Legislator Case Law & Legislation
2127/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding unspecified evidence and unexamined documents.

Case Number 2127/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the court of first instance erred by considering evidence not submitted by the respondent and failed to examine specific tax documents she provided. The court rejected these claims as the appeal was vague regarding the unsubmitted evidence and deemed the tax documents had been properly considered based on the first instance judgment's explicit statement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the evidence not submitted, and is unfounded if the lower court explicitly states it considered all submitted documents.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds unspecified evidence tax documents code of civil procedure court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 5638/1932
Article 1 of Law 951/1971
Article 2 of Law 17.7/13.8.1923
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2127 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2127/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Καλομοίρα Τρουπή, με δήλωση του άρθρου 242παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Ζούμπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11982/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-04-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η από 19-4-2024 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά της 165/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του ανωτέρω Εφετείου την 19-4-2024, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα, η οποία έλαβε χώρα την 21-3-2024, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 139 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ. Ν. Γ. επί του επιδιδόμενου ακριβούς αντιγράφου της αναιρεσιβαλλόμενης, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 εδ. α' και β' ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" και 117 Εισ.Ν.Α.Κ., συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491, 493, 822 και 830 Α.Κ., συνάγεται ότι χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε ανοικτό λογαριασμό επ' ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού είναι η περιέχουσα τον όρο ότι τον λογαριασμό αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί εν όλω ή εν μέρει, είτε ένας, είτε μερικοί, ή και όλοι κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, ενώ είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση, ή σε έναν, ή σε ορισμένους από αυτούς, η όλη δε χρηματική κατάθεση επιτρέπεται να ενεργείται σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση.

Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι δύο καταθετών σε κοινό λογαριασμό και ανεξάρτητα του σε ποιόν από τους δύο ανήκαν τα χρήματα, παράγεται μεταξύ των καταθετών και της τράπεζας ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης, όλων ή μέρους αυτών, από τον έναν των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν αναληφθεί δε ολόκληρο το ποσό, να επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαίτησης καθενός από τους δύο καταθέτες έναντι της τράπεζας, ενώ ο καταθέτης που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' εκείνου, που ανέλαβε όλα τα χρήματα, βάσει της τυχόν υφιστάμενης μεταξύ των δύο εσωτερικής σχέσης, που μπορεί να είναι συμβατική ή μη, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιας σχέσης, του μισού αυτών των χρημάτων (άρθρο 493 Α.Κ.).

H σχέση αυτή μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, καταρτιζόμενη και άτυπα, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλά προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού (Α.Π. 1001/2012). Σ' αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ.

Α.Κ.) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό, του οποίου έγινε ανάληψη (Α.Π. 2032/2017, Α.Π. 1128/2017, Α.Π. 1946/2014).

III.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1319/2022). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 367/2020, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016). Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπό την επίκληση ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017), σε διαφορετική δε περίπτωση, ήτοι όταν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 1/1995, Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 1001/2012).

III.Β. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-10-2016 αγωγή του κατά της εναγόμενης-αναιρεσείουσας συζύγου του εξέθεσε ότι κατέστησε αυτήν συνδικαιούχο τραπεζικού λογαριασμού του με την ειδικότερη συμφωνία ότι η εναγόμενη δεν θα αποκτούσε δικαίωμα στο ποσό (κεφάλαιο και τόκους) του λογαριασμού, το οποίο θα εξακολουθούσε να του ανήκει, και ότι αυτή θα ενεργούσε, για λογαριασμό του και προς εξυπηρέτησή του, μόνο αναλήψεις επί του ποσού των τόκων και να τις χρησιμοποιεί για τις οικογενειακές τους ανάγκες.

Ότι επιπλέον κατέστησε την εναγόμενη συνδικαιούχο της προθεσμιακής τραπεζικής του κατάθεσης και των ανανεώσεων αυτής με τη συμφωνία αυτή να ενεργεί αποκλειστικά και μόνο ανανέωση της προθεσμιακής κατάθεσης κατόπιν εντολής του. Ότι ακολούθως η εναγόμενη, κατά παράβαση της συμφωνίας τους, προέβη σε δήλωση πρόωρης λήξης της προθεσμιακής κατάθεσης, με αποτέλεσμα το προϊόν αυτής να μεταφερθεί στον κοινό τους λογαριασμό, από τον οποίο ανέλαβε ποσό 29.694,46 ευρώ, αποτελούμενο εν μέρει από κεφάλαιο και εν μέρει από τόκους των καταθέσεών του, χωρίς να διαθέσει το τελευταίο για τις οικογενειακές τους ανάγκες.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 29.694,46 ευρώ, που ανέλαβε από τον κοινό τους λογαριασμό κατά παράβαση της μεταξύ τους σχέσης εντολής, νομιμοτόκως. Με την 11982/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή κρίθηκε νόμιμη κατά τις διατάξεις περί εντολής (άρθρα 713 επ.

Α.Κ.) και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων-αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 165/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "IV) Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση ακολούθως, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης [παρατίθεται νομολογία], της υπ' αριθμ. ...-2017 κοινής ένορκης βεβαίωσης του Ε.

Β. και Ε. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών Παύλου Σαλαμούρα που επικαλείται και προσκομίζει σ ενάγων και σι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης, των υπ' αριθμ. ... και ...-2017 ενόρκων βεβαιώσεων των Γ. Σ. και Κ. συζ. Γ. Σ. ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Γ. Μ.-Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευσης του ενάγοντος, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...

Ο ενάγων [αναιρεσίβλητος], γεννηθείς στις ...-1966, εργαζόταν από τα φοιτητικά του χρόνια κυρίως ως σερβιτόρος στην Αθήνα τους χειμερινούς μήνες και σε τουριστικές περιοχές τους θερινούς μήνες μέχρι και το 2008 οπότε προσελήφθη στο ΙΚΑ ως διοικητικός υπάλληλος, ενώ το 2016 προσελήφθη στο Δημόσιο. Καθ' ο χρόνο απασχολείτο στο ΙΚΑ εργαζόταν και ως σερβιτόρος, αυξάνοντας έτσι τα μηνιαία εισοδήματά του...

Όσον αφορά τα εισοδήματα της εναγομένης [αναιρεσείουσας], γεννηθείσας στις ...-1972, κατά την κρίσιμη αυτή διετία (2006-2008) από την εργασία της ως υπαλλήλου στο σούπερ μάρκετ "ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ", όπου εργαζόταν προς του γάμου της και μέχρι τον Νοέμβριο 2011, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2007 και 2008 ανέρχονταν στο ποσό των 7.161.,35 € (ή ποσό 596,77 € μηνιαίως) το έτος 2006 και στο ποσό των 4.764,75 € (ή ποσό 397,06 € μηνιαίως) το έτος 2007, ενώ το έτος 2005, προ δηλαδή του γάμου της, τα εισοδήματά της ανήλθαν στο ποσό των 5.386,98 € (ή 448,91 € μηνιαίως) και το έτος 2008, καθ' ο χρόνο δηλαδή είχε σταματήσει να καταθέτει, κατά τους ισχυρισμούς της, τους μισθούς της στον λογαριασμό του ενάγοντα, στο ποσό των 1.030,49 € (ή 85,87 € μηνιαίως), σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2006 και 2009, μη αποδεικνυομένων άλλων εισοδημάτων...

Αυτός δε ανέθεσε στην εναγομένη, σύζυγό του, να τον εξυπηρετεί, παρακολουθώντας την κίνηση του λογαριασμού, καθώς και αναλαμβάνοντας χρηματικά ποσά κατ' εντολήν του, προερχομένων από τόκους για να χρησιμοποιηθούν για τις οικογενειακές τους ανάγκες, κατέχοντας προς τούτο το βιβλιάριο καταθέσεων ή τοποθετώντας τα στις προτεινόμενες από τον ίδιο επενδύσεις σε προϊόντα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου για λογαριασμό του, με βάση την εσωτερική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους σε σχέση με τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, που ήταν αυτή της εντολής.

Περιθώριο για χρησιμοποίηση χρηματικών ποσών από τον κοινό λογαριασμό από την εναγομένη για άλλη αιτία δεν κατέλειπε η στηριζόμενη στην εντολή εσωτερική σχέση μεταξύ των διαδίκων, πολλώ δε μάλλον για πρόωρη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης.

Πλην, όμως, κατά τα παράβαση αυτής της σχέσης και χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος-εκκαλούντος, η εναγομένη-εφεσίβλητη προέβη σε πρόωρη λήξη της τελευταίας ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης των 70.000 € την 1-11-2011 και ανέλαβε αυθημερόν εξ αυτών το συνολικό ποσό των 27.066,46 € και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της, με συνέπεια ο ενάγων-εκκαλών να υποστεί ζημία με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας του. Τυχόν δε οικονομικές διαφορές της εναγομένης με τον εν διαστάσει σύζυγό της, με αντικείμενο οικογενειακού δικαίου διαφορές (λχ 1400 AK κλπ), δεν δικαιολογούν την κίνησή της να αναλάβει χρήματα από τον κοινό λογαριασμό κατά παράβαση της ένδικης σχέσης περί εντολής, ούτε μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της δίκης αυτής.

Περαιτέρω όσα επιπλέον χρήματα ανέλαβε η εναγομένη από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό και συγκεκριμένα το ποσό των 150 € στις 2/12, των 150 € Χ 2 στις 9/12, των 150 € Χ 2 πλέον 1278 € στις 15/12 αποδείχθηκε ότι προορίστηκαν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων δεδομένης της συμβίωσης των διαδίκων μέχρι τη μετοίκηση του ενάγοντα στις 11-1-2012. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε άλλη ανάληψη εκ μέρους της και δη ποσού 150 € στις 9/11, ποσού 150 € στις 18/11, ποσού 150 € στις 23/11 και ποσού 522 € στις 16/12, όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων, δεδομένου ότι κάθε φορά που πραγματοποιούσε ανάληψη ή άλλη τραπεζική ενέργεια η εναγομένη, καταχωρείτο ο αριθμός της αστυνομικής της ταυτότητας, όπως συνέβη με τις αμέσως προαναφερόμενες αναλήψεις (βλ. σχετ. την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ανάλυση του λογαριασμού, στη στήλη του οποίου με την ένδειξη ΣΧΟΛΙΑ αναγράφεται δίπλα από ορισμένες αναλήψεις ο αριθμός AT της εναγομένης (...), ενώ δεν αποδείχθηκε η χρήση χρεωστικής κάρτας εκ μέρους της αναφορικά με τις λοιπές αναλήψεις που της καταλογίζει ο ενάγων και οι οποίες δεν φέρουν τον αριθμό AT αυτής στα σχόλια, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος (ι) αυτού.

Συνεπώς η κατά τα ανωτέρω αυθαίρετη ανάληψη του ποσού των 27.066 € αποτελεί αθέτηση των υποχρεώσεων της εναγομένης από την ευρύτερη και συνολική σχέση που δημιουργήθηκε από τη σύμβαση εντολής και δημιουργεί ευθύνη της προς αποζημίωση του ενάγοντος για τη θετική ζημία την οποία ο τελευταίος υπέστη και η οποία ισούται με τα αναληφθέντα αυθαιρέτως και χρησιμοποιηθέντα από την εναγομένη για δικές της ανάγκες ποσά...". Με το σκεπτικό αυτό το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.066,46 ευρώ, νομιμοτόκως.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ., αφού, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας η εναγόμενη είχε δικαίωμα να αναλαμβάνει μόνο το ποσό των τόκων από τον κοινό μεταξύ τους λογαριασμό, που περιείχε αποκλειστικά χρήματα του ενάγοντος, προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τις οικογενειακές τους ανάγκες, αυτή όμως, κατά παράβαση της εντολής, ανέλαβε και παρακράτησε το ποσό των 27.066,46 ευρώ, επομένως οφείλει ισόποση αποζημίωση στον ενάγοντα. Κατ' ακολουθία είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης των διαδίκων, που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε ειδικότερα έγγραφο, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (και δη οι διατάξεις περί εντολής), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως (εκτίμηση) δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

IV.Α. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται: α) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα, και επομένως για το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται (αναφέρονται) στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ανά περίπτωση: 1) τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν το επιτρέπει ο νόμος, και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1416/2023) [περίπτωση α], 2) τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη χωρίς να προσκομισθούν [περίπτωση β] και 3) τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι, ήταν παραδεκτά και νόμιμα και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκόμισή τους στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας [περίπτωση γ] (Α.Π. 45/2025, Α.Π. 242/2023, Α.Π. 793/2015, Α.Π. 1533/1995).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να διαπιστώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση από το διάδικο και εν συνεχεία προσκόμιση αυτών.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του αποδεικτικού μέσου. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία στη δικαστική απόφαση ή να αξιολογεί χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποκλείεται βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή κατά την ελεύθερη κρίση του έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν θεμελιώνεται εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης εκάστου καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, και όταν παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της απόφασης που προσβάλλεται, αμφιβολίες για το αν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς ουσιώδη ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 155/2025, Α.Π. 40/2024, Α.Π. 57/2023).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Α.Π. 201/2025, Α.Π. 1719/2017).

IV.Β. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων-αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ειδικότερα τα αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσίβλητος δεν εισέφερε νόμιμα με επίκληση και προσκόμιση και παρά ταύτα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε, και δη τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2005, 2010 και 2011, από τα οποία προκύπτει, κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο, ότι οι οικονομικές της αποδοχές ήταν κατά πολύ αυξημένες κατά τα οικονομικά έτη 2010 και 2011. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή από την ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2005, 2010 και 2011 που η αναιρεσείουσα εναγόμενη προσκόμισε μετ' επικλήσεως. Ειδικά δε ως προς το εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2005, από την αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "το έτος 2005, προ του δηλαδή του γάμου της, τα εισοδήματά της ανήλθαν στο ποσό των 5.386,98 € (ή 448,91 €)", προκύπτει ευθέως η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση του εν λόγω εκκαθαριστικού, καθόσον αυτό αποτελεί πηγή άντλησης των στοιχείων που παρατίθενται και αφορούν τα εισοδήματα.

V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2024 αίτηση της αναιρεσείουσας Γ. Σ. για την αναίρεση της 165/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ