2127/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2127/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4 εδ. 4) και καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις.
Full text
Απόφαση 2127 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2127/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Θ. Π., με την ιδιότητα της Προέδρου του Διαχειριστικού Συμβουλίου και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της επί της οδού ... (Αθήνα) πολυκατοικίας, 2) Μ. - Α. Α., με την ιδιότητα της Αντιπροέδρου του Διαχειριστικού Συμβουλίου και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της επί της οδού ... (Αθήνα) πολυκατοικίας και 3) Α. Π., με την ιδιότητα του Διαχειριστή και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της επί της οδού ... (Αθήνα) πολυκατοικίας, όλων κατοίκων Αθηνών, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2436/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2013 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-9-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 27-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-9-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2436/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη όσο στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2436/2008 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην συμπροσβαλλομένη υπ' αριθ. 1/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ώστε δεν συντρέχει στο πρόσωπο των αναιρεσειουσών ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί τη χωριστή προσβολή.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 599, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημιάς.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημιάς υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τους ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημιά βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Η ενάγουσα έχει στην κυριότητά της, τις υπό στοιχεία Κ3, Κ4, Κ5 και Κ6 οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα) του ισογείου ορόφου μετά των αντιστοίχων αποθηκών, ευρισκομένων κάτωθι των καταστημάτων (εκτός του Κ5 καταστήματος που στερείται υπογείου), στο υπόγειο της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ....
όπου λειτουργεί η επιχείρησή της (φαρμακείο). Η εν λόγω πολυκατοικία διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, του Ν Δ. 1024/71 και των άρθρ. 1002 και 1117 του Α.Κ. και από τους όρους και συμφωνίες της υπ' αρ. .../65 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Λάμπρου Βλάχου που έχει νόμιμα μεταγραφεί, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις υπ' αρ. .../65, .../16-8-1965 και .../65 πράξεις του ιδίου συμβ/φου νόμιμα μεταγεγραμμένες.
Σύμφωνα με τον κανονισμό της εν λόγω πολυκατοικίας, διορίζεται ως διαχειριστής αυτής, τριμελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για τα ζητήματα της πολυκατοικίας, φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία αυτής, την συντήρηση των εγκαταστάσεων (υδραυλικών, ηλεκτρολογικών) της πολυκατοικίας, και την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη αυτής.
Σύμφωνα με το από 24-2-2004 πρακτικό της επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ορίσθηκε ως διαχειριστική επιτροπή αυτής α) ο Π. Α., β) η Μ. Π. και γ) η Θ. Π.. Εν συνεχεία απέμεινε ως μοναδικός διαχειριστής ο εναγόμενος, ο οποίος ασκεί τα διαχειριστικά καθήκοντα, καθότι παραιτήθηκαν οι άλλοι δύο διαχειριστές.
Η ενάγουσα από το έτος 1983 διατηρεί επιχείρηση φαρμακείου, το οποίο αρχικά στεγαζόταν στα ισόγεια υπό στοιχεία Κ5 και Κ6 ενοποιηθέντα καταστήματα της πολυκατοικίας επί της οδού ..., αρχικά ως μισθώτρια και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτρια αυτών, ενώ το έτος 1996 αγόρασε και τα υπό στοιχεία Κ3 και Κ4 καταστήματα, συνενώνοντας όλα αυτά σε ένα το έτος 1999 και στεγάζοντας στα τέσσερα αυτά συνενωμένα καταστήματα το φαρμακείο της.
Το έτος 1995 συστήθηκε στην τότε διαχείριση να προβεί στην αντικατάσταση του κεντρικού αγωγού αποχέτευσης καθότι είχαν παρατηρηθεί υγρασίες στο υπόγειο της πολυκατοικίας λόγω διαρροής του κεντρικού αγωγού αποχέτευσης. Το 1998 απεστάλη εξώδικο στην τότε διαχείριση από συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας λόγω της εκτεταμένης υγρασίας και της έντονης δυσοσμίας που προκαλείτο από τη διαρροή λυμμάτων από τον ραγισμένο αγωγό αποχέτευσης, όμως ο τότε διαχειριστής ουδέν έπραξε.
Το 1999 η ενάγουσα όχλησε την τότε διαχειρίστρια Ε. Π. να προβεί σε αποκατάσταση της βλάβης που εντοπίζεται στον κεντρικό αγωγό της αποχέτευσης της πολυκατοικίας, πλην όμως εκείνη αν και είχε υποχρέωση βάσει του κανονισμού της πολυκατοικίας ως διαχειρίστρια, να αποκαταστήσει τη βλάβη, αδιαφόρησε, επιδεικνύοντας αμέλεια (βλ.
την από 13-8-1999 εξώδικο δήλωση της ενάγουσας με την οποία ζητούσε την αποκατάσταση της βλάβης). Με τις παραπάνω οχλήσεις, από το έτος 1995 και εντεύθεν, είχε καταστεί γνωστό στον εκάστοτε διαχειριστή της πολυκατοικίας ότι ο πήλινος σωλήνας αποχέτευσης μετά από 30 χρόνια λειτουργίας του παρουσίαζε ρωγμές και ότι έπρεπε επειγόντως η διαχείριση να φροντίσει για την επισκευή ή αντικατάσταση αυτού, διότι ετίθετο σε κίνδυνο η υγεία των ενοίκων του κτιρίου, αλλά και η στατική επάρκεια της πολυκατοικίας λόγω της διαβρώσεως των θεμελίων της.
Εξαιτίας αυτής της κατάστασης η ενάγουσα ανέθεσε στον πολιτικό Μηχανικό Μ. Π., τον Μάιο του 1999, να εκπονήσει μελέτη για την αιτία της διαρροής. Ο μηχανικός αυτός διαπίστωσε βλάβη στον κεντρικό πήλινο αποχετευτικό αγωγό της πολυκατοικίας, στο σημείο που αυτός διέρχεται κάτω από το υπό στοιχεία Κ5 κατάστημα της ενάγουσας.
Σύμφωνα με την μελέτη που συνέταξε, το έδαφος κάτω από το δάπεδο του καταστήματος της ενάγουσας, είχε υποχωρήσει τουλάχιστον κατά 50 cm, λόγω της μακροχρόνιας διαρροής των λυμμάτων, με αποτέλεσμα το δάπεδο του φαρμακείου να βρίσκεται στον αέρα, με κίνδυνο να υποχωρήσει και να καταρρεύσει αυτό. Τελικώς λόγω των συνεχών οχλήσεων εκ μέρους της ενάγουσας, την 5-7-1999 συγκλήθηκε έκτακτη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών και αποφασίσθηκε η έναρξη των εργασιών για την αποκατάσταση της βλάβης, και η καταβολή των εξόδων της επισκευής του κεντρικού κοινοχρήστου αγωγού αποχέτευσης από όλους τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5-7-1999 πρακτικό της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης.
Λόγω της αδιαφορίας των διαχειριστών της πολυκατοικίας η ενάγουσα κάλεσε την υπηρεσία της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων καθώς και την υγειονομική υπηρεσία, για την καταγραφή των ζημιών και τον έλεγχο της επικινδυνότητας. Μετά την διενέργεια αυτοψίας από τις άνω υπηρεσίες, εξεδόθησαν οι εξής εκθέσεις:
α) η υπ' αρ. πρωτ. 11662/2428/21-7-99 έκθεση αυτοψίας του τμήματος αυθαιρέτων επικινδύνων της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων που υπογράφεται από τον τεχνικό υπάλληλο Νομικό Νικόλαο και β) η υπ' αρ. πρωτ. 1202112495199/16-8-1999 έκθεση επικινδύνου οικοδομής που υπογράφεται από τον τεχνικό που έκανε την αυτοψία Πολιτικό Μηχανικό Ε.
Φ. του τμήματος Αυθαιρέτων Επικινδύνων της υπηρεσίας Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων. Σύμφωνα με τις ως άνω εκθέσεις διαπιστώθηκε ότι έχει σπάσει ο κεντρικός αγωγός αποχέτευσης της πολυκατοικίας και προκάλεσε υποχώρηση του εδάφους κάτω από το κατάστημα της ενάγουσας, ενώ η διαρροή των λυμμάτων έχει δημιουργήσει εστία μόλυνσης και έχει προκαλέσει υγρασία στους παρακείμενους κατακόρυφους τοίχους του υπογείου της ενάγουσας.
Επίσης κρίθηκαν απαραίτητες οι εργασίες αποξήλωσης και καθαίρεσης ολοκλήρου του δαπέδου του φαρμακείου της ενάγουσας με αφαίρεση των μπαζών της επίχωσης κάτω από το κατάστημα και απομάκρυνση αυτών και στη συνέχεια ανακατασκευή νέου δαπέδου από πλάκα με οπλισμένο σκυρόδεμα εδραζόμενη σε φέροντα οργανισμό καινούριο από οπλισμένο σκυρόδεμα και στατικώς ανεξάρτητο από τον φέροντα οργανισμό της πολυκατοικίας.
Περαιτέρω μετά από αυτοψία εκδόθηκε και το υπ' αρ. πρωτ. 14774/379110-8-99 έγγραφο του προϊσταμένου του τμήματος υγειονομικού ελέγχου της Δ/νσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών Π. Π. με το οποίο πιστοποιείται ότι αιτία για την δημιουργία της σοβαρής αυτής υγειονομικής κατάστασης, αποτελεί το αποχετευτικό σύστημα της μνημονευόμενης πολυκατοικίας.
Αντίγραφα των ως άνω εκθέσεων αυτοψίας των τριών υπηρεσιών, κοινοποιήθηκαν στην τότε διαχειρίστρια της ως άνω πολυκατοικίας Ε. Π., από τις ίδιες τις ως άνω υπηρεσίες αλλά και από την ενάγουσα, με την από 13-8-1999 εξώδικο δήλωση - πρόσκληση (που της κοινοποιήθηκε στις 17-8-1999) και με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την αποκατάσταση της ζημίας της ιδιοκτησίας της.
Η Γ.Σ. της πολυκατοικίας στις 5-7-1999 αποφάσισε με έξοδα της διαχείρισης να αποκαταστήσει την βλάβη του κεντρικού αγωγού αποχέτευσης και πράγματι αντικατέστησε τον πήλινο σωλήνα με πλαστικό, χωρίς όμως να προβεί σε αποκατάσταση των ζημιών στην ιδιοκτησία της ενάγουσας και ειδικότερα σε ανακατασκευή του δαπέδου του Κ5 καταστήματος με οπλισμένο σκυρόδεμα μετά από αποξήλωση και καθαρισμό του υπογείου και μεταφορά των μπαζών σε container καθώς και σε περιμετρική μόνωση τοιχοποιίας, αφαίρεση των σαθρών επιχρισμάτων του υπογείου και την αντικατάστασή του με νέα, δεδομένου ότι όπως είχε διαπιστωθεί από τις γενόμενες αυτοψίες, το δάπεδο του φαρμακείου της ενάγουσας κινδύνευε να καταρρεύσει με ολέθριες συνέπειες για όλη την πολυκατοικία.
Κατόπιν αυτών η ενάγουσα ανέθεσε στον υπεργολάβο οικοδομών Ι. Σ. την μελέτη και την εκτέλεση των εργασιών αποκατάστασης της ζημίας στο κατάστημά της, και έτσι έγιναν οι εξής εργασίες αποκατάστασης: 1) αποξηλώθηκε και μεταφέρθηκε όλος ο εξοπλισμός του φαρμακείου του Κ5 καταστήματος στα διπλανά υπό στοιχεία Κ3 και Κ4 καταστήματα ιδιοκτησίας της ενάγουσας, όπου και λειτούργησε το φαρμακείο της, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών. 2) Αποξηλώθηκε όλο το δάπεδο του Κ5 καταστήματος του φαρμακείου που είχε κατασκευασθεί με πλακάκια γρανίτη πρώτης επιλογής και αφαιρέθηκαν όλα τα μπάζα τα οποία απομακρύνθηκαν με κοντέϊνερ. 3) Ανακατασκευάσθηκε το δάπεδο του Κ5 καταστήματος του φαρμακείου με οπλισμένο σκυρόδεμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της Πολεοδομίας. 4) Έγινε καθαρισμός (ξύσιμο) του τοίχου του υπογείου, περιμετρική μόνωση αυτού και αποκατάσταση των νέων επιχρισμάτων (σοβάτισμα).
Για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών που ήταν απαραίτητες για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τον κεντρικό αγωγό αποχέτευσης, η ενάγουσα έκανε τις παρακάτω δαπάνες: Α) Για αποξήλωση και καθαρισμό δαπέδου του Κ5 καταστήματος του φαρμακείου επιφανείας 35 τ.μ. κατέβαλε 1.000.000 δρχ. (100 μεροκάματα προς 10.000 δραχμές το μεροκάματο).
Ειδικότερα, γκρεμίσθηκε όλο το δάπεδο του Κ5 καταστήματος και αφαιρέθηκαν τα μπάζα. Για τοποθέτηση μπαζών σε κοντέϊνερ κατέβαλε 600.000 δραχμές. Για ανακατασκευή νέου δαπέδου με περιμετρική θεμελίωση υπογείου και ισογείου του Κ5 καταστήματος με οπλισμένο σκυρόδεμα κατέβαλε δραχμές 3.900.000 (35 τ.μ. το ισόγειο και 35 τ.μ.
ο υπόγειος χώρος που αναγκάσθηκε να διανοίξει). Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα εξ 1.100.000 δρχ. για την αγορά σκυροδέματος, η πληρωμή των εργατικών 2.500.000 δρχ. και η αμοιβή εκ δρχ. 300.000 του εργολάβου. Για την περιμετρική μόνωση τοιχοποιίας υπογείου κατέβαλε 200.000 δρχ. στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η προμήθεια των μονωτικών υλικών εκ δρχ. 100.000.
Β) Για την αγορά απαραίτητων ειδών αλουμινίου - σιδήρου που απαιτήθηκαν για την αποκατάσταση της ζημίας, η ενάγουσα δαπάνησε τα κάτωθι: 1) Σύμφωνα με το υπ' αρ. 688110-12-1999 τιμολόγιο της εταιρίας "Κ. ΕΠΕ" το ποσό των 180.090 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. Και συνολικά (συμπεριλαμβανομένης και της κάτωθι αγοράς σιδήρου) το ποσό των 213.273 δρχ.
για την αγορά κιλοδοκών τύπου ΗΤΑ 140 ποσότητας 1305 κιλών 138 δρχ. το κιλό. Επίσης για την αγορά σιδήρου για κολώνες τύπου Φ10, ποσότητας 5 κιλών, αντί 130 δρχ. το κιλό, δαπάνησε το ποσό των 650 δρχ. Με τα υλικά αυτά η ενάγουσα κατασκεύασε πλέγμα για να στερεωθεί το δάπεδο των θεμελίων του Κ5 καταστήματος το οποίο είχε καταστραφεί. 2) Σύμφωνα με το υπ' αρ. 685/2-12-99 τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρίας, το ποσό των 393.600 δρχ.
πλέον Φ.Π.Α. εκ δρχ. 70.848 δρχ. και συνολικά το ποσό των 464.448 δρχ. για την αγορά σιδήρου τύπου Η180, 396 κιλών αντί 138 δρχ. το κιλό, σύνολο 54.648 δρχ. και σιδήρου τύπου Η160, 1404 κιλών αντί 138 δρχ. το κιλό, σύνολο 193.752 δρχ. και λαμαρίνα διαστάσεων 1x2x3, 880 κιλών αντί 165 δρχ. το κιλό και συνολικά 145.200 δρχ. Με τα υλικά αυτά η ενάγουσα κατασκεύασε το καταστραφέν δάπεδο του φαρμακείου του Κ5 καταστήματος.
Γ) Για αγορά πλακιδίων του νέου δαπέδου που κατασκευάσθηκε στο κατάστημα - φαρμακείο, προς αντικατάσταση των αποξηλωθέντων πλακιδίων, ομοίας ποιότητας και κόστους, η ενάγουσα δαπάνησε τα εξής ποσά: 1) Σύμφωνα με το υπ' αρ. 01566412-9-99 τιμολόγιο της εταιρίας "Ι. Π. ΑΕ", το ποσό των 258.600 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. εκ δρχ. 46.548 και συνολικά 305.148 δρχ.
για την αγορά πλακιδίων γρανίτη όπως οι ποσότητες αναλύονται στο εν λόγω τιμολόγιο. 2) Σύμφωνα με το υπ' αρ. 015783/17-9-99 τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρίας το ποσό των 8.250 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 1.485 δρχ. και συνολικά 9.735 δρχ. για την αγορά πλακιδίων γρανίτη προς αντικατάσταση των αποξηλωθέντων που ήταν ιδίας ποιότητος και κόστους όπως ειδικότερα αναλύονται στο τιμολόγιο αυτό. 3) Σύμφωνα με το υπ' αρ. 015992/7-10-99 τιμολόγιο της ίδιας ως άνω εταιρίας το ποσό των 163.500 δρχ.
πλέον Φ.Π.Α. 29.430 δρχ. και συνολικά 192.930 δρχ. για την αγορά πλακιδίων γρανίτη προς αντικατάσταση των παλαιών αποξηλωθέντων ιδίας ποσότητος και κόστους όπως ειδικότερα αναφέρονται στο τιμολόγιο αυτό. Επίσης για την τοποθέτηση των πλακιδίων του δαπέδου του ισογείου του Κ5 καταστήματος, επιφανείας 35 τ.μ. και του δαπέδου του υπογείου 35 τ.μ. (μετά του σοβατεπί) η ενάγουσα δαπάνησε συνολικά το ποσό των 350.000 δρχ. (70 τ.μ.
χ 5.000 δρχ. ανά τ.μ.). Τα τοποθετηθέντα υλικά ήταν της ιδίας ποσότητας με τα παλαιά που αποξηλώθηκαν. Για την αμοιβή του Μηχανικού Μ. Π., ο οποίος προέβη στη σχετική μελέτη και επίβλεψη του έργου της αποκατάστασης της ζημιάς, η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 500.000 δρχ. ήτοι 1.467,35 ευρώ. Συνολικά η ενάγουσα δαπάνησε το ποσό των 7.735.534 δρχ.
ήτοι το ποσό των 22.701,49 ευρώ. Επειδή το σύνολο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας συμμετέχει στις δαπάνες αποχέτευσης και συντήρησης της πολυκατοικίας κατά ποσοστό 112,10/οοο προκύπτει ότι από το ανωτέρω συνολικό ποσό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.544,83 ευρώ, που της αντιστοιχεί, απομένοντας το ποσό των 20.156,66 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα δαπάνησε για την αποκατάσταση της ζημιάς της.
Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε κατ' επανάληψη οχλήσει τον διαχειριστή της πολυκατοικίας για την αποκατάσταση της βλάβης του κεντρικού αγωγού της πολυκατοικίας. Πλην όμως ο εκάστοτε διαχειριστής αμελούσε, αν και ήταν εκ του νόμου και του κανονισμού της πολυκατοικίας υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία και συντήρηση των υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων των κοινοχρήστων μερών αυτής.
Η υπαίτια παράλειψη του εκάστοτε διαχειριστή, ο οποίος λειτουργούσε ως εντολοδόχος και προστηθείς των συνιδιοκτητών, να φροντίσει για την επισκευή του κεντρικού αγωγού, διαιώνιζε και διόγκωνε το πρόβλημα, με συνέπεια από τη διαρροή των λυμμάτων να διαβρωθεί το δάπεδο του καταστήματος της ενάγουσας και οι τοίχοι του υπογείου χώρου και να τεθεί σε κίνδυνο η ιδιοκτησία της ενάγουσας και συνακόλουθα όλη η οικοδομή.
Ως εκ τούτου οι δαπάνες για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ιδιοκτησία της ενάγουσας, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια και είναι αποτέλεσμα της θραύσης του κεντρικού αγωγού αποχέτευσης, τον οποίον επί μακρόν χρονικό διάστημα αμέλησαν να επισκευάσουν οι εκάστοτε διαχειριστές αν και εγνώριζαν το εν λόγω πρόβλημα, το οποίο είχε αρχίσει να εμφανίζεται προ της έναρξης των εργασιών ενοποίησης των καταστημάτων (φαρμακείου) της ενάγουσας, λόγω της παλαιότητας του πήλινου αγωγού αποχέτευσης της πολυκατοικίας, ο οποίος μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια λειτουργίας του, παρουσίασε ρωγμές και έχρηζε άμεσης επισκευής.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η βλάβη του κεντρικού αγωγού σχετίζεται με τις εργασίες ενοποίησης των εν λόγω καταστημάτων της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, το διά της κρινόμενης αγωγής ασκούμενο δικαίωμα της ενάγουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα τιθέμενα εκ της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της, απορριπτόμενων ως αβασίμων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου.
Συνακόλουθα με όλα τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στις ίδιες κρίσεις και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για το προαναφερόμενο ποσό των 20.156,66 ευρώ, δεν έσφαλε, αλλ' ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και τον νόμο εφήρμοσε, γι' αυτό και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και η έφεση στο σύνολό της και να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλούντων η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ότι οι ζημιές στις ιδιοκτησίες της αναιρεσίβλητης στην ένδικη πολυκατοικία συνδέονται αιτιωδώς με τις φθορές που εμφανίσθηκαν στο αποχετευτικό σύστημα της ίδιας πολυκατοικίας και έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στο ένδικο ζημιογόνο περιστατικό.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, εφ' όσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αιτιολογείται δε επαρκώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς της διαχείρισης της ένδικης πολυκατοικίας με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Εξ άλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή το ένδικο ζημιογόνο αποτέλεσμα στις ισόγειες ιδιοκτησίες της αναιρεσίβλητης συνδέεται με την προϋπάρχουσα βλάβη στο κοινόχρηστο αποχετευτικό ελιγμό της πολυκατοικίας, όπως δέχεται το Εφετείο, ή προήλθε αποκλειστικά από εργασίες ενοποίησης των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, στο ισόγειο και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τις αναιρεσείουσες, σε αντίθεση:
α) με το ότι σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης δεν αναφέρεται η ακριβής κατάσταση των ιδιοκτησιών στο ισόγειο της αναιρεσίβλητης πριν προβεί στις ένδικες επισκευαστικές εργασίες και β) με το ότι δεν αναφέρονται τα αναγκαία περιστατικά της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των διαχειριστών και της ζημίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η βλάβη του κεντρικού αγωγού σχετίζεται με τις εργασίες της ενοποίησης των ισογείων καταστημάτων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, και ότι οι δαπάνες για την αποκατάσταση της ζημιάς της ενάγουσας τελούν σε αιτιώδη συνάφεια και είναι αποτέλεσμα της θραύσης του κεντρικού αγωγού αποχέτευσης, πρόβλημα που εμφανίσθηκε πριν από την έναρξη των εργασιών ενοποίησης των ισογείων καταστημάτων (φαρμακείου) της ενάγουσας", με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IΙI. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ανάλογα: 1) τις υπ' αριθμ. .../20-5-2008, .../20-5-2008 και .../20-5-2008 ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Θ. Π., Α.
Α. και Ε. Π. που δόθηκαν ύστερα από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης με την υπ' αρ. 10851/15-5-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Α., 2) το υπ' αρ. 9430/13-5-2003 πιστ/κό του τμήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών της υπηρεσίας Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 6/4282/60093/22-4-2003 έκθεση αυτοψίας επικινδυνότητας οικοδομής του τμήματος αυθαιρέτων της ίδιας Πολεοδομίας και ένα επί πλέον σημείωμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Ζ., από τα οποία προέκυπτε ότι το σύνολο των εργασιών ενοποίησης των ισογείων καταστημάτων της αναιρεσίβλητης ήταν αυθαίρετες και παράνομες, χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια και η αυτοψία του 1999 στην ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης δεν ενεργήθηκε νομότυπα γιατί δεν είχαν συνυποβληθεί δύο εκθέσεις μηχανικών, 3) το με αριθ.
πρωτ. 6/2526/162/03 έγγραφο του τμήματος αυθαιρέτων της ίδιας πολεοδομίας και το υπ' αριθ. 17522/9-2-2005 έγγραφο του τμήματος αυθαιρέτων της ίδιας πολεοδομίας με τα οποία διαπιστώθηκε το αυθαίρετο και παράνομο των εργασιών ενοποίησης των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης και παραγγέλθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της, 4) τις προηγηθείσες της ένδικης αγωγής δύο άλλες αγωγές της αναιρεσίβλητης από τις οποίες η δεύτερη απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη και από την πρώτη η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε του δικογράφου της με τις οποίες κάθε φορά ζητούσε διαφορετικά ποσά.
Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών ότι η βλάβη του κεντρικού αγωγού και οι ένδικες ζημιές της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας σχετίζονται αποκλειστικά με τις εργασίες ενοποίησης των ισογείων καταστημάτων της αναιρεσίβλητης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.
IV. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ή από τον αριθ. 8 (Α.Π. 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).
Με την κρινόμενη από 25-12-2007 αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι έχει την κυριότητα των υπό στοιχεία Κ3, Κ4, Κ5 και Κ6 οριζοντίων ιδιοκτησιών (καταστημάτων) του ισογείου ορόφου μετά των ανηκουσών εις αυτά αποθηκών (εκτός του Κ5 καταστήματος) στο υπόγειο της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ..., στα οποία λειτουργεί σήμερα η επιχείρηση της (φαρμακείο).
Ότι η εν λόγω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/29, διεπόμενη από τους όρους της υπ' αρ. .../65 πράξης σύστασης και κανονισμού οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Λάμπρου Βλάχου που έχει νόμιμα μεταγραφεί όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αρ. .../65 πράξη του ίδιου συμβ/φου που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί.
Ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας διορίζεται ως διαχειριστής αυτής τριμελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει για τα ζητήματα της πολυκατοικίας και φροντίζει για την συντήρηση των εγκαταστάσεων και αποκατάσταση των ζημιών των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας. Ότι σύμφωνα με το από 24-2-2004 πρακτικό της επαναληπτικής Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, ορίσθηκε ως διαχειριστική επιτροπή τριμελής επιτροπή, της οποίας όμως τα δύο μέλη παραιτήθηκαν και απέμεινε ως μοναδικός διαχειριστής ο εναγόμενος.
Ότι από το έτος 1986 στο υπ' αρ. Κ6 κατάστημά της (ενάγουσας) και στο υπόγειο αυτού, αντιμετώπισε προβλήματα με νερά και υγρασίες, λόγω διαρροής λυμμάτων από τον κεντρικό αγωγό αποχέτευσης της πολυκατοικίας. Η διαρροή αυτή συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1999, καθότι οι εκάστοτε διαχειριστές της πολυκατοικίας επεδείκνυαν αδιαφορία και αθέτηση των υποχρεώσεών τους να συντηρούν τα κοινόχρηστα μέρη και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας.
Ότι εξαιτίας της διαρροής του κοινόχρηστου αγωγού και της αδιαφορίας της εκάστοτε διαχείρισης, η οποία υπαιτίως αμελούσε να επισκευάσει τον κοινόχρηστο αγωγό, η ενάγουσα υπέστη στην ιδιοκτησία της τις αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες. Ότι οι συνιδιοκτήτες υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την ζημία της, λόγω υπαιτιότητος των διαχειριστών που τυγχάνουν προστηθέντες των.
Ζητεί δε η ενάγουσα, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της πολυκατοικίας, και ως εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών, οφείλει να της καταβάλλει το ποσό των 29.754,16 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας της.
Η αγωγή περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τα κατά νόμον (άρθρ. 118 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία και συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τις αναιρεσείουσες με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4 εδ. 4) και καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.9.2013 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 2436/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου (με αριθ. 047859, 047860, 047861, 621128, 621127 και 621123, διπλότυπο εισπράξεως) στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ