2125/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2015 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2125/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ), μη καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.
Full text
Απόφαση 2125 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2125/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπούρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2015 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Γίνεται δεκτό ότι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσα είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιάς απ'αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 25/1994, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 320/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό την έννοια της μη προσφυγής σ'αυτούς παρά τη διαπιστωθείσα ασάφεια της από τον ίδιο, προς απόδειξη της υποβληθείσας (απ' αυτόν) ενστάσεως εξοφλήσεως μετ' επικλήσεως προσκομισθείσας, από 30-1-2006, εγγράφου δηλώσεως του (αναιρεσείοντος) με αποτέλεσμα, εξαιτίας της κατά τα άνω παραλείψεως (προσφυγής) να προβεί (η προσβαλλομένη απόφαση) στην απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, στην οποία, σε περίπτωση προσφυγής δεν θα προέβαινε, κάνοντάς την δεκτή ως βάσιμη ουσιαστικά.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι, η προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως κρίθηκε απορριπτέα "αφενός γιατί (ο ενιστάμενος αναιρεσείων) δεν επιμερίζει το ποσό που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε προς εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων σε σχέση με τα ποσά που τμηματικά κατέβαλε προς εξόφληση προμηθευτών οικοδομικών υλικών (προφανώς, δηλαδή, λόγω της μη αναφερομένης πλην όμως της σαφώς γενομένης δεκτής αοριστίας του προβληθέντος ισχυρισμού εξοφλήσεως)" αιτιολογία (παραδοχή) η οποία δεν προσβάλλεται με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και αφετέρου "διότι ο ίδιος με την από 30-1-2006 έγγραφη δήλωσή του αναγνωρίζει, έναντι του αποδεχόμενου ενάγοντος, την ύπαρξη οφειλής του, προερχόμενη από τη σύμβαση, προς εξασφάλιση της οποίας συναίνεσε σε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητό του, για το ποσό των 15.000.000 δραχμών, ανεξαρτήτως εάν σ'αυτήν αναγράφεται περί οφειλής οιουδήποτε ποσού ήθελε προκύψει μετά την οριστική εκκαθάριση των εκκρεμών μεταξύ τους λογαριασμών", αφού, σε κάθε περίπτωση, μ' αυτήν συνομολογείται η ύπαρξη (σε ανύποπτο χρόνο) της οφειλής του παραδοχή η οποία προσβάλλεται με την προβαλλομένη αιτίαση, πλην όμως αλυσιτελώς, εφόσον το απορριπτικό της ενστάσεως (διατακτικό) σκεπτικό στηρίζει επαρκώς η μη προσβαλλομένη ως άνω αιτιολογία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προ κύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και απ'αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ολ.ΑΠ 23/2008). Δεν απαιτείται δηλαδή η αναφορά της ημεροχρονολογίας του κάθε εγγράφου ή του τυχόν υπάρχοντος αριθμού πρωτοκόλλου ή άλλου μερικότερου στοιχείου εξειδικεύσεώς του εφόσον από τις ελλείψεις αυτές δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος εγγράφου (ΑΠ 2182/2007, ΑΠ 29/2000).
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 59 αρ. 11 β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και ειδικότερα αφενός την διαλαμβανόμενη στα υπ'αριθμ. 131/2009 πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης ανωμοτί εξέταση του αναιρεσιβλήτου, παρόλο που ο τελευταίος δεν είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στη δευτεροβάθμια δίκη τα εν λόγω πρακτικά και αφετέρου τρεις χειρόγραφες αποδείξεις φέρουσες τις υπογραφές αμφοτέρων των διαδίκων "παρόλο που δεν είχε γίνει ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών δια του προσδιορισμού του τόπου, ημερομηνία εκδόσεως και του ποσού της κάθε αποδείξεως".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς μεν το πρώτο σκέλος του καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των από 16-11-14 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ιδίως από τη διαλαμβανόμενη σ'αυτές αναφορά "προσάγω μετ'επικλήσεως 1...2 επίσημο αντίγραφο των με αριθμ. 131/2009 πρακτικών συνεδριάσεως του Μον.
Πρωτ. Καλαμάτας", προκύπτει η νομότυπη προσκομιδή και επίκληση των αναφερομένων στην προβαλλομένη αιτίαση πρακτικών, τα οποία, συνακολούθως, ορθώς ελήφθησαν υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση, μη απαιτουμένης επί πλέον της επικλήσεως αυτών (πρακτικών) και εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, κατά δε το δεύτερος σκέλος του ενόψει του ότι οι επικαλούμενες ελλείψεις προσδιορισμού της ημεροχρονολογίας εκδόσεως, τόπου εκδόσεως και ποσού των προσκομισθεισών χειρόγραφων αποδείξεων δεν καθιστούν μη νόμιμη την προσκομιδή τους υπό την έννοια της ανυπαρξίας "ειδικής και σαφούς" επικλήσεως εκ μέρους του προσκομίσαντος αυτές αναιρεσιβλήτου, εφόσον από τις ελλείψεις αυτές δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι δημιουργήθηκε αμφιβολία περί την ταυτότητα των προσκομισθεισών ως άνω αποδείξεων, ως προς την οποία (ταυτότητα) ουδεμία προβλήθηκε ή προβάλλεται στην παρούσα δίκη αιτίαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά α που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αμφίβολο, (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ.559 περ. 11 γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τις, προς απόδειξη της προβληθείσας απ'αυτόν (αναιρεσείοντα) ενστάσεως εξοφλήσεως μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθείσες "τρείς επιταγές, εκδόσεως (του) σε διαταγή του αντιδίκου, ήτοι τις υπ'αριθμ. ...-5 ποσού 200.000 δρχ., ...-7 ποσού 1.370.000 δρχ. και την ...-2 ποσού 1.780.000 δρχ. με ημερομηνίες εκδόσεως 15-10-96, 15-12-96 και 30-10-97".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τις παραπάνω επιταγές, με τη ρητή αναφορά ότι "ο εναγόμενος (αναιρεσείων) προσκομίζει προς επίρρωση του ισχυρισμού περί εξοφλήσεως σχετικά τιμολόγια αγοράς καθώς και κατάλογο με σώματα εξοφλημένων επιταγών, εκδόσεως αυτού, σε διαταγή του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), ετών 1996 και 1997 συνολικού ποσού 17.772.000 δρχ", από την οποία σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) οι εν λόγω επιταγές έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ), μη καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 25-11-16 και με αριθμ. κατά. 32/2016] αίτηση αναιρέσεως της 46/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ