Legislator Case Law & Legislation
2129/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal and annuls tax collection orders while keeping appeal admissible for further trial.

Case Number 2129/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final appellate court decision and annulled the lower court's dismissal of the taxpayer's annulment request. The taxpayer argued that specific tax collection orders and the resulting seizure were invalid, while the State contended the debt was established. The court ruled that the appeal was admissible, the seizure must be lifted, and the case proceeds to trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 73(1) of Law 356/1974 (KED) and Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal and annul a lower court's decision dismissing an annulment action if the appeal is admissible, thereby reviving the case for further trial while lifting the enforcement measures.

Keywords

AI generated
annulment action admissibility tax collection orders annulment seizure revocation appeal allowance enforcement measures suspension

Cited Legislation

AI generated
Article 73(1) of Law 356/1974 (KED)
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 1151/2015 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2129 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2129/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-11-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Βέροιας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε - γνωστοποίησε εν όλω τα στοιχεία του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/ΜΙ-ΑΚ/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1173/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1173/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 30.7.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 43/ΜΙ-ΑΚ/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας επί της 7.2.2018 ανακοπής εκ του άρθρου 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση των υπ' αριθ. ....2016, ....2016 και ....2027 ταμειακών βεβαιώσεων και της επ' αυτών ερειδομένης κατάσχεσης δυνάμει του υπ' αρ. ....2018 κατασχετηρίου της Δ.Ο.Υ.

Βέροιας, για χρηματική οφειλή του, ύψους 12.357 ευρώ, προερχομένη από οφειλή μισθωμάτων, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την από 30.7.2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1173/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επ' αυτής, απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 21.9.2021, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (1.7.2021), χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στο αναιρεσίβλητο (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1.1.2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν, μεταξύ άλλων, η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη.

Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α και β του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε και μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 5 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1.1.2014, ορίζεται ότι: "Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β` της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013.

Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1 και 2 του ιδίου Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) ..... και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) ..... ε) ..... στ) .... και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:

Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (ΑΠ 74/2023, ΑΠ 1660/2022).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του προπαρατιθέμενου άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων (συμβάσεων, εγγυητικών επιστολών κλπ.) που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση (ΑΠ 396/2024).

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, γιατί με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής με βάση σύμβαση που τον συνδέει με το πρόσωπο κατά του οποίου επίκειται από το Ελληνικό Δημόσιο εκτέλεση, και στη θέση του οποίου (αρχικού δανειστή) υποκαταστάθηκε, λόγω εκχώρησης, το Ελληνικό Δημόσιο.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, αλλά μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε, σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής σχέσης της με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 ΚΕΔΕ η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής (ΑΠ 1237/2024, ΑΠ 74/2023, ΑΠ 1960/2022, ΑΠ 1971/2022, ΑΠ 667/2021).

Έτι περαιτέρω, μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και, συγχρόνως, είδος κατασχέσεως αποτελεί και η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η οποία ρυθμίζεται νομοθετικά στα άρθρα 982-991 Α του Κ.Πολ.Δ. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από το δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση.

Αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου αποτελούν ενοχικές απαιτήσεις, των οποίων η παροχή συνίσταται σε χρήμα υπό στενή του όρου έννοια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., προκειμένου να καταστεί η χρηματική απαίτηση αντικείμενο κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, πρέπει να μην εξαρτάται από αντιπαροχή του καθού η εκτέλεση οφειλέτη προς τον τρίτο.

Εάν η απαίτηση εξαρτάται από αντιπαροχή πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία της κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων (ΑΠ 1424/2023). Αναφορικά με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, το άρθρο 30 του Κ.Ε.Δ.Ε. ορίζει ότι: "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην..." (παρ. 1).

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ. 3 εδ. α). Ακόμη, κατά το άρθρο 33, όπως είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ.67 του Ν.3842/2010, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση." Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 32 του ΚΕΔΕ (ήδη άρθρου 34 του κωδικοποιημένου με το ν. 4978/2022 ΚΕΔΕ), ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, κατά τον ΚΕΔΕ, η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο, ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατ' αντίθεση με άρθρο 985 παρ. 3 του ΚΠολΔ, (που εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ και ήδη του άρθρου 80 του Κωδικοποιημένου Κ.Ε.Δ.Ε.), κατά τον οποίον η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1853/2023, ΑΠ 1807/2023, ΑΠ 1120/2022).

Περαιτέρω, αντικείμενο της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα (που δεν έχει γεννηθεί ακόμα) ή υπό αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται, όμως, κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως να υπάρχει η βασική έννομη σχέση (μίσθωση πράγματος, εταιρεία, εντολή), από την οποία ως παραγωγός αιτία απορρέει η μελλοντική απαίτηση και μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιοριστεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως κατά το ποσό.

Σε περίπτωση δε κατασχέσεως της απαιτήσεως που έχει ο οφειλέτης του Δημοσίου κατά του τρίτου προς πληρωμή ληξιπροθέσμων και μελλοντικών μισθωμάτων, με την ανακοπή του Δημοσίου δύναται να ζητηθεί σωρευτικά η αναγνώριση της απαιτήσεως αυτών και η καταδίκη του τρίτου, αντιστοίχως, στην καταβολή των μέχρι της ημέρας της κατασχέσεως οφειλόμενων μισθωμάτων και εκείνων που θα καταστούν μελλοντικώς απαιτητά, εντός των ορίων του δια του κατασχετηρίου κατασχεθέντος συνολικού ποσού (Α.Π. 1384/2022, Α.Π. 1120/2022, Α.Π. 624/2021, Α.Π. 259/2020, Α.Π. 144/1990).

Το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαιτήσεως, που κατασχέθηκε και ο τρίτος λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου, ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή, επί αρνητικής δηλώσεως ή παραλείψεως του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προαναφερόμενη ανακοπή του, οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του (Α.Π. 1384/2022, Α.Π. 762/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ν. 4072/2012, η ομόρρυθμη εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την καταχώρησή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.) (άρθρο 251 παρ. 2), τη λύση της ακολουθεί η εκκαθάριση, εκτός αν οι εταίροι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά (άρθρο 268 παρ. 1). Η ομόρρυθμη εταιρεία μπορεί να μετατραπεί σε ετερόρρυθμη με απόφαση των εταίρων και τήρηση των όρων του νόμου (άρθρο 282 Α).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η μετατροπή ομόρρυθμης σε ετερόρρυθμη εταιρεία και το αντίστροφο, είναι η δικαιοπραξία με την οποία το "είδος" ή η "μορφή" νομικής προσωπικότητας ορισμένου νομικού προσώπου τροποποιείται από τα μέλη του, χωρίς εκκαθάριση, ίδρυση ή μεταβίβαση περιουσίας αλλά σαν συνέχιση του ιδίου υποκειμένου δικαίου, χωρίς δηλαδή να καταλύεται η παλαιά νομική προσωπικότητα, αλλά απλώς συνεχίζεται με διαφορετική νομική μορφή (ΑΠ 151/2022, ΑΠ 335/1996, ΑΠ 734/1994, ΑΠ 640/1986).

Από το συνδυασμό των άρθρων 361, 847 και 851 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ` εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο. Ο εγγυητής, ως εκ του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης σε σχέση με την κύρια οφειλή, ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, με βάση τη σύμβαση μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη που είχε καταρτισθεί μέχρι τη σύναψη της εγγύησης, ανεξάρτητα αν καθίσταται μεγαλύτερη.

Ο δανειστής, ασκώντας αγωγή κατά του εγγυητή για καταβολή του χρέους, που δεν καταβάλει ο πρωτοφειλέτης, πρέπει να επικαλεστεί τη σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη, την μεταξύ αυτού και του εγγυητή σύμβαση της εγγύησης κατά το περιεχόμενό της, ήτοι την παροχή που αφορά και την έκταση της ευθύνης, το ύψος της οφειλής του πρωτοφειλέτη και την υπερημερία του τελευταίου.

Εξάλλου, με το άρθρο 86 παρ. 1 του ΚΕΔΕ όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 5 του άρθρου 85 του Ν. 4978/2022) ρυθμίζεται το θέμα της ευθύνης των εγγυητών για χρέη πρωτοφειλετών προς το Δημόσιο: "όσα το παρόν νομοθετικό διάταγμα διαλαμβάνει περί των οφειλετών, εφαρμόζονται και κατά των εγγυητών, στερουμένων του ευεργήματος της διζήσεως", οι οποίοι, σύμφωνα με την παρ. 1, ευθύνονται ως πρωτοφειλέτες και, παράλληλα, στερούνται του δικαιώματος να προτείνουν την ένσταση δίζησης των άρθρων 855-857 ΑΚ.

Έτσι, η εγγύηση έχει κατά τα άρθρα 847 και 850 ΑΚ, ως αντικείμενο ξένη και μάλιστα έγκυρη οφειλή (κύρια οφειλή), και γεννά εξαρτημένη ενοχή, αφού η γένεση, το περιεχόμενο και η απόσβεσή της εξαρτώνται κατά τα άρθρα 850 εδ. 1, 851 και 864 ΑΚ από την κύρια οφειλή και συνεπώς, ο κατά το άρθρο 2 § 2 του ΚΕΔΕ , νόμιμος τίτλος κατά του εγγυητή θεμελιώνεται όχι μόνο στη σύμβαση της εγγυήσεως, που μπορεί να είναι αμιγώς ιδιωτικού δικαίου, αλλά και στη δημοσίου δικαίου σχέση μεταξύ του Δημοσίου και του πρωτοφειλέτη (Α.Π. 1301/1994).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τα πραγματικά γεγονότα τα εξής: "Ο (μη διάδικος) Θ. Κ. όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο από διάφορες αιτίες το ποσό των 70.122,50 ευρώ.

Ο ως άνω οφειλέτης του Δημοσίου από το 2009 εκμίσθωνε ένα ακίνητο στη μισθώτρια εταιρία "... - ... ΟΕ" και το Δημόσιο για την ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς του, προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα εις χείρας της μισθώτριας εταιρίας, των μισθωμάτων που αυτή όφειλε ή θα όφειλε στο μέλλον στον εκμισθωτή και οφειλέτη του Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, με τη με αρ. πρωτ. .../23-7-2013 και αρ. ειδ. Βιβλίου 168/2013 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, κατασχέθηκαν εις χείρας της (μη διαδίκου) εταιρίας με την επωνυμία " ...-... ΟΕ" ως τρίτης, για οφειλές του (επίσης μη διαδίκου) Θ. Κ. ύψους 70.122,52 ευρώ, οι οφειλές της εταιρίας προς τον οφειλέτη του Δημοσίου Θ.

Κ., οι οποίες πηγάζουν από μισθώματα βάσει σύμβασης μίσθωσης ακινήτου με εκμισθωτή τον Θ. Κ. και μισθώτρια την ανωτέρω εταιρία. Η εταιρία "...-... ΟΕ" υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας την με αρ. 325/2013 θετική δήλωση τρίτου, με την οποία δήλωσε ότι νοικιάζει κατάστημα από τον οφειλέτη Θ. Κ. με μηνιαίο μίσθωμα 500 ευρώ, ποσό το οποίο θα κατέβαλε για το επέκεινα χρονικό διάστημα στη Δ.Ο.Υ.

Βέροιας. Κατόπιν της θετικής αυτής δήλωσης, η επιβολή από το Δημόσιο της αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου επέφερε την αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στο κατασχόν Δημόσιο, το οποίο κατέστη εκδοχέας της απαιτήσεώς αυτής και ο καθ ου η κατάσχεση τρίτος και συγκεκριμένα η (κατά μετατροπή της ομόρρυθμης προελθούσα) ετερόρρυθμη εταιρία επωνυμία "...

και ΣΙΑ ΕΕ", λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου.

Περαιτέρω, η παραπάνω με αρ. 325/2013 θετική δήλωση του τρίτου αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά του τρίτου ήτοι κατά της εταιρίας "...-... ΟΕ" (...). Τα ανωτέρω μισθώματα όμως η εταιρία "... -... ΟΕ", μετά την ανωτέρω θετική της δήλωση, ουδέποτε κατέβαλε στο Ελληνικό Δημόσιο και το τελευταίο, με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο της θετικής δήλωσης του τρίτου, βεβαίωσε σε βάρος της το ποσό των 24.000 ευρώ, που αφορά μισθώματα του ακινήτου για τους μήνες από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017.

Ειδικότερα βεβαιώθηκε η οφειλή της μισθώτριας εταιρίας, ως εξής: με την ΑΤΒ ...-2015 βεβαιώθηκε το ποσό των 7.500 ευρώ (μισθώματα από 10/2013 μέχρι 12/2014), τα οποία είχαν υπαχθεί σε ρύθμιση που απωλέσθη λόγω μη καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, με την ΑΤΒ ...-2015 ποσό 3.500 ευρώ (μισθώματα 1/2015 έως 7/2015) για το οποίο καταβλήθηκε ποσό 79,17 ευρώ, με τη ΑΤΒ ...-2015 ποσό 1.500 ευρώ (μισθώματα 8/2015 έως 10/2015), με την ΑΤΒ ....2016 γραμμή 1, ποσό 1.000 ευρώ (μισθώματα 11/2015 και 12/2015) και γραμμή 2 ποσό 1.500 ευρώ (μισθώματα 1ου, 2ου, 3ου μήνα του 2016), με την ΑΤΒ ...-2016 ποσό 4.500 ευρώ (μισθώματα από Απρίλιο έως και Δεκέμβριο του 2016) και με την ΑΤΒ ...-2017 ποσό 4.500 ευρώ (μισθώματα από Ιανουάριο μέχρι Σεπτέμβριο του 2017).

Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2014, η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία "...-... ΟΕ" είχε μετατραπεί, δυνάμει του με αρ. 16-12-2014 συμφωνητικού τροποποίησης καταστατικού, σε ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " ... και ΣΙΑ ΕΕ", με την αποχώρηση του Σ. Π. και την είσοδο στην εταιρία της Ι.

Σ. ως ετερορρύθμου εταίρου. Σύμφωνα δε με το από 6-12-2014 έγγραφο τροποποίησης καταστατικού, ο αποχωρήσας Σ. Π. μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο στον ομόρρυθμο εταίρο Ν. Π. χωρίς τίμημα αλλά με αντάλλαγμα την ανάληψη από τον τελευταίο, όλων των οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρίας που υφίστανται πριν και κατά το χρόνο της μεταβίβασης και που βαρύνουν τον αποχωρούντα κατά το ποσοστό που του αναλογεί.

Στη συνέχεια με το από 1-11-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ του (αρχικού) οφειλέτη του Δημοσίου Θ. Κ. και της " ...-... ΟΕ" λύθηκε η αρχική μίσθωση του ακινήτου και με το από 2-11-2015 μισθωτήριο συμβόλαιο επαγγελματικής μίσθωσης (νόμιμα δηλωθέν στη Δ.Ο.Υ Βέροιας) ο Θ. Κ. εκμίσθωσε στην από μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρίας προερχόμενη εταιρία "...

και ΣΙΑ ΕΕ", το ακίνητο που βρίσκεται στη Βέροια στην οδό ... (το ίδιο μίσθιο) για χρονικό διάστημα τριών ετών (2015 έως 2018). Τη τήρηση των όρων της ανωτέρω σύμβασης μίσθωσης όσον αφορά την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, που ορίσθηκε σε 500 ευρώ πλέον τελών και χαρτοσήμου 3% καταβλητέο τη 10η ημέρα κάθε μήνα, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2015 έως 1.11.2018, εγγυήθηκε προσωπικά ο ανακόπτων Σ.

Σ., παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως και ευθυνόμενος ως πρωτοφειλέτης, τους όρους δε της σύμβασης εγγύησης δεν αμφισβητεί ούτε προσβάλλει για οποιονδήποτε λόγο. Σημειωτέον ότι στο παραπάνω μισθωτήριο ρητά συμφωνήθηκε ότι "σε περίπτωση επιβολής από την Δ.Ο.Υ. Βέροιας αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου του οφειλομένου μισθώματος έναντι πληρωμής οφειλομένων του εκμισθωτή προς το Δημόσιο, η καταβολή του μισθώματος θα γίνεται προς τη Δ.Ο.Υ.

Βέροιας και απόκομμα της καταβολής η μισθώτρια θα προσκομίζει στον εκμισθωτή". Κατόπιν και μετά την έκδοση των ανωτέρω ταμειακών βεβαιώσεων σε βάρος της εταιρίας" ...-... ΟΕ" και της κατά μετατροπή αυτής εταιρίας "... και ΣΙΑ ΕΕ" η οποία κατέστη οφειλέτης του Δημοσίου βάσει της παραπάνω καταφατικής δήλωσής της (325/2013), στις 27-11-2017 επιδόθηκε (από 27-11-2017 έκθεση επίδοσης του Κ.

Μ. εφοριακού υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας) από τη Δ.Ο.Υ. Βέροιας στον Σ. Σ. (ανακόπτοντα), η με αρ, πρωτ. ...-2017 επιστολή-ειδοποίηση για καταβολή οφειλομένων, από την μισθώτρια "... και ΣΙΑ ΕΕ" μισθωμάτων, που αφορούν τους μήνες Νοέμβριο του 2015 μέχρι και Σεπτέμβριο του 2017, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή για την καταβολή των μισθωμάτων της από 2-11-2015 σύμβαση μίσθωσης, καλώντας αυτόν ως συνυπόχρεο πρόσωπο, να πληρώσει τα οφειλόμενα από την πρωτοφειλέτη εταιρία χρηματικά ποσά και επισημαίνοντας ότι "...μετά την πραγματοποιηθείσα βεβαίωση του ποσού των 11.500 ευρώ σε βάρος του τρίτου, ...

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ για τα μισθώματα των μηνών από τον Νοέμβριο 2015 μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2017, δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό.....". Ο ανακόπτων δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω πρόσκληση της Δ.Ο.Υ. Βέροιας και στις 12-1-2018 εκδόθηκε η με αρ. 1321/12-1-2018 με α/α 94/2018 ατομική ειδοποίηση υπερημερίας, ποσού 12.357,75 ευρώ η οποία του επιδόθηκε με αριθμό συστημένου ...

GR, για τις οφειλές του που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, με ημερομηνίες οφειλής την 13-4-2016, 30-12-2016 και 7-9-2017, με την ένδειξη -είδος οφειλής- "βεβαίωση στον τρίτο", τον αριθμό νομίμου τίτλου ήτοι τις παραπάνω ταμειακές βεβαιώσεις σε βάρος της εταιρίας Ν. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. με αρ. ...-2016 ποσού 1.000 ευρώ (μισθώματα 11/2015 και 12/2015) και 1.500 ευρώ (μισθώματα 1ου, 2ου, 3ου μήνα του 2016), με αρ. ...-2016 ποσού 4.500 ευρώ (μισθώματα από Απρίλιο έως και Δεκέμβριο του 2016) και με αρ. ...-2017 ποσό 4.500 ευρώ (για μισθώματα από τον Ιανουάριο του 2017 έως και Σεπτέμβριο του 2017), αναγράφοντας τα επί μέρους χρηματικά ποσά κατά κεφάλαιο, τόκους και προσαυξήσεις, προσκαλώντας αυτόν να προβεί σε ολοσχερή εξόφληση εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης ή να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών και με την ενημέρωση ότι αν δεν προβεί σε καμία ενέργεια θα ληφθούν αναγκαστικά μέτρα σε βάρος του για την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών.

Επομένως η ατομική ειδοποίηση είναι ορισμένη και περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 4 του ΚΕΔΕ). Η κοινοποίηση της ανωτέρω ατομικής ειδοποίησης έλαβε χώρα με συστημένη επιστολή κατά το άρθρο 4 του ΚΕΔΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του ν. 4174/2013 και ο ανακόπτων έλαβε γνώση αυτής και δεν προέβη σε καμία καταβολή προς τη Δ.Ο.Υ.

Βέροιας αλλά ούτε και σε ρύθμιση της οφειλής του. Κατόπιν τούτου, στις 25-1-2018 επιβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο σε βάρος του ανακόπτοντος με την ιδιότητα του συνυποχρέου της οφειλέτριας ετερόρρυθμης εταιρίας, λόγω της ιδιότητάς του ως εγγυητή της καταβολής των μισθωμάτων στην παραπάνω από 2-11-2015 σύμβαση μίσθωσης, αναγκαστική κατάσχεση για το συνολικό ποσό των 12.357,75 ευρώ, με κατάσχεση εις χείρας τρίτου και δη εις χείρας της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, με το με αρ.

πρωτοκ. ...-2018 (αρ. ειδ. Βιβλ. .../2018) κατασχετήριο και τον συνημμένο σ αυτό πίνακα χρεών στον οποίο αναλυτικά αναφέρονται τα επί μέρους χρηματικά ποσά κατά κεφάλαιο, τόκους και προσαυξήσεις, η ιδιότητα του οφειλέτη ως συνυποχρέου και ο αριθμός κάθε ταμειακής βεβαίωσης υπό την ένδειξη "στον τρίτο" . Η Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ προέβη στην με ηλεκτρ.

αρ. ....2018 θετική δήλωση στις 2.2.2018 και απέδωσε στο Δημόσιο το ποσό των 12.357,75 ευρώ (με αρ. ...-2018 διπλότυπο είσπραξης). Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η οφειλή του ανακόπτοντα ως συνυποχρέου - εγγυητή, στηρίζεται στην εκδοθείσα ταμειακή βεβαίωση (με τις προαναφερόμενες επί μέρους ταμειακές βεβαιώσεις) σε βάρος της (πρωτ)οφειλέτριας μισθώτριας εταιρίας "...

και ΣΙΑ ΕΕ" (που προήλθε από μετατροπή της "...- ... ΟΕ"), με βάση εκτελεστό τίτλο και συγκεκριμένα την με αρ. ....2013 καταφατική δήλωση της "... - ... ΟΕ" ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, ως τρίτης στα χέρια της οποίας κατασχέθηκε αναγκαστικά (με αρ. .../2013 -αρ. ειδ. Βιβλ. .../2013 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου) η απαίτηση του Δημοσίου κατά του οφειλέτη του εκμισθωτή Θ.

Κ. Η δε ταμειακή βεβαίωση έλαβε χώρα για το λόγο ότι παρά την καταφατική δήλωση της τρίτης εταιρίας "... - ... ΟΕ" κατά μετατροπή της οποίας προήλθε η "... και ΣΙΑ ΕΕ" ότι θα καταβάλει τα μισθώματα, ουδέν ποσό κατέβαλε προς το κατασχόν Δημόσιο (Δ.Ο.Υ Βέροιας). Πρέπει δε να επισημανθεί ότι παράλληλα με τις ανωτέρω ενέργειες της Δ.Ο.Υ.

Βέροιας, ο προϊστάμενος της εν λόγω υπηρεσίας, με το με αρ. ...-2018 και αρ. ειδ. Βιβλ. .../2018 κατασχετήριο έγγραφο, που επιδόθηκε στον Σ. Σ. στις 22-1-2018 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ως τρίτου, όλων όσων ο τελευταίος όφειλε ως εγγυητής με την από 2-11-2015 παραπάνω μισθωτική σύμβαση μέχρι του ποσού των 12.357,75 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ.

Ο Σ. Σ. προέβη στην με αρ. ...-2018 αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας και κατ' αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την με αρ. καταθ. .../2018 ανακοπή του ζητώντας την ακύρωση της αρνητικής δήλωσης. Επί της ανακοπής αυτής εξεδόθη η με αρ. 44/ΜΙ- Μ1/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας που απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εξεδόθη η με αρ. 620/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού απεφάνθη ότι επί της συγκεκριμένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως ήτοι κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο Σ.

Σ. δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου αλλά αυτή του συνοφειλέτη, έκρινε μη νόμιμη την με αρ. ...-2018 και αρ. ειδ. Βιβλ. 367/2018 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η εν λόγω όμως αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του Σ. Σ. ως τρίτου, ουδεμία έννομο επιρροή ασκεί στην υπό κρίση ανακοπή καθόσον η τελευταία στηρίζεται στην, με βάση τον εκτελεστό τίτλο εκ της με αρ. 325/2013 καταφατικής δήλωσης τρίτου, ταμειακή βεβαίωση των οφειλών της "...

και ΣΙΑ ΕΕ" και περαιτέρω στην ιδιότητα του ανακόπτοντα ως συνοφειλέτη, λόγω της εγγυητικής του ιδιότητας. Μάλιστα η σε βάρος του ανακόπτοντα επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ ως τρίτης, έλαβε χώρα για τα οφειλόμενα μισθώματα από τον Νοέμβριο του 2015 έως και τον Σεπτέμβριο του 2017 δηλαδή για τις οφειλές χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο ανακόπτων ευθυνόταν ως εγγυητής για τη καταβολή των μισθωμάτων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η Δ.Ο.Υ. Βέροιας δεν όφειλε να βεβαιώσει ταμειακώς εκ νέου και στο όνομα του ανακόπτοντος την οφειλή του ως εγγυητή ύψους 12.357,75 ευρώ, λόγω της ιδιότητας του ανακόπτοντος ως συνοφειλέτη (συνυποχρέου) της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ε.Ε." σε βάρος της οποίας εκδόθηκε ταμειακή βεβαίωση καθόσον για την ενεργοποίηση της ευθύνης του αρκούσε η από 2-11-2015 σύμβαση εγγύησης αυτού για την καταβολή των μισθωμάτων και η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας υπέρ ης η εγγύηση, με βάση τον εκτελεστό τίτλο, ήτοι τη με αρ. 325/2013 θετική δήλωση της ανωτέρω ετερόρρυθμης εταιρίας επί της σε βάρος της ως τρίτης αναγκαστικής κατάσχεσης.

Τούτο δε, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 86 του ΚΕΔΕ επεκτάθηκαν τα υποκειμενικά όρια εκτελεστότητας του υπάρχοντος τίτλου (καταφατική δήλωση του τρίτου ήτοι της εταιρίας "...-... ΟΕ" από τη μετατροπή της οποίας προήλθε η εταιρία "... και ΣΙΑ ΕΕ") και εναντίον του εγγυητή - ανακόπτοντος, ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά πέρα από την ομόρρυθμη εταιρία (και ήδη ετερόρρυθμη) που αναφέρεται στον τίτλο.

Με βάση δε την ταμειακή αυτή βεβαίωση εκδόθηκε η (προσκομιζόμενη από το καθ'ου η ανακοπή) με αρ. πρωτ. 1321/12-1-2018 ατομική ειδοποίηση, η οποία του κοινοποιήθηκε νόμιμα κατά τα εκτιθέμενα. Η ανωτέρω ατομική ειδοποίηση περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία και είναι ορισμένη, όπως εκτίθεται ανωτέρω, ενώ ο ανακόπτων είχε ήδη ενημερωθεί με την με αρ. 51926/24-11-2017 ειδοποίηση της Δ.Ο.Υ. , η οποία του επιδόθηκε στις 27.11.2017, για την οφειλή του, για το ύψος αυτής, για τον εκτελεστό τίτλο στον οποίο στηρίζεται αυτή, καθώς και για την αιτία για την οποία αυτός καλείται να καταβάλλει το βεβαιωθέν σε βάρος της μισθώτριας εταιρίας χρηματικό ποσό δηλαδή τη σύμβαση εγγύησης.

Επομένως αποδεικνύονται ουσιαστικά αβάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής περί ακυρότητας του των ταμειακών βεβαιώσεων και της επιβληθείσας σε βάρος του αναγκαστικής κατάσχεσης με την κατάσχεση της οφειλής του ως συνυποχρέου, εις χείρας τρίτου (της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΡΑΙΩΣ ΑΕ). Στη συνέχεια ο ανακόπτων ισχυρίζεται με το τρίτο λόγο της ανακοπής του ότι αυτός έχει καταβάλει τα μισθώματα του μήνα Νοεμβρίου του 2015 έως και Ιουλίου του 2016 στον ίδιο τον εκμισθωτή Θ.

Κ. κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων του ίδιου και έχει αποσβεστεί εν μέρει η οφειλή του ανακόπτοντος και συγκεκριμένα για ποσό 4.662 ευρώ. Προς τούτο προσκομίζει απλές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες εμφαίνεται ότι ο ομόρρυθμος εταίρος της παραπάνω ετερόρρυθμης εταιρίας Ν. Π. κατέβαλε στον εκμισθωτή τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου του 2015 έως και Ιούλιο του 2016.

Όμως, όπως ρητά ορίζει στο άρθρο 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, από την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου στον τρίτο δεν δύναται αυτός να αποδώσει προς τον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε καταβολή προς τον οφειλέτη του Δημοσίου Θ.

Κ., από τον τρίτο ήτοι από τον διαχειριστή και ομόρρυθμο εταίρο της (τρίτης) "... και ΣΙΑ ΕΕ" Ν. Π., των οφειλών μισθωμάτων της τελευταίας προς τον οφειλέτη του Δημοσίου Θ. Κ. να μην επιφέρει τα αποτελέσματα της (μερικής) απόσβεσης της κατ αυτού απαίτησης καθόσον αυτός που κατέβαλε γνώριζε την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης από το Δημόσιο σε βάρος του εκμισθωτή διότι αυτή επιβλήθηκε με κατάσχεση εις χείρας της εταιρίας της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος, ως τρίτης, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι τα εν λόγω μισθώματα κατέβαλε ο ίδιος, εξ ιδίων, ως εγγυητής και ότι αναγράφηκε τυπικά μόνο στις προσκομιζόμενες αποδείξεις ότι τα εν λόγω χρηματικά ποσά κατέβαλε ο Ν. Π. και ακολούθως ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ότι τα κατέβαλε ο ίδιος, χωρίς να γνωρίζει την επιβληθείσα σε βάρος της μισθώτριας εταιρίας, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση.

Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον η τοιαύτη καταβολή που έλαβε χώρα μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανίσχυρη έναντι του Δημοσίου, (....) και δεν επήλθε μερική απόσβεση της απαίτησης. (....) Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο εκμισθωτής Θ.

Κ. κατόπιν αιτήσεώς του, πέτυχε σε βάρος της μισθώτριας εταιρίας "... και ΣΙΑ ΕΕ", την έκδοση της με αρ. 92/22-6-2017 διαταγής του Ειρηνοδίκη Βέροιας, περί απόδοσης του παραπάνω μισθίου - επαγγελματικού χώρου .....σε βάρος της αυτής ως άνω εταιρίας και του Σ. Σ. ως ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, (την αυτή ως άνω διαταγή πληρωμής) περί καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων συνολικού ποσού 5.180 ευρώ .....

Ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αρ. 92/2017 διαταγής απόδοσης μισθίου επιδόθηκε στις 13-9-2017 (....). Η καθ' ης η ανωτέρω διαταγή απόδοσης μισθίου εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ ΕΕ" και η ίδια ως άνω καθ' ης και ο Σ. Σ., άσκησαν κατά της ανωτέρω διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων την από 2-10-2017 ....ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του καθ' ου η ανακοπή Θ.

Κ., η με αρ. 108/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας (για την τελεσιδικία της οποίας δεν προσκομίζονται οι σχετικές βεβαιώσεις) με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή κατά της διαταγής απόδοσης του μισθίου και έγινε δεκτή η ανακοπή κατά της με αρ. 92/2017 διαταγής πληρωμής μισθωμάτων λόγω της ερημοδικίας του καθ ου η ανακοπή.

Συνεπώς με την έκδοσης της διαταγής απόδοσης του μισθίου στις 22-6-2017 δεν λύθηκε η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη. Η εν λόγω διαταγή απόδοσης μισθίου ....επιδόθηκε στην μισθώτρια εταιρία "... και ΣΙΑ ΕΕ" στις 13-9-2017 και κατά τη διάταξη του άρθρου 640 παρ. 3 του ΚΠολΔ αποτελεί εκτελεστό τίτλο και η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί, αφού παρέλθουν είκοσι ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της με αποτέλεσμα η από 2.11.2015 σύμβαση μίσθωσης να μην έχει λυθεί στις 22.6.2017. Επομένως οφείλονται τα μισθώματα έως και τον Σεπτέμβριο του 2017 τόσο από την πρωτοφειλέτη μισθώτρια εταιρία όσο και από τον ευθυνόμενο ως πρωτοφειλέτη, εγγυητή - ανακόπτοντα.

Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι έχει αποδοθεί το παραπάνω μίσθιο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμος ο τέταρτος (4ος) λόγος της ανακοπής περί έλλειψης της ευθύνης του ανακόπτοντα ως εγγυητή από 1.7.2017 και μετά, λόγω λύσης της μισθωτικής σύμβασης από 22.6.2017 δηλαδή από το χρόνο έκδοσης της διαταγής απόδοσης του μισθίου.

Τέλος, η σε βάρος του ανακόπτοντος επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση με την κατάσχεση εις χείρας της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΡΑΙΩΣ ΑΕ ως τρίτης, αφορά μισθώματα που η πρωτοφειλέτης μισθώτρια εταιρία οφείλει κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της από 2.11.2015 σύμβασης μίσθωσης και της σύμβασης εγγύησης του ανακόπτοντα που συνήφθη με το ίδιο μισθωτήριο έγγραφο και όχι για το χρονικό διάστημα πριν τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης καταβολής μισθωμάτων........".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη ανακοπή ως απαράδεκτη και αφού δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, ερευνώντας τους λόγους αυτής που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, 2 παρ. 2, 30, 33 και 86 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την με αρ.

πρωτ. .../23-7-2013 επιβληθείσα από την Δ.Ο.Υ. Βέροιας αναγκαστική κατάσχεση, κατ' άρθρο 983 του ΚΠολΔ, εις χείρας της (μη διαδίκου) μισθώτριας εταιρίας με την επωνυμία "...-... ΟΕ" ως τρίτης, σε σχέση με τον εκμισθωτή - οφειλέτη του Δημοσίου Θ. Κ., για τα οφειλόμενα από αυτόν μισθώματα από τη σύμβαση μίσθωσης ακινήτου του έτους 2009, αυτή (μισθώτρια εταιρεία) υπέβαλε, μεν ως τρίτη, στο Ειρηνοδικείο Βέροιας την με αρ. 325/2013 θετική δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 985 του ΚΠολΔ, με την οποία δήλωσε ότι θα κατέβαλλε στη Δ.Ο.Υ.

Βέροιας τα μελλοντικά μισθώματα, οπότε επήλθε αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στο Δημόσιο, ως εκδοχέα της εν λόγω απαιτήσεως. Ωστόσο, η θετική αυτή δήλωση, αποτελεί νόμιμο τίτλο μόνο σε βάρος της μισθώτριας εταιρείας "...-... ΟΕ" ως οφειλέτιδας του Δημοσίου και της, κατά μετατροπήν αυτής, εταιρείας με την επωνυμία "...

και ΣΙΑ ΕΕ" και αφορούσε στα μελλοντικά μισθώματα της συγκεκριμένης μίσθωσης (του έτους 2009), και τούτο διότι, κατά το χρόνο της επιβολής της ως άνω κατασχέσεως και της, μετά την υπ' αριθμ. .../2013 θετική δήλωση, αναγκαστικής εκχώρησης των μισθωμάτων, δεν είχε δημιουργηθεί η ένδικη βασική έννομη σχέση, δηλαδή η από 2.11.2015 νέα σύμβαση μισθώσεως, στην οποία ο αναιρεσείων συνεβλήθη ως εγγυητής, και άρα συνυπόχρεος με τον πρωτοφειλέτη και η οποία αποτελεί την παραγωγό αιτία των ενδίκων απαιτήσεων.

Ως εκ τούτου η υπ' αριθμ. .../2013 θετική δήλωση αφορούσε μόνο στην οφειλή μισθωμάτων από τη μίσθωση του έτους 2009 και όχι στην οφειλή από την νεώτερη από 2.11.2015 μισθωτική σύμβαση. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται τα πιο πάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, και υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1305/2021, ΑΠ 784/2021, ΑΠ 259/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου από τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 1.173/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της αναιρέσεως (495 παρ. 3 εδ.

β' του ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν τούτου, επειδή αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της έφεσης, πλην όμως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης από το εφετείο, καθόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτός ο λόγος έφεσης, καθώς και η έφεση ως τυπικά και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 43/ΜΙ-ΑΚ/2019 απόφασητου Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, να διαταχθεί η απόδοση στον εκκαλούντα του παραβόλου που κατέθεσε αυτός για την άσκηση της έφεσης (495 παρ. 3 εδ.

β' του ΚΠολΔ), να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση, να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της από 7.2.2018 υπό κρίση ανακοπής και να ακυρωθούν οι υπ' αριθ. ....2016, 14393/ 30.12.2016 και ....2027 ταμειακές βεβαιώσεις και η επ' αυτών ερειδομένη κατάσχεση δυνάμει του υπ' αρ. ....2018 κατασχετηρίου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του προκατατεθέντος παραβόλου στον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

β' του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - ανακόπτοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του καθ' ού η ανακοπή - εφεσιβλήτου- αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρα 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς το άρθρο 2 της υπ` αριθμ. 134423/93 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/87, ισχύουσας της μείωσης και επί νίκης του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1151/2015), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1173/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Κρατεί και δικάζει επί της από 30.7.2019 και με αρ. καταθ. 70/ΕΦ/30.7.2019 εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 43/ΜΙ-ΑΚ/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν.

Εξαφανίζει την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση.

Κρατεί και δικάζει την από 7.2.2018 και με αρ. κατ. .../2018 ανακοπή.

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει τις υπ' αριθ. ....2016, ....2016 και ....2017 ταμειακές βεβαιώσεις και την επ' αυτών ερειδομένη κατάσχεση δυνάμει του υπ' αρ. ....2018 κατασχετηρίου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον εκκαλούντα - ανακόπτοντα.

Επιβάλλει σε βάρος του καθ'ού η ανακοπή - εφεσιβλήτου - αναιρεσιβλήτου, τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ