2126/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13800/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1156/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated2126/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 9/5/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2126 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2126/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ι. Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Π. Λ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Χ., χήρας Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γκαρέλια με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13800/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1156/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 9/5/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 61 του ν.4194/2013 ‘ ‘ Κώδικας Δικηγόρων’ ‘ (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013), που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση, ως εκ του κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υποθέσεως (3-4-2017), στις παραγράφους 1, 3 και 4 αυτού, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 8 εδ. α’ , β’ και γ’ του ν.4205/2013 (ΦΕΚ Α 242/6.11.2013), ορίζει, αντίστοιχα, ότι: 1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων.... και γενικά για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης ....υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Παράρτημα
ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας-Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α 109).... 3.
Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευεργετήματος της πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του ΚΠολΔ ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 2 και της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Δημόσιο και δ) τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας.
Η συνδρομή των περιπτώσεων β’ , γ’ και δ’ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.... 4. Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη.
Δεν υπάρχει υποχρέωση της προκαταβολής της παραγράφου 1 σε περίπτωση αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης, η δε καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από το δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, αλλιώς η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση. Περαιτέρω, στο Παράρτημα
ΙΙΙ του ανωτέρω Κώδικα προσδιορίζεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εισφορών που πρέπει να καταβάλλονται για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και την παράσταση κατά τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, στην παρ. 11 του άρθρου 165 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13 περ. δ’ του ν. 4205/2013, ορίζεται, ότι ‘ ‘ Η ισχύς της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του παρόντος Κώδικα άρχεται από 1-11-2013’ ‘ .
Περαιτέρω, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολ ΣΤΕ 1858/2015).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι αν ο δικηγόρος, που παρίσταται κατά τη συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά του εντολέα του -αναιρεσιβλήτου, δεν έχει καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπόμενης εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η παράστασή του είναι απαράδεκτη, το απαράδεκτο δε αυτό δεν προσκρούει ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 623/2015, 811/2014, ΣΤΕ 1993/2016, 126/2015), δεδομένου, ότι με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο, ο δε διάδικος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 605/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδαφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 575 εδ. β’ ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 44/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη .../15-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π.
Δ. Δ., προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η 23-5-2016, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε στις 15-12-2015, νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πινακίων των ανωτέρω αρχικής και μετ’ αναβολή δικασίμων και των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής. Κατά την αρχική δικάσιμο της 23-5-2016 η αναιρεσίβλητη παρέστη με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 και 573 ΚΠολΔ, του, έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ν.
Ε. Γ., ο οποίος είχε καταθέσει τις από 28-4-2016 προτάσεις, στις οποίες δήλωνε, ότι θα προσκομίσει το απαιτούμενο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, μετά την λήξη της αποχής των δικηγόρων. Παρά τούτο, όμως, κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, κατά την οποία, όπως προαναφέρεται, δήλωσε ότι δεν θα παραστεί στο ακροατήριο, δεν προσκόμισε γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η δε συζήτηση της αιτήσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο και κατά την οποία η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε δια της από 27-12-2016 (παραληφθείσης από τον γραμματέα του Δικαστηρίου την 10-2-2017), εγγράφου, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ, δηλώσεως του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, ότι δεν θα παραστεί στο ακροατήριο, ο οποίος, όμως, και πάλι δεν προσκόμισε γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών στον οικείο δικηγορικό σύλλογο.
Σημειωτέον, ότι στη δικογραφία, δεν υπάρχει βεβαίωση του ανωτέρω δικηγόρου, ότι η εντολέας του υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 61 παρ 3 περ. β’ του Κώδικα Δικηγόρων.
Συνεπώς, από τα προεκτεθέντα, προκύπτει, ότι την αρχική συζήτηση της αιτήσεως επέσπευσε ο αναιρεσείων, ότι ο τελευταίος κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα την αναιρεσίβλητη για την δικάσιμο αυτή (αρχική), ότι κατ’ αυτήν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, η εκπροσώπηση της τελευταίας από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της, αφού η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη, δεν ήταν απαράδεκτη, λόγω της μη προσκομίσεως από τον τελευταίο του απαιτούμενου γραμμάτιου προκαταβολής εισφορών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ότι, επομένως, η αναβολή από το πινάκιο της συζητήσεως της υποθέσεως για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εδόθη νομίμως παραστάσης της αναιρεσίβλητης, ότι η από το πινάκιο αναβολή αυτή επέχει θέση κλητεύσεως της (αναιρεσίβλητης) για την παρούσα δικάσιμο, ότι, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, από τον δηλώσαντα ότι την εκπροσωπεί αυτόν ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, είναι απαράδεκτη, λόγω μη προσκομίσεως από τον τελευταίο, του εν λόγω γραμματίου προκαταβολής εισφορών, ότι, ως εκ τούτου, η διάδικος αυτή (αναιρεσίβλητη) θεωρείται δικονομικώς απούσα και επομένως το Δικαστήριο, πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, έχει νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί (άρθρα 226 παρ. 4, 575 εδ.
β’ , 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).- Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 2 , 96, 143 παρ. 1, 144, 145 και 147 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι ενενήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Στην προθεσμία αυτή δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου. Η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να γίνει και στον δικαστικό πληρεξούσιο, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, καθόσον θεωρείται αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία ήταν πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, 1156/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 5-9-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 13800/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει, ως μη νόμιμη, την από 1-2-2012 αγωγή του τελευταίου κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποίαν ζητούσε, να υποχρεωθεί η τελευταία, να του καταβάλει, νομιμοτόκως από της υπερημερίας της, το ποσό των 222.758,85 ευρώ, κατά το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, για τους λόγους που εξέθετε στην αγωγή αυτή.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση την 28-9-2015. Η δε επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έγινε την 24-6-2015 με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Π. Λ., ο οποίος είχε παραστεί στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτό προκύπτει από την ... /24-6-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Χ.
Μ..
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κάτοικο εξωτερικού (Γερμανίας) αναιρεσείοντα, ήτοι εντός ενενήντα ημερών (μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου) από την επίδοση σ’ αυτόν της αναιρεσιβαλλομένης 1156/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι, ως εκ τούτου, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1713 και 1714 ΑΚ, προκύπτει, ότι δεν αναγνωρίζεται άλλος λόγος επαγωγής κληρονομιάς εκτός του νόμου ή της διαθήκης, η οποία είναι και ο μοναδικός τρόπος εγκατάστασης κληρονόμου, κληροδόχου ή καταπιστευματοδόχου, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 368 ΑΚ, "Σύμβαση για την κληρονομιά προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο, είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη.
Το ίδιο ισχύει και για τη σύμβαση με την οποία περιορίζεται η ελευθερία ως προς τις διατάξεις τελευταίας βούλησης". Οι κληρονομικές, συνεπώς, συμβάσεις, με τις οποίες σκοπείται μεταβολή στο δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής ζώντος προσώπου, είτε τελούνται με αυτόν τον κληρονομούμενο, είτε με τρίτο, είναι, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις άκυρες.
Τέτοια απαγορευμένη κληρονομική σύμβαση είναι και η σύμβαση, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων διορίζει κληρονόμο του τον άλλον ή τρίτο. Η σύμβαση αυτή είναι άκυρη λόγω της αντίθεσής της στα χρηστά ήθη. Παροχή δε, που έγινε για ανήθικη αιτία, δεν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αν η ανήθικη αιτία αφορά και το δότη (άρθρο 907 εδ.
α ΑΚ). Η τελευταία διάταξη δεν ισχύει, αν η παροχή αυτή συνίσταται σε συνομολόγηση υποχρέωσης. Ό,τι όμως δόθηκε για να εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση δεν αναζητείται (άρθρο 907 εδ. β και γ ΑΚ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 και 1493 ΑΚ, η αξίωση διατροφής υπέρ ανιόντος ή κατιόντος, αν και προέρχεται από το νόμο δεν αποκλείεται να καταστεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου της διατροφής (361 ΑΚ).
Η συμφωνία αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 1499 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο, δεν επιτρέπεται να περιληφθεί σ’ αυτή όρος, που να αναφέρεται σε παραίτηση του δικαιούχου από τη διατροφή για το μέλλον. Η ρύθμιση, όμως, με σύμβαση του δικαιώματος διατροφής είναι, υπό την προαναφερόμενη προϋπόθεση της μη παραίτησης από αυτή για το μέλλον, έγκυρη, εφόσον το μέτρο και το ύψος της διατροφής, όπως καθορίστηκαν από τη συμφωνία, δεν διαφέρουν σημαντικά από τη διατροφή, που θα επιδίκαζε το Δικαστήριο σύμφωνα με τις οικείες για τη διατροφή διατάξεις (ΑΠ 620/1999).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υποθέσεως, ανελέγκτως, τα εξής: "Από την ένορκη εξέταση του μάρτυρος ...... και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Χ. Μ. ... και η Σ. (C.) Μ. (M.) ..., τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 12.12.1962, στο ..., όπου είχε μεταβεί ως οικονομικός μετανάστης ο πρώτος. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, που γεννήθηκαν στη Γερμανία, τον ενάγοντα, που γεννήθηκε στις 21.9.1964, λαμβάνοντας από τη γέννησή την ελληνική και γερμανική ιθαγένεια, και τον Ι., που γεννήθηκε στις 7.1.1966 και απεβίωσε στις 26.1.1978.
Οι γονείς του ενάγοντος διέμεναν μετά το γάμο τους στην πόλη ... του ..., όπου η Σ. Μ. - Μ. ασχολούνταν, εξαρχής, με την άσκηση εμπορικής επιχείρησης παραγωγής και πώλησης γαλακτομικών προϊόντων σε ιδιόκτητο αυτής κεντρικό κατάστημα της πόλης, ενώ ασκούσε τη δραστηριότητα πώλησης των προϊόντων και σε λαϊκές αγορές.
Η επαγγελματική δραστηριότητά της ήταν πολύ επικερδής, με αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικής ακίνητης περιουσίας, στην Γερμανία και στην Ελλάδα. Ο Χ. Μ., πατέρας του ενάγοντος, παρουσίαζε σταθερή ροπή στην κατανάλωση αλκοόλ, η οποία είχε πολύ δυσμενή επίδραση στην υγεία του με συνέπεια ήδη από τη δεκαετία του 1970 να μην μπορεί να συνεισφέρει στις ανάγκες του κοινού οίκου τους.
Με το με αριθμ. .../17.11.1977 συμβόλαιο πώλησης του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Π. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ. Μ., συμβληθείς δια του ειδικού του πληρεξουσίου, Δ Μ., αδελφού του, έγινε κύριος ολόκληρου του 2ου ύπερθεν του ισόγειου τυπικού ορόφου (2ου εξώστη) της ευρισκόμενης επί της οδού ... της κτηματικής περιοχής ...
πολυκατοικίας, αποτελούμενου από πέντε αυτοτελή και διηρημένα διαμερίσματα: α. με αρίθμ. ένα (1), μικτού εμβαδού 46,16 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 72,50%ο, β. με αρίθμ. δύο (2), μικτού εμβαδού 52,13 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 82%ο γ. με αρίθμ. τρία (3), μικτού εμβαδού 47,88 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 75%ο, δ.
με αρίθμ. τέσσερα (4), μικτού εμβαδού 36,80 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 58%ο, και ε. με αρίθμ. πέντε (5), μικτού εμβαδού 32,70 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 51,50%ο. Το γεγονός ότι τα παραπάνω διαμερίσματα αποκτήθηκαν αποκλειστικά στο όνομα του Χ. Μ. αντί της κατ’ ισομοιρίαν κτήσης με την Σ.
Μ., ενόψει του ότι τα χρήματα του τιμήματος προέρχονταν αποκλειστικά από τα εισοδήματα της εργασίας αυτής, αποτέλεσε αιτία διενέξεων ανάμεσα στο ζεύγος - γονείς του ενάγοντος. Ανάλογη συμπεριφορά είχε επιδείξει ο Χ. Μ. και προηγούμενα, κατά την κτήση της κυριότητας, με το με αριθμ. ...13.4.1972 συμβόλαιο αγοράς του ιδίου ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, διαμερίσματος, μικτού εμβαδού 60,65 τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 4,65%, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της ευρισκόμενης επί της οδού ..., στην αυτή ανωτέρω κτηματική περιοχή ....
Στη συνέχεια, η Σ. Μ., ενεργούσα δια του ειδικού πληρεξουσίου της Δ Μ., με το με αριθμ. .../27.11.1985 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α. Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία, λόγω αγοράς, ενός αγρού, έκτασης 4.834 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου ... κατηγορίας, που βρίσκεται στους .... Η μητέρα του ενάγοντος, Σ., το έτος 1987, αντιμετώπισε προβλήματα υγείας πάσχουσα από καρκίνο, ενώ ο πατέρας του εξακολουθούσε να μην εργάζεται διότι αντιμετώπιζε χρόνια προβλήματα της υγείας, που είχαν προκύψει από τον αλκοολισμό του.
Στις 2.9.1987, συντάχθηκε η με αριθμ. ...9.1987 συμβ/φική πράξη του ιδίου ως άνω συμβ/φου - δικηγόρου, που καταρτίστηκε στο Δημόσιο Νοσοκομείο της πόλης ..., με συμβαλλόμενους τους Σ. Μ., Χ. Μ. και Σ. Μ., με την οποία ο ενάγων έλαβε ως προκληροδότημα, σύμφωνα με το άρθρο 2191 του γερμανικού ΑΚ, με το θάνατο της διαθέτιδας, τον αγρό με αρίθμ. ...
έκτασης επιφάνειας αγρού και οικοδομήματος 205 τ.μ., επί της οδού ..., καταχωρημένο στο κτηματολόγιο του Ειρηνοδικείου του ..., τόμος … και φύλλο ..., με τα υπάρχοντα βάρη να τα αναλαμβάνει ο ενάγων από την ημέρα του θανάτου της διαθέτιδας, και ο σύζυγος της ορίστηκε καταπιστευματικός κληροδόχος, και υποκατάστατος κληροδόχος (άρθρ. 2190 γερμανικού ΑΚ), και έλαβε την ισόβια επικαρπία της προαναφερθείσας ιδιοκτησίας.
Επειδή οι γονείς του ενάγοντας αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, καρκίνο η μητέρα του και προερχόμενα από τον αλκοολισμό ο πατέρας του, αποφάσισε η οικογένεια να ρυθμίσει, κατά το γερμανικό δίκαιο, τη διατροφή των γονέων του ενάγοντος, με ένα χρηματικό ποσό καλής διαβίωσης, και με πρόβλεψη αναπροσαρμογής, με τη μορφή σύνταξης - διατροφής, προερχόμενο από ίδια έσοδα του ενάγοντος, στον οποίο οι γονείς του είχαν εκχωρήσει, λόγω δωρεάς, και τα δικά τους έσοδα από οποιαδήποτε μισθώματα ακινήτων στην Γερμανία, και ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, όπως με τα ίδια αυτού έσοδα, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, να παρέχει την παρακάτω μηνιαία σύνταξη - διατροφή, στους γονείς του, και να εξοφλήσει τις οφειλές σε τράπεζες, αναφέροντας ενδεικτικά ότι ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 380.000,00 ευρώ, που αποτελούσε πιστωμένο τίμημα του ακινήτου επί της οδού ...
ενώ το υπόλοιπο τίμημα των 210.000,00 ευρώ, είχε καταβάλει, στις 24.8.1987, η Σ. Μ., μετά από πώληση ακινήτου της. Η παροχή της σύνταξης - διατροφής αυτής, κατά την προφορική συμφωνία τους, ανεξάρτητα από τον τρόπο φορολόγησης των εμπλεκόμενων, συνδέθηκε με την εξασφάλιση ενός καλού επιπέδου ζωής, διαρκή και εφόρου ζωής των γονέων ή του εναπομένοντος εν ζωή γονέως.
Λόγω των προβλημάτων υγείας των γονέων του ενάγοντος επιθυμούσε ο καθένας γονέας να μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία του στο μοναδικό τους τέκνο, με συμβάσεις δωρεάς, ανεξάρτητα αν ήταν εμφανείς ή υποκρυπτόμενες, ή ισχύουσες κατά μετατροπή από άλλες συμβάσεις στην περίπτωση, όμως, συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων του εφαρμοζόμενου εκάστοτε δικαίου, ή με έγκυρες συμβάσεις κληρονομιάς, και σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητα από το είδος της έγκυρης σύμβασης που θα χρησιμοποιούσε κάθε γονέας.
Καταρτίστηκαν διάφορες συμβάσεις, αναφερόμενες ενδεικτικά παρακάτω, και ανεξάρτητα αν προκύπτει ή δεν προκύπτει για τις αφορώσες σε ακίνητα η μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία του κτηματολογίου. Συντάχθηκε η με αριθμ. ....10.1987 συμβολαιογραφική πράξη του συμβ/φου R. J. της πόλης ... ..., στην οποία συμβλήθηκαν ο ενάγων, έχων την προαναφερθείσα διπλή ιθαγένεια, η Σ.
Μ., έχουσα γερμανική ιθαγένεια, και ο Χ. Μ., έχων ελληνική ιθαγένεια. Με την πράξη αυτή ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους προαναφερθέντες γονείς του, για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους μηνιαία σύνταξη, από 2.500,00 γερμανικά μάρκα, οριζόμενοι καθένας απ’ αυτούς εις ολόκληρον δανειστής, σύμφωνα με το άρθρο 428 του γερμανικού Α.Κ., αρχόμενη η πρώτη καταβολή την 1.11.1987, και ορίζοντας, ρητά, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των δικαιούχων, εις ολόκληρον δανειστών, ολόκληρο το ποσό της σύνταξης θα καταβάλλεται στον άλλο δικαιούχο.
Προβλέφθηκε, με την παρ. 2 της αυτής ως άνω πράξης, αναπροσαρμογή του ποσού της σύνταξης, και με την παρ. 3 ορίστηκε ότι, για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης καταβολής της μηνιαίας σύνταξης, ο ενάγων χορήγησε πραγματική δουλεία υπέρ των προαναφερθέντων εις ολόκληρον δικαιούχων, στο 1/2 επί του ακινήτου που είναι μεταγεγραμμένο στον ...
και φύλλο ... του Ειρηνοδικείου ... - ... - κτιρίου με προαύλειο χώρο, με αριθμό τεμαχίου ... επί της οδού ..., εμβαδού 645 τ.μ. και ότι για την άρση της πραγματικής δουλείας αρκούσε η προσκόμιση ληξιαρχικής πράξης θανάτου αμφοτέρων των δικαιούχων, και με την παρ. 4 ορίστηκε ότι ο ενάγων υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση με βάση την ως άνω πράξη, για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του καταβολής της άνω σύνταξης υπέρ των δικαιούχων.
Την ίδια ημέρα, συντάχθηκε η με αριθμ. ....10.1987 συμβολαιογραφική πράξη διαδοχής του ιδίου ως άνω συμβ/φου - δικηγόρου, με συμβαλλόμενους τον Χ. Μ. και τον ενάγοντα, με την οποία συμφώνησαν μεταξύ τους ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους δύο συμβαλλόμενους ο άλλος (επιζών) εγκαθίστατο ως μοναδικός κληρονόμος σ’ όλη την περιουσία του κληρονομούμενου, ότι ο συμβαλλόμενος που θα επιζούσε περισσότερο από τον άλλο εγκαθιστούσε ως κληρονόμο του την Σ.
Μ. και σε περίπτωση θανάτου αυτής ο μακροβιότερος επιζών από τους δύο συμβαλλόμενους μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα την κληρονομιά του. Την επόμενη ημέρα, συντάχθηκε η με αριθμ. ....10.1987 συμβ/φική πράξη κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβ/φου - δικηγόρου, με συμβαλλόμενους τους Σ. Μ., Χ. Μ. και Σ. Μ., με την οποία ο Χ.
Μ. έλαβε από την Σ. Μ., ως κληροδότημα, έναν αγρό στο ... καλλιεργήσιμη έκταση 905 τ.μ., καταχωρημένο στο κτηματολόγιο του ιδίου ως άνω Ειρηνοδικείου, ... και φύλλο .... Η Σ. Μ., απεβίωσε στις 19.12.1987. Στη συνέχεια, με την αριθμ. ...4.1988 πράξη του ιδίου ως άνω συμβ/φου, ο Χ. Μ. μεταβίβασε το αγροτεμάχιο ... στον ενάγοντα, ενώ την ίδια ημέρα, ο Χ.
Μ., με τη με αριθμ. ...4.1988 πράξη του ιδίου ως άνω συμβ/φου, σε εκπλήρωση του συσταθέντος με τη με αριθμ. ...1987 κληροδοτήματος, προέβη σε δήλωση μεταβίβασης κυριότητας αγρού …, αγροτεμάχιου …, στον εαυτό του, και μεταγενέστερα με τη με αριθμ. ....5.1991 συμβολαιογραφική πράξη του συμβ/φου H. S., ο Χ. Μ. χορήγησε γενική πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα, για την οποιαδήποτε εκπροσώπηση αυτού, την κτήση κινητών και ακινήτων, την είσπραξη χρημάτων, την αναγνώριση ή προσβολή κληρονομικών διαθέσεων και την αντιδικία κληρονομιών, την παραγγελία, την καταγγελία και την εγκατάλειψη εμπραγμάτων δικαιωμάτων οποιοσδήποτε μορφής σε οικόπεδα ή άλλα αντικείμενα, την ενάσκηση εταιρικών δικαιωμάτων και λοιπών κατονομαζόμενων ενεργειών.
Με βάση το πληρεξούσιο αυτό, με τη με αριθμ. ...1999 συμβ/φική πράξη του συμβ/φου ... G. N., μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα ισόβια επικαρπία του 1/4 ακινήτου επί της οδού ..., ενώ με τη με αριθμ. ...1.2001 πράξη του συμβ/φου H. S. της πόλης ..., ο Χ. Μ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον ενάγοντα τον προαναφερθέντα αγρό … αγροτεμάχιο …, εμβαδού 905 τ.μ..
Το έτος 1991, ο Χ. Μ., γνώρισε, στην Ελλάδα, την εναγόμενη, Μ. Τ., αλβανίδα υπήκοο, με την οποία τέλεσε, στις 19.12.1992, νόμιμο γάμο, με τον θρησκευτικό τύπο, στην ..., όντας ο ίδιος σε ηλικία 57 ετών και η εναγόμενη 42 ετών. Έκτοτε διέμεναν ως ζευγάρι στην ..., ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο σε διαμέρισμα, επί της οδού ..., αλλά και στο ..., στην οικία της ως άνω πρώτης συζύγου, η οποία του είχε παραχωρήσει την επικαρπία της, με τη συναίνεση του ενάγοντος, αφού ο τελευταίος είχε δικαίωμα εναντίωσης, επειδή το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε από την κληρονομούμενη Σ.
Μ. με τον όρο της απεξάρτησής του από το αλκοόλ, γεγονός που δεν έλαβε χώρα. Παράλληλα, ο ενάγων, ενδιαφερόμενος για την αξιοπρεπή διαβίωση αρχικά των γονέων του και, μετά τον επισυμβάντα στις 19.12.1987 θάνατο της μητέρας του, του πατέρα του, σε εκτέλεση και της ανωτέρω με αριθμ. ...1987 πράξης, παρείχε σ’ αυτόν, μηνιαίως, και εφόρου ζωής, με τον τύπο της σύνταξης - διατροφής το ποσό των 2.500,00 γερμανικών μάρκων, και μετά- την αλλαγή του νομίσματος το ποσό των 1.278,23 ευρώ.
Σύμφωνα με την παραπάνω προφορική συμφωνία των μελών της οικογένειας Μ., τα χρήματα, ανεξάρτητα της προέλευσής του, αφού και τα προερχόμενα από μελλοντικές εισπράξεις μισθωμάτων εν ζωή της Σ. ή του Χ. Μ., ανεξάρτητα από τον τρόπο φορολόγησης, είχαν εκχωρηθεί, λόγω προφορικής δωρεάς, στον ενάγοντα, με πάγια εντολή εκταμιεύονταν από το με αριθμ. ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και του Χ. Μ. της γερμανικής τράπεζας ... και εμβάζονταν στο με αριθμ. ... λογαριασμό του Χ. Μ., της ίδιας τράπεζας, που από την 22.3.2001, μετά από αίτηση του Χ. Μ. και της συζύγου του, έγινε κοινός λογαριασμός αυτών, ενώ ο ενάγων αγνοούσε την μετατροπή αυτή. Οι σχέσεις του ενάγοντος με τον πατέρα του και την εναγόμενη ήταν καλές.
Κατά το χρόνο διαμονής στο ..., διέμεναν στην προαναφερθείσα κατοικία της πρώτης συζύγου του, ενώ στην ημεδαπή διέμεναν σε διαμέρισμα, ιδιοκτησίας του Χ. Μ., επί της οδού .... Οι οικονομικοί πόροι του Χ. Μ. προέρχονταν από τη μηνιαία σύνταξη - διατροφή και από τα μισθώματα των προαναφερθέντων πέντε διαμερισμάτων της ..., ενώ η συμβίωσή του με την εναγόμενη - σύζυγό του, η οποία μη εργαζόμενη, επιμελούνταν για τα οικιακά, ήταν αρμονική.
Η εναγόμενη φρόντιζε με στοργή και αγάπη τον σύζυγό της, δείχνοντας αμέριστη συμπαράστασή του, στα, οφειλόμενα στο χρόνιο αλκοολισμό του, σοβαρά προβλήματα υγείας, που επιτάθηκαν, περαιτέρω, την τελευταία πενταετία πριν από τον επελθόντα στις 7.11.2004, θάνατό του. Ο Χ. Μ. επιθυμώντας να εξασφαλίσει οικονομικά την εναγόμενη, σύζυγό του, η οποία δεν εργάζονταν, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, συνέταξε τη με αριθμ. .../23.9.1999 δημόσια διαθήκη της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε.
Γ. - Μ., κληθείσα στην κατοικία του επί της οδού ..., με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο του την εναγόμενη σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της περιουσίας του στην ημεδαπή, και, συγκεκριμένα, στα προαναφερθέντα πέντε (5) διαμερίσματα του 2ου τυπικού ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ... - ..., ενώ ως προς τον ενάγοντα - υιό του όρισε ότι έλαβε εν ζωή παροχές που υπερκαλύπτουν τη νόμιμη μοίρα.
Η σύνταξη της διαθήκης αυτής δεν γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος έλαβε γνώση για την ύπαρξή της μετά το θάνατο του πατέρα του. Ο ενάγων ενδιαφερόμενος για την καλή διαβίωση τους θερινούς μήνες του πατέρα του στην ..., με το από 12.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησε σ’ αυτόν τη χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, διαμερίσματος, μικτού εμβαδού 117 τ.μ., τρίτου ορόφου της οικοδομής, που βρίσκεται επί των οδών ..., ως προσβάσιμο σε ασθενείς και ηλικιωμένους, αφού η οικοδομή αυτή διέθετε ανελκυστήρα, ενώ ο ενάγων την κυριότητα του διαμερίσματος αυτού είχε αποκτήσει, λόγω αγοράς, από τον Ι.
Μ. του Φ., με το με αριθμ. .../24.10.2000 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Το Φθινόπωρο του έτους 2004, ο Χ. Μ. και η εναγόμενη - σύζυγός του ζούσαν στο ... και ο πρώτος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Χ. Μ. νοσηλεύτηκε στην Κλινική ... από 6.10.2004 έως τον θάνατό του, στις 7.11.2004, πάσχων από καρκίνωμα των βρόγχων με πολλαπλές μεταστάσεις στον εγκέφαλο, ημιπάρεση δεξιά με εστιακές επιληπτικές κρίσεις, εμφυσιματική βρογχίτιδα από χρόνια κατάχρηση νικοτίνης, βασική πνευμονία από CMV, αρτηριακή υπέρταση και χρόνια κατάχρηση αλκοόλ, ενώ από την 27.10.2004, με απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., ορίστηκε γι’ αυτόν δικαστικός συμπαραστάτης.
Μετά τον επισυμβάντα στις 7.11.2004 θάνατο του Χ. Μ. και κυρίως μετά τη δημοσίευση, στις 7.1.2005, με το με αριθμ. 9/7.1.2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, οι σχέσεις των διαδίκων διερράγησαν πλήρως, δημιουργήθηκαν μεγάλες αντιδικίες, στις οποίες οι συγγενείς του κληρονομούμενου τάχθηκαν με τον ενάγοντα, ενώ μερικές από τις αντιδικίες αναφέρονται παρακάτω.
Ο ενάγων, με τη με αριθμ. ...13.5.2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μ. Δ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την στην ημεδαπή πέραν της καταληφθείσας με την άνω δημόσια διαθήκη, ακίνητη περιουσία του κληρονομούμενου, με την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου:
α. επί του διαμερίσματος που είχε αποκτήσει ο κληρονομούμενος με το με αριθμ. ...13.4.1972 συμβόλαιο καθώς και β. επί του 1/4 του αγρού στους ..., το οποίο θεωρούσε ότι είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο με τη με αριθμ. .../21.1.1992 δήλωση αποδοχής της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. - Μ., ενώ η εναγόμενη με τη με αριθμ. .../29.7.2005 πράξη του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ι.
Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν ως άνω εκ διαθήκης κληρονομιά. Εν τω μεταξύ, η Σ. Μ., γερμανικής ιθαγένειας, κατέλειπε την από 2.6.1980 ιδιόγραφο διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε σύμφωνα με το γερμανικό νόμο, στις 19.4.2005, από το Ειρηνοδικείο της πόλης ..., με τα με αριθμ. ...1987 πρακτικά - απόφασης, και εκδόθηκε η αλλοδαπή από 27.6.2006 με αριθμ. ...
απόφαση του ιδίου ως άνω Ειρηνοδικείου, με την οποία ορίστηκε ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομούμενης περιέρχονταν στον ενάγοντα και ότι η καταπιστευματική κληρονομική διαδοχή επήλθε δια του θανάτου του κληρονόμου Χ. Μ. στις 7.11.2004. Η ισχύς του δεδικασμένου της ανωτέρω δικαστικής απόφασης στην ημεδαπή αναγνωρίστηκε με τη με αριθμ. 42487/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας.
Ο ενάγων γνωστοποίησε, στις 16.2.2006, στην εναγόμενη την ύπαρξη της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης. Επειδή ο ενάγων και ο Χ. Μ. αγνοούσαν την ύπαρξη της διαθήκης αυτής είχαν προβεί στην ανωτέρω με αριθμ. .../21.1.1992 συμβ/φική πράξη αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ την ύπαρξη αυτής αμφισβήτησε, αβάσιμα, η εναγόμενη με την ανωτέρω με αριθμ. .../19.1.2007 συμβ/φική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδεχόμενη ως κληρονομιά κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου το παραπάνω αγροτεμάχιο στους ..., το οποίο ο κληρονομούμενος Χ.
Μ. θεωρούσε από πλάνη ότι είχε κληρονομήσει από την Σ. Μ.. Με την αυτή πράξη, αποδέχθηκε εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου, την κληρονομιά επί του ως άνω διαμερίσματος επί της οδού .... Ενόψει της ανωτέρω αμφισβήτησης, με τη με αριθμ. 22689/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής του ήδη ενάγοντος κατά της ήδη εναγόμενης, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης του Χ.
Μ. στην παραπάνω με αριθμ. .../21.1.1992 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ενώ η εναγόμενη, εν γνώσει ότι ο δικαιοπάροχός της, Χ. Μ. δεν είχε αποκτήσει συγκυριότητα στο προαναφερθέν 6,25% ποσοστό, ως αποκτήσασα από μη συγκύριο μεταβίβασε αυτό, λόγω πώλησης, με το με αριθμ. .../30.12.2008 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Μ.
Δ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της. Ανοίχθηκαν σωρεία δικών μεταξύ των διαδίκων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο ήδη ενάγων άσκησε, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά της ήδη εναγόμενης αγωγή με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της με αριθμ. .../23.9.1999 δημόσιας διαθήκης, επικαλούμενος αντίθεσή της στη με αριθμ. ....10.1987 κληρονομική σύμβαση, άλλως λόγω αντίθεσή της στα χρηστά ήθη.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 32545/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση αυτής, ενώ, μετά από άσκηση σχετικής έφεσης της εναγόμενης, απορρίφθηκε και η επικουρική βάση αυτής ως μη νόμιμη, με τη με αριθμ. 382/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ακόμη, με τη με αριθμ. 20265/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με τη με αριθμ. 258/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη αγωγή του ήδη ενάγοντος κατά της ήδη εναγόμενης, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 38.625,00 ευρώ, ως αντιστοιχούν στην εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του, από καταθετικούς λογαριασμούς φερόμενους ως ανήκοντες μόνο στον κληρονομούμενο και αναληφθέντα, κατά τη διάρκεια νοσηλείας του, στις 7.10.2004, 11.10.2004 και 12.10.2004, από την εναγόμενη με φερόμενη χρήση πλαστής εξουσιοδότησης, διότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για τους τραπεζικούς λογαριασμούς ...
και ..., οι οποίοι μετά από αίτηση του δικαιούχου Χ. Μ. και της εναγόμενης, μετατράπηκαν, στις 23.2.1998 και 22.3.2001 σε κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς αυτών. Επίσης, επί σχετικής αντιδικίας, εκδόθηκε η με αριθμ. 32850/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε ο ήδη ενάγων ως εναγόμενος και ο θείος αυτού Δ.
Μ., να αποδώσουν στην τότε ενάγουσα και ήδη εναγόμενη τα αναφερόμενα κινητά της οικοσκευής αυτής που αφαίρεσαν από την στην ημεδαπή συζυγική κατοικίας της, άλλως να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 13.380,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία της οικοσκευής. Στα πλαίσια αντιδικιών των διαδίκων εντάσσεται και η παρούσα δίκη, με την οποία ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο δικαιοπάροχος της εναγόμενης, Χ.
Μ. είχε καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το ποσό των 260.758,85 ευρώ, το οποίο ο ενάγων κατέβαλε το διάστημα από 1.11.1987 έως την 1.11.2004, ως σύνταξη - διατροφή, φερόμενο ως συμφωνηθέν αντάλλαγμα της εγκατάστασής του, με τη με αριθμ. ....10.1987 κληρονομική σύμβαση του Χ. Μ., ως μόνου κληρονόμου σ’ όλη την ακίνητη περιουσία του, που ματαίωσε ο κληρονομούμενος - πατέρας του με την εγκατάσταση της εναγόμενης με τη με αριθμ. .../1999 δημόσια διαθήκη στα προαναφερθέντα πέντε διαμερίσματα.
Η κληρονομιά του Χ. Μ., διέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Α.Κ., από το δίκαιο της ιθαγένειάς του, ήτοι το ελληνικό δίκαιο, ενώ κατά το γερμανικό δίκαιο, κάθε άτομο με αλλοδαπή ιθαγένεια μπορεί να επιλέξει το γερμανικό δίκαιο ως το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά την ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στη Γερμανία, με επακόλουθο τη "διάσπαση της κληρονομικής διαδοχής" της ευρισκόμενης στη Γερμανία ακίνητης περιουσίας του ...
Η με αριθμ. ....10.1987 κληρονομική σύμβαση του Χ. Μ., με την οποία ορίστηκε, εμφανώς, απ’ αυτόν η εγκατάσταση του ενάγοντος ως μοναδικού κληρονόμου αυτού, έχουσα ως αντικείμενο όλη την κληρονομιαία περιουσία του, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο, ως δίκαιο της ιθαγένειάς του, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 368 Α.Κ., λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και, συνεπώς, πρόκειται για παροχή από ανήθικη αιτία.
Η σύνταξη της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης δεν μπορεί να θεμελιώσει αντίθεση στα ορισθέντα από τον κληρονομούμενο με τη με αριθμ. ....10.1987 άκυρη κληρονομική σύμβαση, όπως κρίθηκε, αμετάκλητα, και με τη με αριθμ. 32545/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί σχετικής αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγόμενης.
Αλλά και η σχετική αξίωση του ενάγοντος για ακύρωση της αυτής δημόσιας διαθήκης, λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, με επίκληση από τον ενάγοντα, με σχετική αγωγή, ότι ο διαθέτης με την προαναφερθείσα σύμβαση κληρονομικής διαδοχής, που κατάρτισε με τον ενάγοντα, ανέλαβε την υποχρέωση να εγκαταστήσει τον τελευταίο κληρονόμο του σ’ όλη την κληρονομιά του ως αντάλλαγμα για την παροχή εκ μέρους αυτού (ήδη ενάγοντος) προς τον κληρονομούμενο και την πρώτη σύζυγό του, εφόρου ζωής μηνιαία διατροφή σε χρήμα ύψους 2.500,00 γερμανικών μάρκων, καταβληθείσα από την 1.11.1987 μέχρι τον επισυμβάντα στις 7.11.2004 θάνατο του κληρονομούμενου, ενόψει του ότι η κληρονομική αυτή σύμβαση αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ούτε εκ του γεγονότος ότι ο ήδη ενάγων κατά μήνα Δεκέμβριο 2000 παραχώρησε στον κληρονομούμενο - πατέρα του, με σύμβαση χρησιδανείου την αποκλειστική χρήση ενός διαμερίσματος στην παραλία ..., δεν είναι νόμιμη, όπως κρίθηκε αμετάκλητα, με τη με αριθμ. 382/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί σχετικής αγωγικής βάσης του ήδη ενάγοντος κατά της ήδη εναγόμενης.
Όμως, τόσο ο ενάγων όσο και ο κληρονομούμενος δεν είχαν συνείδηση της ανηθικότητας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της κληρονομικής σύμβασης, δεν είχαν δηλ. συνείδηση του ότι κατά το ημεδαπό δίκαιο η κληρονομική σύμβαση είναι απαγορευμένη, ούτε γνώριζαν την ακυρότητα της κληρονομικής σύμβασης, την οποία δεν θα κατάρτιζαν αν γνώριζαν ότι είναι άκυρη, κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του κληρονομούμενου.
Ανεξάρτητα όμως από την ακυρότητα της κληρονομικής σύμβασης, την έλλειψη συνείδησης των συμβληθέντων για την ακυρότητα αυτής, την άγνοιά τους ότι ήταν άκυρη κατά το ελληνικό δίκαιο, από το είδος της σύμβασης που θα κατάρτιζαν, αν γνώριζαν την ακυρότητά της κατά το ελληνικό δίκαιο, το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης, η ένδικη παροχή της μηνιαίας σύνταξης, που αποτελούσε κατ’ ουσίαν διατροφή του ανιόντος Χ.
Μ. από τον κατιόντα αυτού ενάγοντα δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, κατά την κατάρτισή της, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, με τη με αριθμ. ....10.1987 κληρονομική σύμβαση του Χ. Μ.. Η ανωτέρω αυτοτέλεια της με αριθμ. ....10.1987 πράξης παροχής σύνταξης προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα από αυτό το κείμενό της, στο οποίο προβλέφθηκε η εξασφάλιση ενός εκάστου γονέως σύνταξης - διατροφής κατ’ ουσίαν, για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους, οριζόμενοι καθένας απ’ αυτούς εις ολόκληρον δανειστής, και για τον εναπομένοντα εν ζωή γονέα, με πρόβλεψη αναπροσαρμογής της, με την εξασφάλιση εκπλήρωσής της, με πραγματική δουλεία υπέρ των προαναφερθέντων εις ολόκληρον δικαιούχων, στο 1/2 επί του ακινήτου που είναι μεταγεγραμμένο στον ...
και φύλλο ... του Ειρηνοδικείου ... - ... - κτιρίου με προαύλειο χώρο, με αριθμό τεμαχίου ... επί της οδού ..., εμβαδού 645 τ.μ., ακόμη και με την κήρυξη του συμβ/φικού εγγράφου ως εκτελεστού τίτλου. Η κατάρτιση της σύμβασης για την διατροφή ανιόντος από τον κατιόντα είναι επιτρεπτή, και κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο ως δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας του ενάγοντος και του Χ.
Μ., κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 Α.Κ., διέπει τις σχέσεις γονέων και τέκνου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διατροφή του ανιόντος από τον κατιόντα, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι έγινε στα πλαίσια της ελευθερίας συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), με την εκδοχή ότι ο δικαιούχος ανιών ήταν εύπορος, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι πρόκειται για διατροφή από το νόμο, προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ.
Α.Κ., ακόμη και με την εκδοχή της ολικής απορίας του, ανεξαρτήτως αν αυτή οφείλονταν σε επιβάρυνσή του με ενοχικές ή εκποιητικές δικαιοπραξίες, επί ακινήτων ή προσόδων αυτών, δεδομένου ότι δεν χώρησε παραίτηση από μελλοντικό δικαίωμα του Χ. Μ. για διατροφή του ούτε ως προς το ύψος αυτής, το οποίο ήταν εύλογο και ανταποκρίνονταν σ’ αυτό που θα ορίζονταν από το δικαστήριο.
Την υποχρέωση αυτή ανέλαβε, όπως προκύπτει απ’ αυτό το κείμενο της σύμβασης, που προβλέπει και αναπροσαρμογή, προκειμένου ο ενάγων να διασφαλίσει στους γονείς του ένα καλό επίπεδο ζωής και πράγματι εξασφάλισε καταβάλλοντας μηναία διατροφή, από 2.500,00 γερμ. μάρκα, το χρονικό διάστημα από 1.1.1987 προς τους γονείς του, και μετά τον επισυμβάντα, στις 19.12.1987, θάνατο της μητέρας του στον πατέρα του, και μετά την εισαγωγή του ευρώ το ποσό των 1.278,23 ευρώ, μηνιαίως, μέχρι τον επισυμβάντα στις 7.11.2004 θάνατο του πατέρα του.
Περαιτέρω, ο ενάγων για να διευκολύνει ευχερή πρόσβαση για τον έχοντα προβλήματα υγείας πατέρα του στην κατοικία του, χρησιδάνεισε στον κληρονομούμενο πατέρα του τη χρήση του ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, αφού η οικοδομή, όπου διέμενε, κατά την παραμονή του στην ημεδαπή, δεν είχε ανελκυστήρα. Ανεξάρτητα του ότι τόσο ο ενάγων όσο και κληρονομούμενος δεν γνώριζαν ούτε είχαν συνείδηση ότι η προαναφερθείσα κληρονομική σύμβαση απαγορεύεται από το ημεδαπό δίκαιο, ούτε κατά το χρόνο κατάρτισής της ούτε μεταγενέστερα, η καταβολή της ένδικης παροχής σύνταξης - διατροφής από τον ενάγοντα, το χρονικό διάστημα από 1.11.1987 έως 7.11.2004, δεν δόθηκε ως αντάλλαγμα εγκατάστασης του ενάγοντος ως κληρονόμου στην όλη κληρονομιαία περιουσία του ανιόντος πατέρα του.
Αλλά ούτε και η από 12.2000 παραχώρηση από τον ενάγοντα κατοικίας στην ..., στον πατέρα του, ούτε η συναίνεση του ενάγοντος για τη χρήση της κατοικίας στο ..., ενισχύουν ότι η ένδικη παροχή συνδέθηκε με την εγκατάσταση του ενάγοντος ως κληρονόμου του. Όλες οι παροχές του ενάγοντος προς τους γονείς του και μεταγενέστερα προς τον πατέρα του, Χ.
Μ., δικαιοπάροχο της εναγόμενης, δεν υπερέβαιναν ούτε τα όρια της ηθικής υποχρέωσής του, αλλά έγιναν στα πλαίσια της σχέσης τέκνου - γονέως, δεν υπερκερούσαν το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, ως μόνου τέκνου αυτού, με το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών και έχοντος και ίδια έσοδα, προς παροχή σύνταξης - διατροφής αρχικά προς τους γονείς του, και από 19-12-1987 ιδιαίτερα, προς τον πατέρα του, ενώ ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε διακινδύνευση ίδιων αγαθών του.
Επομένως, ο ενάγων κατέβαλε το ένδικο ποσό στον Χ. Μ. για νόμιμη, βάσιμη και αυτοτελή αιτία, όπως αναλύεται παραπάνω, μη καθιστάμενος ο τελευταίος αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, όπως αβάσιμα φέρεται με την κρινόμενη αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με βάση τα δεδομένα αυτά πρέπει η αγωγή να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το αιτηθέν ποσό, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ ούτε εκείνη του άρθρου 904 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι η συναφθείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πατέρα του Χ. Μ. με αριθμό ...1987 σύμβαση περί καταβολής στον τελευταίο διατροφής, δεν συνδέονταν με την συναφθείσα μεταξύ των ιδίων με αριθμό ...1987 κληρονομική σύμβαση, η οποία άλλωστε σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, το εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση ως το δίκαιο της ιθαγενείας του πατέρα του αναιρεσείοντος Χ.
Μ. (άρθρο 28 ΑΚ), είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, ορθά έκρινε, ότι τα καταβληθέντα λόγω διατροφής από τον αναιρεσείοντα στον Χ. Μ. ποσά, δεν μπορούν να αναζητηθούν από τον πρώτο με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω μη εκπλήρωσης από τον δεύτερο της δέσμευσης, που ρητώς είχε αναλάβει με την καταρτισθείσα κληρονομική σύμβαση όπως εγκαταστήσει τον αναιρεσείοντα, υιό του, ως γενικό κληρονόμο του.
Και αυτό διότι, η εγκατάσταση του αναιρεσείοντος στην κληρονομιά του πατέρα του, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν αποτελούσε το αντάλλαγμα για την καταβολή διατροφής στον τελευταίο, η δε παροχή διατροφής υπέρ ανιόντος αποτελεί νόμιμη αιτία, σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, που εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, ως το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας του αναιρεσείοντος και του πατέρα του, που διέπει τις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρο 18 ΑΚ).
Στο ότι οι ως άνω χρηματικές παροχές του αναιρεσείοντος προς τον πατέρα του αποτελούσαν καταβολή διατροφής και όχι σύνταξη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο κατέληξε μετά από προσφυγή στους νομίμους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μολονότι δεν αναφέρθηκε ρητώς σ’ αυτούς, διαλαμβάνοντας αναλυτικές σκέψεις και επιχειρήματα ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για διατροφή και όχι για σύνταξη.
Ως εκ τούτου, τα καταβληθέντα από τον αναιρεσείοντα στον πατέρα του ποσά, δόθηκαν για νόμιμη αιτία (διατροφή υπέρ ανιόντος), κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, η οποία (συμφωνία), όπως προεκτέθηκε, είναι επιτρεπτή κατά το Ελληνικό δίκαιο, το εφαρμοζόμενο στην υπό κρίση περίπτωση, ως το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας του αναιρεσείοντος και του πατέρα του (άρθρο 18 ΑΚ), και έγινε στα πλαίσια της σύναψης της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ).
Η συμφωνία δε αυτή είναι και έγκυρη, κατά το εφαρμοζόμενο Ελληνικό δίκαιο, εφόσον: α) τα καταβληθέντα λόγω διατροφής στον Χ. Μ. χρηματικά ποσά, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δόθηκαν για την εξασφάλιση μίας καλής και άνετης διαβίωσης του τελευταίου, χωρίς να υπάρχει παραίτηση αυτού από το δικαίωμά του για διατροφή στο μέλλον, β) η συμφωνηθείσα διατροφή δεν υπολείπονταν της οφειλόμενης κατά το νόμο ούτε υπερέβαινε τα όρια της ηθικής υποχρέωσης που ο αναιρεσείων είχε ως τέκνο προς τον γονέα του και γ) δόθηκε χωρίς να υπάρξει διακινδύνευση της διατροφής του αναιρεσείοντος.
Εξ άλλου, προϋπόθεση για την κατάρτιση της συμφωνίας περί διατροφής δεν αποτελεί η απορία του δικαιούχου της διατροφής, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008) ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 321/2009).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του , ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, με το να δεχθεί ότι τα καταβληθέντα από αυτόν προς τον πατέρα του Χ. Μ. χρηματικά ποσά αφορούσαν παροχή διατροφής και όχι σύνταξης, καταλήγοντας έτσι στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι οι εν λόγω παροχές έγιναν για νόμιμη αιτία και ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητος σε βάρος του αναιρεσείοντος) πλουτισμός.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων διελάμβανε στην αγωγή του, όπως προκύπτει από παραδεκτή επισκόπηση αυτής, ότι οι προς τον πατέρα του χρηματικές παροχές έγιναν κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους και για την οικονομική στήριξη αυτού χωρίς την οποία θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη η διαβίωσή του.
Το ότι στην αγωγή του οι παροχές αυτές αναφέρονται ως σύνταξη, ενώ το Εφετείο και με βάση τα επικαλούμενα και αποδειχθέντα περιστατικά χαρακτηρίζει αυτές, ως διατροφή, δεν σημαίνει ότι δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2013).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αρ. ...1987 συμβολαιογραφικής πράξης περί παροχής στον πατέρα του σύνταξης, με το να δεχθεί ότι με το έγγραφο αυτό ανέλαβε την υποχρέωση περί παροχής σ’ αυτόν διατροφής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό, και συνεπώς το προβαλλόμενο με την αναίρεση παράπονο αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση του Σ. Μ. του Χ., για αναίρεση της 1156/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ