Legislator Case Law & Legislation
2128/2007 AI generated

2128/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2128/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2128/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2128 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2128/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΜΚΕ Α.Τ.Ε." και 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ - Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.". Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Απόστολος Παπανικολάου, που δήλωσε, ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 3-7-2006 και κληρονομήθηκε από τους μόνους και νόμιμους κληρονόμους του, α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν βάσει πληρεξουσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2002 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Χ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2816/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 2-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσίβλητος, Χ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δράμας, απεβίωσε στις 3-7-2006, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους το ως άνω γεγονός με δήλωση τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες.

β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι 120 ωρών και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση προς 100% του καταβαλλόμενου ημερομισθίου τους.

Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το ν. 133/1975 και της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81/1984), για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από αυτήν αναφορικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε ότι, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας του, ο ενάγων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες και 40 ώρες την εβδομάδα, την εργασία του δε αυτή θα παρείχε στην Ρουμανία όπου οι εναγόμενες είχαν αναλάβει την κατασκευή οδού.

Αλλά παρά τα συμφωνηθέντα εργαζόταν κατ' απαίτηση των εναγομένων επί 6 ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα μέχρι Σάββατο επί 12 ώρες ημερησίως και πραγματοποιούσε 12 ώρες εργασίας ημερησίως και 60 εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι πέραν των 40 ωρών και μέχρι την 48η ώρα εβδομαδιαίως αποτελούν υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι λοιπές από τη 49η μέχρι τη 60η νόμιμη υπερωρία αφού πραγματοποιούνταν από Έλληνα εργαζόμενο σε Ελληνικές Εταιρίες στην αλλοδαπή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 1.048.320 δρχ. ως αμοιβή για την πιο πάνω νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 26 εβδομάδες, ήτοι 312 ώρες) προσαυξάνοντας εσφαλμένα το ωρομίσθιο του προς 75% για όλες τις ώρες της υπερωριακής του απασχόλησης.

Συνεπώς, το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.

Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε κατά τις αναφερόμενες Κυριακές, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως κατά τις αντίστοιχες εβδομάδες και επιδίκασε σ΄ αυτόν τόσο την προσαύξηση του 75% επί του μισθού του για την παρασχεθείσα κατά τις Κυριακές εργασία του, όσο και την αποζημίωση για τη μη χορήγηση εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, την οποία υπολόγισε στο 1/25 του μισθού του, τις αμοιβές όμως αυτές υπολόγισε μα βάση το σύνολο των καταβαλλόμενων υπέρτερων αποδοχών του και όχι με βάση το σύνολο των νομίμων αποδοχών του, όπως αυτές προσδιορίζονται από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο, από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, η οποία έχει εφαρμογή ελλείψει ειδικής κλαδικής ΣΣΕ.

Συνεπώς, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και είναι βάσιμοι για το λόγο αυτό οι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4991/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα αντίστοιχα μέρη της στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ