια εικοσαετία, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότατα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναί αβάσίμοι. Ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης (δεύτερος, πρώτο μέρος), κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (και ειδικότερα ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του αναφερομένου σ' αυτόν μάρτυρα) και τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, δεδομένου και του σαφούς πορίσματος του Εφετείου, ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (δεύτερος), μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα δηλώσεις καλλιέργειας του αναιρεσίβλητου προς το Υπουργείο Γεωργίας, των ετών 1990, 1991 και 1993, στις οποίες φέρεται ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) μίσθωνε το επίδικο από τον ΑΑ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (σελίδα 10 αυτής), το Εφετείο τις έλαβε υπόψη, και τις συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσες για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε κα. το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ ΑΠ 32/1996).
Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούντο γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερνή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος τρίτο, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 που επικαλείται ο αναιρεσείων), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει.
Δεν αναφέρεται, όμως, ποια είναι τα διδάγματα αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση, ποιου κανόνα δικαίου την ερμηνεία αφορούν και ποια πραγματικά περιστατικά ης διαφοράς πρέπει να υπαχθούν σ' αυτόν.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει; όταν δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης· αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 448/2001, ΑΠ 1062/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω αναφερομένων δηλώσεων καλλιέργειας του αναιρεσίβλήτου προς το Υπουργείο Γεωργίας, με το να δεχθεί "γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά" και συγκεκριμένα ότι το επίδικο το δήλωνε στο Υπουργείο Γεωργίας ο αναιρεσίβλητος ως ιδιοκτήτης αυτού, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μισθωτής του.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς· την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, άλλως ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση για το αν κύριος του επιδίκου κατέστη ο αναιρεσίβλητος κατ' αποδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτά αναφέρονται στην πρώτη σκέψη και τα οποία με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμα του, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν περιέχει αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλειες, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία για την απόρριψη, της αγωγής του περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκείμενα, δέχθηκε χωρίς απόδειξη, α) ότι υπήρχε έθιμο στην περιοχή, που κείται το επίδικο, να προσκομίζεται, κατά τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου, αν δεν υπήρχε τίτλος, πιστοποιητικό χρησικτησίας, που εξέδιδε ο Πρόεδρος της Κοινότητας, με το οποίο βεβαιωνόταν ότι ο μεταβιβάζων είχε στη νομή, του το ακίνητο για διάστημα είκοσι ετών, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, διότι δεν ήταν δυνατή η έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού, αφού το επίδικο βρισκόταν στη νομή του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, και β) ότι αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο κατείχε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, που είχε συνάψει, με τον ΑΑ, ο τελευταίος θα είχε καταγγείλει τη σύμβαση χρησιδανείου πριν την κατάρτιση του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου (7559/1993).
ή έστω αμέσως μετά, πράγμα όμως που δεν συνέβη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε, τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, ότι το Εφετείο αποδέχθηκε ως μη αξιόπιστη πηγή απόδειξης για την κυριότητα του επιδίκου, τις αντιφατικές δηλώσεις ιδιοκτησίας του αντιδίκου προς το Υπουργείο Γεωργίας για την εξασφάλιση αγροτικών επιδοτήσεων την περίοδο 1989-1993, αποφαινόμενο ότι συμπληρώθηκαν οι δηλώσεις από τρίτα πρόσωπα και δεν συμπληρώθηκαν τα αποδεικτικά μέσα από δηλώσεις ιδιοκτησίας του εναγομένου που θα έπρεπε να προσκομίσει ο ίδιος (εναγόμενος)και όχι αυτός (ενάγων-αναιρεσείων). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του. πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων.
VI. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2006 αίτηση του ΑΑ για αναίρεση της 1013/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ