2129/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2129/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι φερόμενες ως άνω ελλείψεις του δικογράφου της αγωγής, συνεπεία των οποίων, κατά την αναιρεσείουσα, αυτή (αγωγή) είναι αόριστη, δεν αποτελούν αναγκαίο στοιχείο του ασκηθέντος δικαιώματος προς απόδοση του αναληφθέντος από την εναγομένη ποσού του λογαριασμού στην συνδικαιούχο αυτού ενάγουσα.
Full text
Απόφαση 2129 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2129/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κέμο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Δαμούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2001 αγωγή της Ψ της αρχικής διαδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9706/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Zώης ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 και άρθρων 2 και 3 του ν.5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ.951/71 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ στοιχ.α ΝΔ 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις , είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ.1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ.2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.
Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνταν επί της καταθέσεως.
Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3) Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411,489,490,491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: α)Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς ή τρίτο, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου συνδικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομα του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιας σχέσης ποσού αναλόγου με τους δικαιούχους του λογαριασμού, το οποίο, αν οι δικαιούχοι είναι δύο, αντιστοιχεί στο ήμισυ της κατάθεσης (ΑΠ 380/06, 1357/02, 1563/2000), Από αυτά σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το ορισμένο της αγωγής που ασκείται από τον έναν εκ των δύο συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού έναντι του ετέρου, που ανέλαβε εξ ολοκλήρου το ποσό του λογαριασμού, προς απόδοση του αναλογούντος μέρους, αρκεί, ο ενάγων να εκθέτει στην αγωγή του, εκτός των άλλων, ότι φέρεται δικαιούχος του ποσού του λογαριασμού και δεν απαιτείται να καθορίζει τον καταθέσαντα το ποσό του λογαριασμού, συνδικαιούχο ή τρίτο.
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8,9 και 11 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: α) Ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, ουσιώδεις δηλαδή για την έκβαση της δίκης θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής , ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν ιδρύεται, αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είναι αόριστοι, μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε επίσης ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό(Ολ.ΑΠ 12/1991) β) Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ'.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚπολΔ,(ΑΠ 28/2005,1486/97, 1002/03), γ) Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και τις εξής αιτιάσεις:!) από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι α)το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι πραγματικός καταθέτης των χρημάτων του κοινού αυτής και της αρχικώς ενάγουσας μητέρας της λογαριασμού ήταν ο πατέρας της αναιρεσείουσας και σύζυγος της ενάγουσας, κατά την κατάθεση δε του ποσού του λογαριασμού συμφωνήθηκε με τους δικαιούχος αυτού του λογαριασμού, ότι ολόκληρο το ποσό αυτού ανήκει εξ ολοκλήρου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, διότι ο καταθέτης των χρημάτων πατέρας της θέλησε το ποσό αυτό να περιέλθει εξ ολοκλήρου στην εναγομένη-αναιρεσείουσα, επειδή ίσο περίπου ποσό κατέβαλε και στον ήδη συνεχίζοντα τη δίκη αδελφό της, διανέμοντας με τον τρόπο αυτό τις χρηματικές του καταθέσεις μεταξύ των δύο τέκνων του (πρώτος λόγος υπό στοιχείο 1α).
β)ότι δεν έλαβε υπόψη επίσης του Εφετείο τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραδεκτώς προταθέντα, ισχυρισμό της (ένσταση) καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα μητέρα της (2ος λόγος κατά το οικείο μέρος του). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας, αφού έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, ότι ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού ανήκε σε κάθε μία των διαδίκων, δεχόμενο περαιτέρω, ότι λόγω ελλείψεως μεταξύ τους συμφωνίας, σε κάθε μία εξ αυτών ανήκει, κατά νόμο, το ήμισυ του ποσού του λογαριασμού.
Έλαβε επίσης υπόψη το Εφετείο τον ισχυρισμό (ένσταση) της ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα μητέρα της και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Ο άνω πρώτος λόγος κατά το σκέλος του ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι καταθέτης των χρημάτων ήταν ο πατέρας αυτής και σύζυγος της ενάγουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε επίδραση στην έκβασή της, κατά το δεύτερο σε σκέψη του, ότι δηλαδή είχε συμφωνηθεί ότι δικαιούχος όλου του ποσού είναι η αναιρεσείουσα, ως αβάσιμος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο. 2) από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, όπως επί λέξει αναφέρει "η προσβαλλομένη δεν ασχολήθηκε καθόλου με την αίτησή μου για να αποδειχθεί από πού και πώς προήλθε το ποσό του επιδίκου λογαριασμού"(πρώτος λόγος στοιχείο β').
Ο λόγος αυτός, ως παραβίαση από το παραπάνω άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως μη δικασθείσα από το Εφετείο "αίτηση" δεν αποτελεί κεφάλαιο δίκης, αλλά επιχείρημα προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι το ποσό του λογαριασμού κατατέθηκε από τον πατέρα της με τη συμφωνία να ανήκει εξ' ολοκλήρου σ' αυτή 3) από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λογαριασμούς τραπεζών και άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα) προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η κατάθεση του ποσού του κοινού λογαριασμού έγινε από τον πατέρα της (πέμπτος, και έκτος λόγοι).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκόμισε η αναιρεσείουσα, τα μη καθοριζόμενα και φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, (ποίος είναι ο καταθέτης του λογαριασμού χρημάτων) δεν ασκεί επιρροή και για το λόγο αυτό δεν είναι αντικείμενο απόδειξης 4) από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης στο Εφετείο ισχυρισμό της, ότι η αγωγή της αντιδίκου της είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή με ποίο τρόπο η ενάγουσα μητέρα της απέκτησε το ποσό του λογαριασμού, ούτε επίσης αναφέρεται ποία ήσαν τα εισοδήματα αυτής και από ποία πηγή, ούτε τέλος αναφέρεται ότι το ποσό του λογαριασμού ανήκει στην ίδια ενάγουσα (τέταρτος λόγος).
Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι φερόμενες ως άνω ελλείψεις του δικογράφου της αγωγής, συνεπεία των οποίων, κατά την αναιρεσείουσα, αυτή (αγωγή) είναι αόριστη, δεν αποτελούν αναγκαίο στοιχείο του ασκηθέντος δικαιώματος προς απόδοση του αναληφθέντος από την εναγομένη ποσού του λογαριασμού στην συνδικαιούχο αυτού ενάγουσα.
Π. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/01 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Με το άρθρο 17 παρ.2 του άνω νόμου, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1.1.2002 απαλείφθηκαν από τη διάταξη αυτή οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά".
Εξ άλλου, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζει το αρθρ. 24 παρ.1 εδ. α' Εισ.Ν. ΚΠολΔικ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.(ΑΠ 676/05) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο τρίτο σκέλος με στοιχείο 1γ και δεύτερο λόγο κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδει αντιστοίχως στο Εφετείο τις αιτιάσεις, ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι το ποσό κοινού λογαριασμού αυτής και της ενάγουσας μητέρας της ανήκε κατά το ήμισυ σε κάθε μία και απέρριψε την περί καταχρηστικής ασκήσεως ένσταση της, και ότι χωρίς να διατάξει απόδειξη απέρριψε την ένσταση αυτής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν ως αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει αυτό κατάληξε στην κρίση του ότι το ποσό του κοινού λογαριασμού ανήκει κατά το ήμισυ στην ενάγουσα και την εναγομένη, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ο δεύτερος δε ως απαράδεκτος, διότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δημοσιεύθηκε μετά την 01.01.2002 III.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποίο δηλαδή, το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκεια τους (Ολ 20/2005,32/1996), να αναφέρεται η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου και οι παραδοχές του δικαστηρίου.
Ελλείψεις δε που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης, αν το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογίες απέρριψε τον επαναφερθέντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα μητέρα της Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9.706/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ