Greece Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of compensation claim in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Athens Court of First Instance's decision in an expropriation compensation case. The plaintiffs sought recognition as entitled to compensation for their property, which the lower court had dismissed. The court held that the primary issue in the subsequent regular proceedings was ownership, not compensation, making the lower court's procedural dismissal legally flawed. Consequently, the case was remitted for retrial with a new judge to address the ownership claim properly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 26(2) of Law 2882/2001 and Article 8(1) of Law 1539/1938; When a court declines jurisdiction in expropriation proceedings and the case proceeds under regular civil procedure, the core subject matter is ownership rather than compensation entitlement, thereby requiring prior registration of the claim and adherence to specific pre-litigation formalities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2125 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2125/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 4) Δ. Κ. του Α., κατοίκου .... Οι 1ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δάτσιο, που δεν κατέθεσε προτάσεις για τους 3ο και 4ο, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4727/2008 μη οριστική και 2589/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 804/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 3-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 804/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11-10-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 804/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-11-2011 (αριθμ. κατ. 7834/2011) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 2589/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί κατ' ουσίαν την από 21-3-2005 (αριθμ.
κατ. 5605/2005) αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτοί ζήτησαν, κατά τη τακτική διαδικασία, μετά την αποχή του δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία της αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 2882/2001 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" να εκδώσει απόφαση επί της ασκηθείσας από 21-3-2002 (αρ.
καταθ. 45608/2002) αιτήσεώς τους για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου συγκυριότητάς τους, για το λόγο ότι πιθανολογήθηκε ότι η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, ισομερώς και εξ αδιαιρέτου οι λοιποί τρεις, του περιγραφομένου σ' αυτή απαλλοτριωθέντος ακινήτου και δικαιούχοι, κατά τα ίδια ποσοστά, της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στην ιδιοκτησία αυτή και τα επικείμενα αυτής, η οποία καθορίσθηκε προσωρινά με την αριθ. 1.648/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αναίρεση η οποία ασκήθηκε κατά αποβιώσαντος εν γνώσει του θανάτου του, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 1015/2014, ΑΠ 735/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο φερόμενος ως δεύτερος αναιρεσίβλητος Γ. Κ., κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (14-10-2013) δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, γιατί είχε ήδη αποβιώσει στις 22-10-2009 και το αναιρεσείον ήταν εν γνώσει του θανάτου του, αφού ο θάνατός του είχε ήδη γνωστοποιηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 21-3-2005 (αριθμ.
κατ. 5605/2005) αγωγής, με παρόν το αναιρεσείον (τότε εναγόμενο), και συνεχίστηκε από τους τρίτο και τέταρτο ενάγοντες, ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ήδη τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους, αδελφούς του, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο της εκκληθείσας με την προαναφερόμενη από 9-11-2011 (αρ.
κατ. 7834/2011) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου υπ' αριθμ. 2589/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς τον ως άνω αναιρεσίβλητο λόγω της ακυρότητας του δικογράφου της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/ 1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία, και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 1128/2012, ΑΠ 320/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ αγωγές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μεικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η μη εγγραφή στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων της αγωγής που πρέπει να εγγραφεί σ' αυτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 491/2009, ΑΠ 27/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 § 11 του ν. 2882/ 2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης:
α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β)..., γ)... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 § 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 § 1 εδ.
τελ. του ν. 1539/ 1938 (ΑΠ 1054/2013). Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω κύριου αντικειμένου της διεξαγόμενης κατά την τακτική διαδικασία δίκης, μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, για το παραδεκτό της άνω αγωγής, η οποία έχει το χαρακτήρα εμπράγματης αγωγής περί ακινήτου, απαιτείται και η κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγραφή αυτής στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων, άλλως είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η προαναφερόμενη ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ασκήθηκε παραδεκτώς και με την παραδοχή αυτή απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ομοίως, αν και έπρεπε κατά παραδοχή της εφέσεώς του ως προς τους σχετικούς λόγους της, με τους οποίους επανέφερε τους πρωτοδίκως προβληθέντες, νομίμως, σχετικούς ισχυρισμούς του να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση και να απορρίψει την κατ' αυτού ασκηθείσα αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 8 § 1 του ν. 1539/1938, κατά τον πρώτο λόγο αναίρεσης και λόγω μη εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ενόψει του ότι το αληθές αντικείμενο που τέθηκε στη διαγνωστική δίκη ενώπιον του δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία δικαστηρίου, με την ασκηθείσα από τους αναιρεσίβλητους ένδικη αγωγή, μετά την αποχή του δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία της αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων αποζημίωσης, για τον παραπάνω λόγο, είναι η επικαλούμενη συγκυριότητα των εναγόντων στο απαλλοτριούμενο ακίνητο έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία της αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 2882/2001 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" την από 21.3.2002 (αρ.
καταθ. 46508/2002) αίτησή τους, στρεφόμενη κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και άλλων φυσικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαστικώς δικαιούχοι της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε προσωρινώς με την υπ' αριθμόν 1648/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και αυτής που θα καθοριστεί οριστικά από το Εφετείο Αθηνών και αφορά ακίνητο που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Γλυκών Νερών και Παλλήνης Αττικής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατά την ως άνω διαδικασία, εξέδωσε επί της ανωτέρω αιτήσεως την υπ' αριθμ. 2409/2002 απόφασή του, με την οποία απείχε από την αναγνώριση των αιτούντων ως δικαιούχων της καθορισθείσας προσωρινώς αποζημιώσεως, καθώς και της καθορισθησόμενης οριστικά από το Εφετείο, διότι πιθανολογήθηκε η ύπαρξη δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης ιδιοκτησίας.
Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, την από 21-3-2005 (αριθμ. καταθ. 101855/5605/2005) αγωγή τους, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησαν: "Να αναγνωρισθούμε συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, ισομερώς και εξ αδιαιρέτου οι λοιποί τρεις, του προπεριγραφομένου επιδίκου και απαλλοτριωθέντος ακινήτου μας υπ' αύξοντα αριθμό 99 και δικαιούχοι της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στην ιδιοκτησία αυτή και τα επικείμενα αυτής, κατά ποσοστό: 1/5 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εξ ημών και κατά ποσοστό επίσης 1/5 εξ αδιαιρέτου, ισομερώς και εξ αδιαιρέτου οι λοιποί τρεις εξ ημών, η οποία καθορίσθηκε προσωρινά με την αριθ. 1.648/2001 απόφαση του Δικαστηρίου Σας".
Επί της άνω αγωγής των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αρχικά η υπ' αριθμόν 4727/2008 απόφαση, με την οποία το δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι "για το παραδεκτό της αγωγής δεν απαιτείται η εγγραφή της στα βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου κατ' άρθρο 220 και 1 ΚΠολΔ, διότι δεν έχει εμπράγματο χαρακτήρα, αφού κύριο αντικείμενο της δίκης που εισάγεται με αυτήν είναι η αναγνώριση των εναγόντων ως δικαιούχων της για το ρυμοτομηθεν ακίνητο καθορισθείσας αποζημιώσεως και όχι η αναγνώριση της κυριότητάς τους επ' αυτού, την οποία το παρόν δικαστήριο θα εξετάσει ως παρεμπίπτον ζήτημα" και ότι "Επίσης δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με την διάταξη του άρθρου 24 του ν. 2732/1999, για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και συγκεκριμένα, διότι με την ένδικη αγωγή δεν επιδιώκεται η αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματος έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αλλά του δικαιώματος αποζημίωσης για τη ρυμοτόμηση του επίδικου" έκρινε αυτή ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045, 1051, 1113, 1193, 1199, 1710, 1813, 1846, 1884 ΑΚ, 70, 176 ΚπολΔ, 26 και 11 Ν. 2882/2001, καθώς και στις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου κατά το τμήμα της ιστορικής βάσης αυτής, το οποίο αφορά στο χρονικό διάστημα μέχρι την θέση σε ισχύ του ΑΚ και διέταξε:
α) την επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής σε μεταγενέστερη όμοια, και β) τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, επί των περιλαμβανομένων στο διατακτικό της άνω αποφάσεώς του αποδεικτέων θεμάτων, ενώ παράλληλα, με την ίδια απόφαση διορίστηκε και ο πραγματογνώμονας. Ακολούθως δε, και μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και την επανάληψη της συζητήσεως ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2589/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκτιμώντας ότι στο δικόγραφο της αγωγής σωρεύονται δύο αγωγές και δη αγωγή αναγνωρίσεως των εναγόντων ως δικαιούχων της καθορισθείσας για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους αποζημιώσεως, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς και αγωγή αναγνωριστική της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, η οποία ωστόσο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ., και όχι μόνο αγωγή αναγνωρίσεως των εναγόντων ως δικαιούχων της αποζημιώσεως, όπως δέχτηκε ότι εσφαλμένως υπέλαβε η προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 4727/2008 απόφασή του, ανακάλεσε ως προς το σημείο αυτό, και δη κατά το μέρος που έκρινε παραδεκτή και την τελευταία αυτή σωρευόμενη αγωγή (αναγνωριστική της κυριότητας), και ακολούθως, αφού ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν κατά το μέρος που κρίθηκε απ' αυτή ότι ασκήθηκε παραδεκτώς, δέχτηκε κατ' ουσίαν αυτή και αναγνώρισε τους ενάγοντες συνδικαιούχους, τον πρώτο κατά ποσοστό 1/5 και τους λοιπούς από κοινού κατά 1/5 της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 1648/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ακίνητο της ιδιοκτησίας τους, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά δυνάμει της υπ'αριθμ.
Δ 12/0/35348/ 29-09-2000 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 9-11-2011 (με αριθμό καταθ. 7834/2011) έφεσή του, με τους δύο πρώτους λόγους της οποίας προέβαλε ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε αυτή στο σύνολό της ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως από τους ενάγοντες της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/ 1938, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, πριν από την άσκησή της και λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ.
Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 804/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του παραδεκτού της ασκήσεως της ένδικης αγωγής που, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα αφορά δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης λόγω προβολής δικαιωμάτων κυριότητας στο απαλλοτριωμένο ακίνητο από το Ελληνικό Δημόσιο και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες με την από 21-3-2005 (υπ' αριθμ.
καταθ. δικ. 101 855/5605/2005) αγωγή τους εκθέτουν ότι κηρύχθηκε απαλλοτριωτέα, λόγω ρυμοτομίας, η εδαφική έκταση, που περιγράφεται σ' αυτή, 284 τ.μ., της οποίας είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εξ αυτών και κατά ποσοστό 1/5 από κοινού έκαστος των λοιπών, με παράγωγο τρόπο, άλλως με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας.
Ζητούν δε, να αναγνωρισθούν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου, κατά το ιδανικό μερίδιο εκάστου εξ αυτών και να αναγνωριστούν δικαιούχοι, της δυνάμει της υπ' αριθμ. 1648/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορισθείσας αποζημίωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι σε προηγούμενη αίτησή τους να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της εν λόγω αποζημίωσης με τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2409/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό απείχε να τους αναγνωρίσει δικαιούχους της αποζημίωσης αυτής, λόγω του ότι, κατά την εκδίκασή της, το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την κρινόμενη αγωγή και αναγνώρισε τους εφεσίβλητους - ενάγοντες συνδικαιούχους, τον πρώτο κατά ποσοστό 1/5 και τους λοιπούς από κοινού 1/5 της αποζημίωσης, που καθορίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθμ. 1648/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για ακίνητο της ιδιοκτησίας τους, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, έκτασης 243,33 τ.μ.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη έφεσή του, για τους λόγους, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφό του και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της.
Το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και απέρριψε την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, ως απαράδεκτη, επειδή δεν είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, προχώρησε στην ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε συνδικαιούχους της καθορισθείσας με την υπ' αριθμ. 1648/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποζημίωσης, ενώ έπρεπε να απορρίψει την κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της, ως απαράδεκτη, επειδή δεν δύναται να διακρίνει στο δικόγραφό της τις δύο σωρευόμενες αγωγές, δεδομένου ότι σε κάθε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και αναγνώρισης δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, απαιτείται η διάγνωση ύπαρξης του ιδίου εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας.
Όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, όσον αφορά την αναγνώριση δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, δεδομένου ότι η αγωγή αυτή ασκήθηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2409/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων και απείχε να αναγνωρίσει τους τότε αιτούντες και νυν ενάγοντες δικαιούχους της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, επειδή προέβαλε δικαιώματα ιδιοκτησίας το Ελληνικό Δημόσιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία και γι' αυτό ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, δεν απαιτείται, δε, για την αναγνώριση δικαιούχων αποζημίωσης από απαλλοτρίωση η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, δεδομένου ότι αυτή ασκήθηκε στα πλαίσια της αρξαμένης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων και μετά την παραπομπή αυτής στην τακτική διαδικασία και η εξέταση της συγκυριότητας των εφεσιβλήτων - εναγόντων, λαμβάνει χώρα, ως παρεμπίπτον ζήτημα, προκειμένου να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ως άνω αποζημίωσης και δεν απαιτείται για το τμήμα αυτό της ένδικης αγωγής η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων.
Επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης και δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, ως προς το αίτημα της αναγνώρισης των εναγόντων, ως δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση και δεν έσφαλε, πρέπει, δε, ο πιο πάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί, ως μη νόμιμος και ο σχετικός λόγος έφεσης, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την κρινόμενη αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της προδικασίας, που προβλέπεται από το άρθρο 8 του Α.Ν.1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ από το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., του οποίου η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 2732 της 26/30-7-1999, λόγω του ότι πριν την άσκηση αυτής έπρεπε οι ενάγοντες να κοινοποιήσουν με δικαστικό επιμελητή στο Ελληνικό Δημόσιο αίτηση, που να περιλαμβάνει τις αξιώσεις τους στο επίδικο ακίνητο και μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την επίδοση της ως άνω αίτησης δικαιούνται να ασκήσουν αγωγή, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους ολικά ή μερικά ή αν απορριφθεί η αίτησή τους.
Όμως, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε σε συνέχεια της από 21-3-2002 (αριθμ. κατ. 890/2001) αίτησης των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, περί αναγνώρισης αυτών ως δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση και δεν τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη στα πλαίσια των δικών των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ούτε στην περίπτωση, που απέχει το Δικαστήριο, όταν προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο το Ελληνικό Δημόσιο και παραπέμπει την υπόθεση να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι, ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την από 21-3-2002 αίτηση των εναγόντων, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτό (βλ.
την υπ' αριθμ. .../9-4-2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Κ.) έλαβε γνώση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που προέβαλαν και των τίτλων κτήσεως του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε και δεν ζήτησε από τους ενάγοντες την τήρηση της πιο πάνω προδικασίας και πρέπει ο πιο πάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί ως μη νόμιμος και ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και δη ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, όσον αφορά την αναγνώριση των εναγόντων - αναιρεσΙβλήτων ως δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, λόγω μη εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ και μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 8 § 1 του ν. 1539/1938, δεδομένου ότι στην μεν πρώτη περίπτωση η εξέταση της συγκυριότητας των εφεσιβλήτων - εναγόντων, λαμβάνει χώρα, ως παρεμπίπτον ζήτημα, προκειμένου να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ως άνω αποζημίωσης και δεν απαιτείται για το τμήμα αυτό της ένδικης αγωγής η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, στη δε δεύτερη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν. 1539/1938, στα πλαίσια των δικών των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ούτε στην περίπτωση, που απέχει το Δικαστήριο, όταν προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο το Ελληνικό Δημόσιο και παραπέμπει την υπόθεση να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ.
Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι και η ένδικη αγωγή, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα και επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται τόσο η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, όσο και η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 § 1 του ν. 1539/1938, όπως ισχύει.
Επομένως, οι μοναδικοί δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι κατ' ουσίαν βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων Ν. Α. του Δ., Κ. Κ. του Α. και Δ. Κ. του Α., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι ίδιοι ως άνω αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 183 ΚΠολΔ) μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 804/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσίβλητο Γ. Κ. του Α..
Δέχεται την ίδια ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων Ν. Α. του Δ., Κ. Κ. του Α. και Δ. Κ. του Α..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 804/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους ίδιους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2014.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ