Legislator Case Law & Legislation
2129/2014 AI generated

2129/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2129/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2129/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): καταθ. 117/19-12-2008) έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά του Κ. Κ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και της ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", καθώς και τους από 22-10-2009 πρόσθετους λόγους αυτής που στρέφονταν κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 84/1354/ΜΕΙ/2/98 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου που είχε απορρίψει την από 2-5-2007 (αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2129 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2129/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Σ., χας Κ. Α., κατοίκου ..., 2) Ρ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 4) Ε. Α. του Κ., συζ. Ι. Τ., κατοίκου ... και 5) Ν. Α. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουτσουράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 3-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 212/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-2-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού υπ' αριθμ. 212/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, το οποίο, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 18-12-2008 (αριθμ. εκθ.

καταθ. 117/19-12-2008) έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά του Κ. Κ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και της ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", καθώς και τους από 22-10-2009 πρόσθετους λόγους αυτής που στρέφονταν κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 84/1354/ΜΕΙ/2/98 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου που είχε απορρίψει την από 2-5-2007 (αριθμ.

κατάθεσης 1374/ΜΕΙ/92/2007) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του μη διαδίκου Κ. Κ. και της ήδη αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που αφορούσε επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων συνεπεία του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας στη συνέχεια (το Εφετείο) την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχτεί το Εφετείο ότι στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης του οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Κ. Κ. ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου με το οδηγούμενο από το θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων Κ. Α. μοτοποδήλατο και τον εξ αιτίας αυτής θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου συνετέλεσε συγκλίνουσα αμέλεια και δη κατά ποσοστό 30% του προαναφερόμενου οδηγού του αυτοκινήτου, χωρίς να προσδιορίζει με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνει την κρίση του αυτή, περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως το κρίσιμο ζήτημα της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 16-6-2002 και περί ώρα 19:00' ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος Κ.

Κ., οδηγούσε υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας και επικρατούσης καλοκαιρίας, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA, τύπου COROLLA, ιδιοκτησίας του πατέρα του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, και εκινείτο στην περιοχή της Σκαλέτας του Νομού Ρεθύμνου, κατευθυνόμενος προς Ρέθυμνο, στο ύψος περίπου του 70,700ου χιλιομέτρου της Νέας Εθνικής Οδού Χανίων - Ηρακλείου.

Η παραπάνω οδός, ασφαλτοστρωμένη και διπλής κατευθύνσεως, στο τμήμα όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος είναι ευθεία σε μήκος άνω των 600 μέτρων, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,10 μέτρων περίπου, ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διακεκομμένη γραμμή στο μέσον της, προς διαχωρισμό των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας.

Επίσης, εκατέρωθεν του οδοστρώματος και παραπλεύρως της οριογραμμής αυτού, υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, το οποίο στο μεν ρεύμα κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο έχει πλάτος 3,50 μέτρων στο δε ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο έχει πλάτος 2,10 μέτρων περίπου. Στην προαναφερόμενη χιλιομετρική θέση και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ηράκλειο, δηλαδή, στο αντίθετο από αυτό στο οποίο εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, η Εθνική Οδός συμβάλλει με δρόμο που οδηγεί προς Πρίνο και σχηματίζει άνοιγμα μήκους 12 μέτρων.

Στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο, περίπου 2.300 μέτρα πριν την παραπάνω συμβολή, υπάρχει πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας Ρ-32, που ορίζει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 60 χιλιόμετρα/ώρα στη συνέχεια, περίπου 1.500 μέτρα πριν την ίδια συμβολή, υπάρχει πινακίδα δηλωτική αρχής κατοικημένης περιοχής Π-17, με την αναγραφή "Σκαλέτα" και τέλος, περίπου 100 μέτρα πριν την ίδια συμβολή, υπάρχει πινακίδα αναγγελίας κινδύνων Κ-25.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο Κ. Α. του Κ., 63 ετών, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας της έκτης ενάγουσας - εκκαλούσας (θυγατέρας του - σημείωση: 4η αναιρεσίβλητη εν προκειμένω), εκινείτο δε και αυτός, επί της Νέας Εθνικής Οδού Χανίων - Ηρακλείου, με κατεύθυνση προς Ρέθυμνο, προπορευόμενος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας μ' αυτόν και συγκεκριμένα, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον της οριογραμμής του ερείσματος.

Ο πρώτος εναγόμενος εξάλλου, ο οποίος είχε αναπτύξει ταχύτητα άνω των 100 χλμ/ώρα, καθώς εισήρχετο στο ύψος της προαναφερόμενης συμβολής, έχοντας λάβει θέση περίπου στο μέσο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο, πλησίασε το μοτοποδήλατο στα 60 μέτρα περίπου έχοντας την πρόθεση να το προσπεράσει, χωρίς όμως να αλλάξει καθόλου την πορεία του μετατοπιζόμενος αριστερά, ώστε να αφήσει στο μοτοποδήλατο κατά το προσπέρασμα αρκετό χώρο παραπλεύρως.

Την ίδια στιγμή εξάλλου, ο Κ. Α. διενήργησε απροειδοποίητα, απότομο ελιγμό του μοτοποδηλάτου προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί κατά ένα μέρος στην πορεία του αυτοκινήτου. Τούτο είχε σαν συνέπεια, παρά την απότομη τροχοπέδηση που διενήργησε, ενόψει του κινδύνου, ο πρώτος εναγόμενος, να συγκρουσθούν τα δυο οχήματα και συγκεκριμένα, το εμπρόσθιο δεξιό και το εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου με την αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου, το οποίο από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, αφού εκτινάχθηκε, ανετράπη στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε διαγώνια, διαγράφοντας τεθλασμένη γραμμή και ακινητοποιήθηκε τελικά σε απόσταση 46 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, ο δε οδηγός του εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου σύρθηκε διαγωνίως στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 35 μέτρων περίπου από το σημείο της σύγκρουσης, πλησίον της οριογραμμής του ερείσματος.

Το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε μετά το μοτοποδήλατο σε απόσταση 15,20 μέτρων περίπου από την τελική θέση αυτού. Από τα ισχυρά πολλαπλά χτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι του ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, λόγω της πρόσκρουσής του στο αυτοκίνητο και της πτώσης του στο οδόστρωμα, υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων απεβίωσε στον τόπο του ατυχήματος.

Υπό τα άνω δεδομένα εξάλλου, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο πρώτος εναγόμενος συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος με την αμελή και αδέξια οδηγική συμπεριφορά του, καθόσον δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και εκινείτο με την προαναφερόμενη υπερβολική ταχύτητα, παρότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή ήταν αυτό των 60 χλμ/ώρα και παρότι ακόμη και οι επικρατούσες συνθήκες απαγόρευαν την ταχύτητα που είχε αναπτύξει δεδομένου ότι εισήρχετο σε κόμβο και σε κοντινή απόσταση μπροστά του εκινείτο το μοτοποδήλατο, στο οποίο επιπλέον, με τη θέση που είχε καταλάβει ο ίδιος στο οδόστρωμα, δεν άφηνε αρκετό χώρο παραπλεύρως, προκειμένου να το προσπεράσει με ασφάλεια.

Έπρεπε δηλαδή ο πρώτος εναγόμενος, ως μέσος συνετός οδηγός, ο οποίος αφενός δεν παραβιάζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και αφετέρου λαμβάνει υπόψη του ακόμη και τους κινδύνους που συνεπάγεται η αμελής οδήγηση των λοιπών χρηστών της οδού, να είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του και τη θέση του στο οδόστρωμα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση, αφού αντιληφθεί έγκαιρα τον προαναφερόμενο επικίνδυνο ελιγμό του προπορευομένου οχήματος να αντιδράσει αποτελεσματικά προς αποφυγή του ατυχήματος ή έστω, προς μείωση των συνεπειών αυτού, δεδομένου και του ότι η μεγάλη ταχύτητα που είχε αναπτύξει όχι μόνο δεν του άφηνε τέτοιο περιθώριο αποτελεσματικής αντίδρασης αλλά επιπλέον, αύξησε δραματικά τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία με τη σειρά της συνέβαλε καθοριστικά στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του οδηγού του μοτοποδηλάτου.

Σημειωτέον, ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πρώτος εξ αυτών είχε ανάψει αριστερό φλας για να προειδοποιήσει ότι επρόκειτο να προσπεράσει το μοτοποδήλατο, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τη μεγαλύτερη έλλειψη προσοχής όμως, επέδειξε ο ίδιος ο θανών, ο οποίος διενήργησε τον προαναφερόμενο ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι εκινούντο πίσω του, λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα αυτών.

Συγκεκριμένα, ο Κ. Α., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει καθόλου την κυκλοφορία των οχημάτων που έρχονταν πίσω από αυτόν, έστριψε ξαφνικά αριστερά το μοτοποδήλατο κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, δηλαδή, τη στιγμή που ήταν βέβαιο ότι η ενέργειά του αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, διότι αυτό τον ακολουθούσε με μεγάλη ταχύτητα, σε απόσταση 60 μέτρων περίπου και ήταν έτοιμο να τον προσπεράσει.

Επιπλέον, αυτός δεν προειδοποίησε καθόλου τον πρώτο εναγόμενο για την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά είτε με την χρήση των δεικτών κατεύθυνσης του μοτοποδηλάτου είτε με την έκταση του αριστερού του βραχίονα.

Συνεπώς, ο θανών κρίνεται συνυπαίτιος του ατυχήματος, κατά ποσοστό 70%, κατά μερική παραδοχή -ως προς το μέγεθος της συνυπαιτιότητας- του σχετικού ισχυρισμού που προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως (άρθρο 300 Α.Κ.) και επαναφέρουν νομίμως ως εφεσίβλητοι, διότι το ατύχημα δεν θα είχε συμβεί αν αυτός είχε επιδείξει την προαναφερόμενη προσήκουσα συμπεριφορά του μέσου συνετού οδηγού και σε κάθε περίπτωση, εάν τηρούσε την αρχική ευθύγραμμη πορεία του μέχρι να τον προσπεράσει το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου.

Σημειώνεται εδώ, ότι ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του θανόντος ήταν και το ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το οποίο ανευρέθη στο αίμα του σε περιεκτικότητα 0,71‰. Όμως, το γεγονός ότι αυτός δεν διέθετε δίπλωμα οδήγησης μοτοποδηλάτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα ούτε επιτείνει το βαθμό της αμέλειάς του αφού δεν αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε να οδηγεί μοτοποδήλατο ή ότι δεν είχε εμπειρία περί την οδήγηση του.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν φορούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος κράνος, όπως υπεχρεούτο (άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ.) Όμως, όπως προαναφέρεται, η σύγκρουση με το αυτοκίνητο ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, ο δε θανών εκτινάχθηκε και έπεσε με μεγάλη ορμή στο οδόστρωμα, όπου σύρθηκε το σώμα του, αφήνοντας ίχνη από ιστούς σε μήκος άνω των 20 μέτρων, καθώς και λίμνη αίματος στο σημείο όπου κατέληξε.

Μάλιστα, κατά τη νεκροψία - νεκροτομή που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι αυτός υπέστη από το ατύχημα πολλαπλά κατάγματα όλων των οστών του κρανίου του, καθολικό αιμάτωμα των μαλακών μορίων της κεφαλής του, καθολικό υποσκληρίδιο αιμάτωμα και πολτοποίηση της βάσεως του εγκεφάλου του. Υπό τα άνω δεδομένα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο θάνατός του δεν θα απεφεύγετο, αν αυτός φορούσε κράνος, διότι τα κτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι του ήταν τέτοιας φύσης και έντασης που ακόμη και το κράνος δεν θα τον προστάτευε.

Πρέπει επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός που επαναφέρουν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι περί του ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα του θάνατού του διότι δεν φορούσε κράνος ...".

Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, και κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 30% του εναγόμενου οδηγού του αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 70% του θανόντος, το Εφετείο δέχτηκε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την επέλευση του ατυχήματος το θανόντα οδηγό του μοτοποδηλάτου, είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη οδηγού του αυτοκινήτου, καθώς και κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί επιδικάσεως σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο κατά το ένδικο ατύχημα του προαναφερόμενου στενή συγγενή τους Κ. Α. του Κ. και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι ενώ απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, καθώς και από τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου για την έκταση του τραυματισμού του από την παράλειψη αυτού να φορέσει προστατευτικό κράνος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και ασαφή αιτιολογία κατά το μέρος που δέχτηκε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, η οποία δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμέλειας) διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνει τη συγκλίνουσα αμέλεια του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, διότι ενώ δέχεται ότι τη στιγμή που ο οδηγός του μοτοποδηλάτου διενήργησε απροειδοποίητα απότομο ελιγμό προς τ' αριστερά, από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον της οριογραμμής του ερείσματος του ρεύματος στο οποίο εκινείτο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί κατά ένα μέρος στην πορεία του αυτοκινήτου, ο οδηγός του τελευταίου εκινείτο σε απόσταση περί τα 60 μέτρα πίσω από το μοτοποδήλατο, στο μέσο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ρέθυμνο, έχοντας την πρόθεση να το προσπεράσει, εν τούτοις δεν εξηγεί πώς την ίδια στιγμή, παρά τη μεταξύ τους απόσταση, και χωρίς σχετική παραδοχή στην απόφαση ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου επιχείρησε την πιο πάνω προσπέραση, πραγματοποιώντας την ως άνω πρόθεσή του, συγκρούστηκαν τα δυο οχήματα και συγκεκριμένα, το εμπρόσθιο δεξιό και το εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου με την αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου, ώστε να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τη συνδρομή ή μη συγκλίνουσας αμέλειας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδιδόμενης στον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου αμελούς συμπεριφοράς και της ένδικης σύγκρουσης, διότι ενώ δέχεται ότι το ατύχημα δεν θα είχε συμβεί αν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος διενήργησε απότομο ελιγμό του μοτοποδηλάτου προς τα αριστερά, από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον της οριογραμμής του ερείσματος του ρεύματος στο οποίο εκινείτο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι εκινούντο πίσω του και χωρίς να προειδοποιήσει τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου για την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά είτε με τη χρήση των δεικτών κατεύθυνσης του μοτοποδηλάτου, είτε με την έκταση του αριστερού του βραχίονα, είχε επιδείξει την προσήκουσα συμπεριφορά του μέσου συνετού οδηγού και σε κάθε περίπτωση, εάν τηρούσε την αρχική ευθύγραμμη πορεία του μέχρι να τον προσπεράσει το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, στη συνέχεια αποδίδει αδέξια και αμελή συμπεριφορά στον ως άνω οδηγό του αυτοκινήτου, που συνετέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, διότι δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, εκινείτο με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα παρότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή ήταν αυτό των 60 χλμ/ώρα και παρότι ακόμη και οι επικρατούσες συνθήκες απαγόρευαν την ταχύτητα που είχε αναπτύξει δεδομένου ότι εισήρχετο σε κόμβο και σε κοντινή απόσταση μπροστά του εκινείτο το μοτοποδήλατο, στο οποίο επιπλέον, με τη θέση που είχε καταλάβει ο ίδιος στο οδόστρωμα, δεν άφηνε αρκετό χώρο παραπλεύρως, προκειμένου να το προσπεράσει με ασφάλεια, χωρίς να περιέχει σαφή παραδοχή ότι αυτός είχε το χρονικό περιθώριο, εφόσον εκινείτο με την επιτρεπόμενη - μειωμένη ταχύτητα να αντιληφθεί έγκαιρα τον προαναφερόμενο επικίνδυνο ελιγμό του προπορευομένου οχήματος και να αντιδράσει αποτελεσματικά προς αποφυγή του ατυχήματος και χωρίς περαιτέρω να εξηγεί κατά ποίο τρόπο συνετέλεσε στη σύγκρουση των οχημάτων η παραπλεύρως του μοτοποδηλάτου και προς τα αριστερά αυτού απόσταση του αυτοκινήτου, τη στιγμή που το αυτοκίνητο, σύμφωνα με τις παραδοχές του στην προσβαλλόμενη απόφαση, βρισκόταν σε απόσταση 60 μέτρων πίσω από το μοτοποδήλατο και ο οδηγός του τελευταίου την ίδια στιγμή διενήργησε απροειδοποίητα απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος αν η αποδιδόμενη στον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου αμελής συμπεριφορά (αυξημένη ταχύτητα και μη επαρκής απόσταση από το δεξιά του αυτοκινήτου του κινουμένου μοτοποδηλάτου) συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως της από 5-2-2014 αιτήσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση (και αποδοχή) των προβαλλόμενων με τους λοιπούς λόγους αυτής αιτιάσεων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικαστουν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 212/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ