Legislator Case Law & Legislation
2128/2009 AI generated

2128/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2128/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2128/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
access road road infrastructure refurbishment road construction contribution roadside setback trunk road dismissal of traffic proceedings
AI generated
396/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
955/2012
Supreme Court partially allows appeal regarding expropriation compensation, overturning lower court on specific heirs' benefit presumption issue.
103/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-3-2007 αίτησή του.
1790/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
452/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2128 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2128/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις .

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιντόρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 219/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνας δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "κατά την πάγια νομολογία των δικαστηρίων στις υποθέσεις "αποζημίωσης" επιβάλλεται εις βάρος του Δημοσίου απλώς η "δικαστική δαπάνη των 300 ευρώ" και όχι δικαστική δαπάνη για την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, οριζόμενη σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται και μάλιστα εναρίθμως η φερόμενη ως παραβιασθείσα νομική διάταξη.

Με το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 ορίζεται ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιόκτητων απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό, προβλέπεται δε ειδική διαδικασία, κατά την οποία κρίνονται οι σχετικές διαφορές. Στην παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η σχετική αίτηση του ιδιοκτήτη υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Τέλος, στο άρθρο 37 του νόμου αυτού ορίζεται ότι η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19/12/2001), και ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ενώ περαιτέρω προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3, η προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται σαφώς ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη του ισχύος του καθώς και σ' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1056/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκ'τος αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη από 14/12/2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός, ως κύριος απαλλοτριωθέντος ακινήτου ζητεί συμπληρωματική αποζημίωση, δεδομένου ότι έλαβε μειωμένη λόγω "αυτοαποζημιώσεώς" του για την κατά νόμιμο τεκμήριο ωφέλειά του, είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, διότι αποδείχθηκε ότι το γεγονός ότι το εν μέρει απαλλοτριωθέν για την κατασκευή της ...

Οδού ακίνητό του κατέστη παρόδιο κανένα πλεονέκτημα δεν του προσέφερε και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, κατά την έννοια του άρθρου 1 ν. 653/1977, έτσι ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την κρίση του αυτή, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 3 και 37 του ν. 2971/2001, αφού το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος να καταρρίψει το τεκμήριο ωφελείας του είχε αποσβεσθεί ως ασκηθέν μετά την πάροδο της τασσόμενης από τον νόμο (άρθρο 33 παρ. 3 ν. 2971/2001) δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

Στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι ο περί παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προβλήθηκε με λόγο εφέσεως, δεν παρατίθεται όμως ο εν λόγω ισχυρισμός όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος και ειδικότερα να κριθεί αν είχαν υποβληθεί στο Εφετείο όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επικαλούμενη από το αναιρεσείον εφαρμογή της φερόμενης ως παραβιασθείσας διατάξεως, και συγκεκριμένως αν είχε προβληθεί ότι κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της εν λόγω διατάξεως (19/1/2002) δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση διότι δεν είχαν συντρέξει οι νόμιμες προς τούτο πραγματικές προϋποθέσεις.

Επομένως, ο εξεταζόμενος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, των Αρεοπαγιτών Βασιλείου Φούκα και Γεωργίου Χρυσικού θα έπρεπε η αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή για τους εξής λόγους: Το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19.12.2001 ορίζει ότι: "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ... (παρ. 3). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών απαλλοτριώσεων". Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001. "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος τους συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του ...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, κατά τη μειοψηφείσα γνώμη ότι καθιερώνεται το μαχητό του (θεσπισθέντος ως αμάχητου με το ν. 653/1977) τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία - με αφετηρία τον προσωρινό ή απ' ευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης - μέσα στην οποία οφείλει ο ιδιοκτήτης να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφέλειας αλλά και περισσότερο ακόμη βραχεία (30ήμερη) προθεσμία για την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο στο οποίο διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία για την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και παρέχεται η ευχέρεια αξιοποίησης της δυνατότητας κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας με την καθιερούμενη ως άνω διαδικασία και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Η παράλειψη του νομοθέτη να περιλάβει παρόμοια ρύθμιση και για τους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων, των οποίων είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του ν, 2971/2001, δεν μπορεί, με δίκαιο κρατικά τουλάχιστον κριτήρια, να οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματος αυτών των ιδιοκτήτων να προσφεύγουν χωρίς χρονικό περιορισμό στα δικαστήρια για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά πρέπει, με διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 37 παρ, α του ν. 2971/2001 (ή ανάλογη εφαρμογή της), να γίνει δεκτό ότι επεκτείνεται και σ' αυτούς τo ίδιο και με τους αυτούς χρονικούς περιορισμούς δικαίωμα που έχει παρασχεθεί και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ως προς τα οποία δεν είχε συντελεσθεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ενδείξεις από την ανάγκη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 37 παρ. 1 του ν. 2971/2001, τις προπαρασκευαστικές εργασίες και το νομοθετικό σκοπό να επιλύονται όλα τα ζητήματα αποζημιώσεων από απαλλοτριώσεις σε βραχυχρόνιες προθεσμίες, η παράλειψη του νομοθέτη να μνημονεύσει ρητώς ότι την παρεχόμενη με την εν λόγω διάταξη δυνατότητα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, έχουν (κατά μείζονα λόγο) και οι ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ακίνητων, για τα οποία είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (και μέχρι τότε, λόγω νομοθετικού κενού, προσέφευγαν στα δικαστήρια χωρίς περιορισμό προθεσμίας), ήταν ασυνείδητη και πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως να ισχύσει αυτή και ως προς τους ιδιοκτήτες των τελευταίων αυτών ακινήτων.

Αλλά και αν ακόμα η παράλειψη μνείας των ιδιοκτητών των ακινήτων αυτών ήταν συνειδητή από το νομοθέτη, τότε θα πρέπει, με ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 37 παρ, 1 ν. 1971/2001, να επεκταθεί και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη εφαρμογής του απαλλοτριώσεις, ως προς τις οποίες, πολύ περισσότερο από τις μη συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, ήταν αναγκαία η ταχεία επίλυση των εκκρεμοτήτων αυτών.

Με οποιαδήποτε από αυτές τις ερμηνευτικές εκδοχές, η μη τήρηση της προδικασίας, προκειμένου νια την ανωτέρω κατηγορία απαλλοτριώσεων, δεν εμποδίζει τη δικαστική διάγνωση του αιτήματος για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας, ακόμη και αν υποβλήθηκε σε αναρμόδιο δικαστήριο, αρκεί να έγινε πριν από την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 37 εδ, α του ν. 2371/2001..

Διαφορετικά τίθεται, χωρίς αποχρώντα λόγο, σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση η κατηγορία αυτών των ιδιοκτητών, αφού έναντι αυτών φαίνεται να ατονούν οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος, που επέβαλαν βραχυχρόνιες παραγραφές και προθεσμίες (με τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και το ν. 2971/2001) για την άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο, Πέρα από αυτό, η αναγνώριση μακροχρόνιων αξιώσεων αποζημιώσεως, για απαλλοτριώσεις που κρίθηκαν με το προγενέστερο δίκαιο ως συντελεσμένες, με συνέπεια να ανασύρονται αυτές ακόμη και μετά από πολλά έτη σε εκκρεμότητα, δεν ήταν σύμφωνη και με τη νομοθετική βούληση κατά τη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001, που συντελέσθηκε σε συμμόρφωση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), ως προς την υποχρέωση εφαρμογής από τα κράτη μέλη του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρο 28 παρ, 1 του Συντάγματος) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της κυριότητας στα περιουσιακά αγαθά κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απαλλοτριώσεως, με την παροχή υποχρεωτικά και δικαιώματος προσφυγής στο ίδιο δικαστήριο, που κρίνει για το ύφος της αποζημιώσεως της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, να εξετάσει αν ο ιδιοκτήτης αυτής υφίσταται και πόση ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, ακόμη και όταν αυτή είχε συντελεσθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν,2371/2001 και παρά τα αντιθέτως οριζόμενα με το άρθρο 17 παρ. 1 του προϊσχύοντος ν.δ. 797/1971 - αλλά και την προηγούμενη, για το ίδιο θέμα, νομολογία των δικαστηρίων της Χώρας μας (Ολ.

Α.Π. 1/1988, 8/1999) - ως αντιτιθέμενα στις αυξημένης τυπικής ισχύος ως άνω διατάξεις (Ολ. Α.Π. 10/2004). Η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβητήσεως του τεκμηρίου ωφέλειας του ν. 653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, δεν συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος και γι' αυτό δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Με την υπ' αριθμ. 1047727/4593/0010/8-6-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή της ...

Οδού, συνολική εδαφική έκταση 62.759,97 τ.μ. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται α) η με αριθμ. κτηματολογίου ... ιδιοκτησία (αγρός) του ενάγοντος, εκτάσεως 3.524 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα, εκτάσεως 1.626,48 τ.μ. και β) η με αριθμ. κτηματολογίου ... ιδιοκτησία (αγρός) του ενάγοντος, εκτάσεως 288,77 τ.μ., η οποία απαλλοτριώθηκε ολόκληρη.

Με τις αποφάσεις 145/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και 102/2002 του Εφετείου Κερκύρας καθορίστηκε, αντίστοιχα, προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα, και με την 388/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναγνωρίσθηκαν οι ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες του.

Μετά τη συντέλεση της ως άνω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε το σύνολο της ως άνω καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως με την 102/2002 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας για το σύνολο της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως των δύο ιδιοκτησιών του ενάγοντος, ήτοι των (1.626+288,77)=1.915,25 τ.μ., η οποία ανέρχεται στο ποσό των (1.915,5 Χ 17 ευρώ ανά τ.μ.)=32.559,25 ευρώ, αλλά κατέβαλε μέρος αυτής ανερχόμενο στο ποσό των 10.102 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αποζημίωση για τμήμα της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως του με αριθμ.

κτηματολογίου ... αγρού, εκτάσεως 673,48 τ.μ., υπολογιζόμενη με την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, ποσού 15 ευρώ ανά τ.μ., ενώ αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 21.110 ευρώ στον ενάγοντα ως κύριο του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του αγρού αυτού, εκτάσεως 1.897 τ.μ. (3.524-1.626,48), επειδή κρίθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, σύμφωνα με την παραπάνω κοινή Υπουργική Απόφαση και τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και για το μη καταβληθέν ποσό της αποζημιώσεως επήλθε συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Και ναι μεν η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση για το συγκεκριμένο έργο συγκοινωνιακού δικτύου επέφερε γενικώς πλεονεκτήματα υπό την μορφή της αξιοποιήσεως της ευρύτερης περιοχής ή σε κάθε περίπτωση έθεσε τις βάσεις εφαρμογής μελλοντικών σχεδίων αξιοποιήσεώς της, πλην όμως για την απαλλοτρίωση των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών ουδόλως μπορούν να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τις αντίστοιχες εργασίες και μάλιστα αμάχητα με τη μείωση της αποζημιώσεως.

Και τούτο διότι η ... οδός στο συγκεκριμένο τμήμα της, η κατασκευή του οποίου έχει ήδη ολοκληρωθεί, παρουσιάζει υψομετρική διαφορά 2-3 μέτρων σε σχέση με την επιφάνεια των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών και επιπλέον είναι οδός "κλειστή" περιφραγμένη με πασσάλους, καθόσον πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας, οπότε ο ενάγων δεν αποκτά ουσιαστικά και δη κατά τρόπο άμεσο, πρόσωπο επί της οδού αυτής, ούτε οι εναπομείνασες ιδιοκτησίες του επικοινωνούν μ' αυτή ούτε έχουν δυνατότητα ευχερούς προσβάσεως προς αυτή.

Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν θεωρείται ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 653/77 έστι ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη από 14/12/2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ως κύριος απαλλοτριωθέντος ακινήτου ζητεί συμπληρωματική αποζημίωση, δεδομένου ότι έλαβε μειωμένη λόγω "αυτοαποζημιώσεώς" του για την κατά νόμμκό τεκμήριο ωφέλειά του, είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 33 § 3 και 37 του ν. 2971/2001 που σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως αν η απαλλοτρίωση για την οποία πρόκειται είχε συντελεσθεί ή όχι πριν από την έναρξη της εφαρμογής του νόμου αυτού.

Διότι έκρινε βάσιμο δικαίωμα, το οποίο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε αποσβεσθεί ως ασκηθέν μετά την πάροδο τα τασσόμενης από το νόμο δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των γενομένων δεκτών από το δικαστήριο της ουσίας, είχε οπωσδήποτε συμπληρωθεί, προ της ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο δε σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά ο ως άνω πρώτος λόγος της αναιρέσεως η περί της απορρίψεως του οποίου απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περίπτωση β' ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον λόγο της αναιρέσεως που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ